Ο γύρος του κόσμου με 80 ποιητές, Μέρος Δεύτερο

Του Δημήτρη Μαύρου

Αυτό είναι το δεύτερο από τα τέσσερα αφιερώματα στην ποίηση του κόσμου. Ακολουθούν 20 από τους συνολικά 80 επιλεγμένους ποιητές απ’ όλο τον κόσμο που διαγράφουν με κάποιες παρεκκλίσεις τον πορεία του Phileas Fogg, στο βιβλίο του Βερν. Για λόγους συντομίας τα κείμενα παρατίθενται σε μετάφραση και όχι συνοδεία πρωτοτύπου.

21. Λόρενς Φερλινγκέτι, Στο Μαντείο των Δελφών

Μέγα Μαντείον, γιατί με περιεργάζεσαι;
μήπως είμαι ένα αίνιγμα για σένα; μήπως
σου προκαλώ απελπισία;
εγώ, “Αμέρικος”, ο Αμερικάνος,
φτιαγμένος προ πολλού από το σκοτάδι
μέσα στη μητέρα μου,
το σκοτάδι της αρχάίας Ευρώπης-
Γιατί με περιεργάζεσαι τώρα
στο λυκόφως του πολιτισμού μας-
Γιατί με περιεργάζεσαι
σαν νάμουνα η ίδια η Αμερική
η καινούργια Αυτοκρατορία
πιο τεράστια από όποια άλλη στις αρχαίες εποχές,
με τις ηλεκτρονικές εθνικές οδούς της
να κουβαλάν τη συνεταιρική της “μονο-κουλτούρα”
ολόγυρα σε όλη την υφήλιο,
Με τα Αγγλικά ως τα Λατινικά των ημερών μας
Μέγα Μαντείον, εσύ που κοιμάσαι ανά τους αιώνες.
Επιτέλους ξύπνα πια
Και πέσμας πως να σωθούμε απ’ τον εαυτό μας
και πως να επιζήσουμε των δικών μας κυβερνητών
που θάθελαν να κάνουν τη δημοκρατία μας πλουτοκρατία
στο Μεγάλο Χάσμα
μεταξύ πλουσίων και φτωχών,
εκεί που ο Ουάλτ Ουίτμαν άκουγε την Αμερική
να τραγουδάει
Ω, ατελείωτα σιωπηλή Σίβυλλα,
εσύ των φτερωτών ονείρων,
Μίλα καθαρά μεσ’ απ’ τον δικό σου, ναό του φωτός,
καθώς οι σοβαροί αστερισμοί
με τα Ελληνικά ονόματα
μας κοιτάζουν ακόμα από ψηλά,
καθώς ένας φάρος κουνάει το χωνί του
παν’ από την θάλασσα
Μίλα καθαρά και λάμψε πάνω μας
το θαλάσσιο φως της Ελλάδας,
το διαμαντένιο φως της Ελλάδας
Μακροθωρούσα Σίβυλλα, παντοτινά κρυμμένη,
Επιτέλους βγες από την σπηλιά σου
Να μου μιλήσεις με την φωνή του ποιητή,
φωνή σε τέταρτο ενικό πρόσωπο
φωνή ανεξιχνιάστου μέλλοντος
φωνή λαού ανάκατη
με άγριο και συνάμα μαλακό γέλιο-
και να μας δώσεις νέα όνειρα να ονειρευτούμε,
να μας δώσεις νέους μύθους για να ζήσουμε
πια μ’ αυτούς.

(Μετάφραση: Άμυ Μιμς)

22. George Oppen, Of Being Numerous

7
Κατατρεγμένοι, ζαλισμένοι

Πλάι στο ναυάγιο
Του ενικού αριθμού

Έχουμε διαλέξει το νόημα
Του να είμαστε πολυάριθμοι.

22
Η διαύγεια

Με την έννοια της διαφάνειας,
Δεν εννοώ ότι το πολύ
Μπορεί να εξηγηθεί

Η διαύγεια με την έννοια της σιωπής

(Μετάφραση: Κώστας Λιννός)

23. Gary Snyder, second shaman song

Οκλαδόν σε σκιές ελών.
Τσιμπήματα κουνουπιών•
λάμψη πάνω στον κέδρο.
Μαζεμένος σε σχήμα στεγνής φλέβας
-δίψα για κρύο χιόνι
-πράσινη γλίτσα μυελού των οστών
Θαλασσινό νερό γεμίζει το κάθε μάτι
Με σπασμούς σε νεύρα και μύες
Κρέμασμα στην πυελική λίκνο
Οστά να συγκρατούνται στις ρίζες
Ένα τυφλό τίναγμα νεύρου
Ακίνητο το χέρι κινείται μόνο
Γίνεται άνθος και φύλλα
μετατρέπεται σε χαλαζία
Ραβδωτή λίθος συσσώρευση από Κάρμα
Το μακρύ σώμα του έλους
Ένας μηρός με ραβδώσεις από λάσπη
Ένας ετοιμοθάνατος κυπρίνος δαγκώνει αέρα
στο υγρό γρασίδι
Το νερό υποχωρεί. Δεν έχει σημασία.
Το ψόφιο ψάρι κοιμάται στα χορτάρια
Ο ήλιος με στεγνώνει καθώς χορεύω.
(Μετάφραση: Μαρία Κατσοπούλου)

24. Allan Ginsberg, O θλιμμένος μου εαυτός
Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –
τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
– αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
πέρα μακριά –
πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –
– ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα –
το ζήτημα είναι άπιαστο.
Θλιμμένος,
παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
συλλογισμένος,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένος
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν …
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
… κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –
για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
αμπαζούρ της διανόησης –
Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις –
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο
στην γαλήνη
του νεκροκρέβατου ή του βουνού
που κάποτε αντίκρισα
ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.

(Μετάφραση: Γ. Λειβαδάς)

24. Carl Sandburg, Black Horizons

Σκοτεινοί ορίζοντες, φανείτε,
Σκοτεινοί ορίζοντες, το φίλημά σας.
Αυτό λοιπόν ήταν όλο.
Τόσα ψέματα,
τόσο φτηνός ο θάνατος, τόσο φθηνό πράγμα ένα παιδί,
τα αίματα και οι άνθρωποι φτηνοί
και η γη πέρα ψηλά, η αγαπημένη γη,
ένα μέτρο γης, ξέρεις
κοστίζει,
Το γάλα απ’το στήθος
της Μητέρας Σκόνης,
μια τέτοια καθαρή
και δυνατή προσφορά,
ξέρεις,
κοστίζει.
Κοστίζει φράχτες, έγγραφα,
σερίφηδες, ξανά φράχτες,
νόμους, όπλα.
Και τόσα αστέρια και
τόσο πολύ απ’τόνειρό μας.
Κοστίζει ακόμη
εκείνο
το ξέφρενο τραγούδι
που δεν θα βρει ποτέ ρυθμό
και σκηνή
Δείτε προσεκτικά,
τους πόλεμους που θα‘ρθουν,
τους κόκκινους ποταμούς που θα περάσουμε.
Σκοτεινοί ορίζοντες, ελάτε.
Σκοτεινοί ορίζοντες, το φίλημά σας.

(Mετάφραση: Απόστολος Θηβαίος)

25. Walt Whitman, Έξω από αυτήν τη Μάσκα (παίρνοντας θέση μπροστά σ’ ένα πορτρέτο)
1

Έξω από αυτήν την κυρτωμένη, χοντροκομμένη Μάσκα,
(Όλες οι ευθειότερες, οι ομοιότερες Μάσκες απαρνημένες—αυτή προτιμημένη,)
Τούτη η κοινή αυλαία του προσώπου, περικλεισμένη σε μένα για εμένα, σε σένα για εσένα, σε κάθε έναν για καθέναν,
(Τραγωδίες, λύπες, γέλιο, δάκρυα— ω ουρανέ!
Τα παθιασμένα, συρρέοντα έργα που αυτή η αυλαία έκρυψε!)
Αυτό το λούστρο απ’ του Θεού τον γαληνότερο, τον πιο καθάριο ουρανό,
Αυτή η μεμβράνη από του Σατανά τον κοχλαστό τον λάκκο,
O χάρτης της γεωγραφίας ετούτης της καρδιάς—αυτή η απέραντη μικρή χώρα—αυτή η άηχη θάλασσα•
Έξω από τις περιελίξεις αυτής της σφαίρας,
Αυτό το πιο δαιμόνιο ουράνιο σώμα από του ήλιου ή της σελήνης—από του Δία, της Αφροδίτης, του Άρη•
Αυτή η συμπύκνωση του Σύμπαντος—(μάλιστα, να εδώ το μόνο Σύμπαν,
Εδώ η ιδέα—όλη σ’ αυτή τη μυστηριακή αδραξιά σφιγμένη•)
Αυτά τα σκαλισμένα μάτια, που αστράφτουν προς τα σένα, να περαστούν στους μέλλοντες καιρούς,
Να εκτοξευτούν και να στροβιλιστούν πέρα για πέρα στο γειρτό,περιστρεφόμενο διάστημα—από αυτά για να πηγάσει,
Προς Εσένα, όποιος και νά ‘σαι—ένα Βλέμμα.

2

Ένας Ταξιδευτής σκέψεων και χρόνων—ειρήνης και πολέμων,
Νεότητας από καιρό εξοδεμένης, και μέσης ηλικίας που ξεπέφτει,
(Όπως ο πρώτος τόμος μιας ιστορίας που μελετήθηκε κι αφέθηκε στην άκρη, και αυτός εδώ ο δεύτερος,
Τραγούδια, αποκοτιές, καιροσκοπίες, που πάνε για να κλείσουν,)
Αργοπορώντας μια στιγμή, εδώ και τώρα, σ’ Εσένα αγνάντια Εγώ γυρίζω,
Όπως στο δρόμο, ή σε μια πόρτα κουφωτή, τυχόν, ή παραθύρι ανοιχτό,
Στέκοντας, χαμηλώνοντας, γυμνώνοντας την κεφαλή μου, ειδικά Εσένα χαιρετώ,
Να σύρω και να σφίξω την Ψυχή σου, για μια φορά, αδιάρρηκτα με τη δική μου,
Κι έπειτα να ταξιδέψω, να ταξιδέψω εμπρός.
Ω Εαυτέ μου! Ω Ζωή!

Ω εαυτέ μου! ω ζωή!… των ερωτημάτων αυτών που επαναλαμβάνονται•
Των ατελείωτων τρένων των απίστων— πόλεων έμπλεων με τους ανόητους•
Του εαυτού μου αδιάκοπα που μέμφεται τον εαυτό μου, (καθώς ποιός περισσότερο ανόητος από εμένα, και ποιός περισσότερο άπιστος;)
Ματιών που μάταια ποθούν το φως— των επονείδιστων στόχων—του αγώνα που αέναα ξαναρχίζει,
Των φτωχών εκβάσεων των πάντων— των βραδυκίνητων και ρυπαρών όχλων που βλέπω γύρω μου•
Των αδειανών και άχρηστων χρόνων της αδράνειας— με τον αδρανή εμένα συνυφασμένων,
Το ερώτημα, ω εαυτέ μου! τόσο λυπητερό, επανέρχεται—Τί το καλό μέσα σε αυτά, ω εαυτέ μου, ω ζωή;
Απάντηση.

Ότι είσαι εδώ—ότι ζωή υπάρχει, και ταυτότητα•
Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται, και συ μπορείς να συνεισφέρεις μια στροφή.

(Mετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου)

26. Frank O’ Hara, Άτιτλο

Ανυπόμονο το μήνυμα στην πόρτα, έλεγε “Πάρε με,
πάρε με τηλέφωνο, με το που μπεις!”, κι έτσι κι εγώ
έχωσα γρήγορα κάτι μανταρίνια σ’ ένα σακίδιο,
φρεσκάρισα βλέφαρα και ώμους, και
βγήκα έξω με τη μία. Μέχρι να στρίψω στη γωνία
φθινοπώριασε, και παρότι απρόθυμος να εκπλαγώ
ή να σχολιάσω, τα φύλλα λαμποκοπούσαν
πιο πολύ κι απ’ το γρασίδι του πεζοδρομίου!
Τι περίεργο, σκέφτηκα, που είν’ τα φώτα αναμμένα τόσο αργά
κι η πόρτα της εισόδου ανοιχτή· δεν κοιμάται, τέτοια ώρα,
ένας πρωταθλητής του τζάι αλάι; Πωπω, ντροπή!
Τι ένθερμος οικοδεσπότης είναι αυτός! Κι ήταν εκεί,
στο χολ, απλωμένος σ’ ένα αιμάτινο σεντόνι
που ’σταζε στις σκάλες. Το εκτίμησα. Πόσοι οικοδεσπότες
προετοιμάζονται έτσι, επιμελώς, να υποδεχτούνε καλεσμένους
εκ του προχείρου προσκληθέντες τόσους μήνες πριν;

(Μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη)

27. John Ashbery, Τι είναι ποίηση

Η μεσαιωνική πόλη, με τοιχογραφίες
Προσκόπων από τη Ναγκόγια; Το χιόνι
Που ήρθε όταν θέλαμε να χιονίσει;
Όμορφες εικόνες; Να προσπαθείς ν’ αποφύγεις
Τις ιδέες, όπως σ’ αυτό το ποίημα; Αλλά
Να επιστρέφουμε σ’ αυτές όπως σε μια σύζυγο, αφήνοντας
Την ερωμένη που ποθούμε; Τώρα
Θα πρέπει να το πιστέψουνε
Όπως το πιστέψαμε κι εμείς. Στο σχολείο
Ξεσκαρτάρουνε τη σκέψη:
Ό,τι απομένει μοιάζει με λιβάδι.
Κλείσε τα μάτια, και νιώσε το να εκτείνεται για μίλια.
Τώρα άνοιξ’ τα σ’ ένα στενό κάθετο μονοπάτι.
Μπορεί να μας δώσει –τι;– μερικά λουλούδια σύντομα;
(Mετάφραση: Χάρης Γαρουνιάτης)

28. Kenneth Koch, Προς το άγνωστο

Αν και δεν ξέρουμε τίποτε για σένα,
ακόμη και η παραμικρή αλλαγή σε σένα μας διεγείρει − θέλουμε να
παντρευτούμε. Αλλάζουμε δουλειές. Αλλάζουμε χώρες.
Ανοίγουμε ένα βιβλίο, το κλείνουμε, όμως δεν μαθαίνουμε τίποτε για σένα.
Ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει όλο και περισσότερο άγνωστο.
Εκατομμύρια πράγματα. Κάθεσαι αναπαυτικά και αφήνεις
άνετα το ένα μετά το άλλο να φύγουν. Κι ωστόσο παρέμεινες
και παραμένεις πάντα τεράστιο. Κάποιοι σε ζωγράφισαν,
δεν επρόκειτο όμως παρά για μικροσκοπικά ορνιθοσκαλίσματα.
Πώς θα μπορούσαμε να δείξουμε μεγάλα μέρη σου;
Έχω μόνιμο ραντεβού μαζί σου, όπως άλλωστε οι πάντες, τελικά.
Κι όταν έρθει η ώρα του δεν θα ξέρουμε τίποτε
και μετά θα ξαναγίνεις κοινότοπο, όπως ήσουν στην αρχή.
Ανακάλυπτες κάτι που σ’ έκανε να μεγαλώνεις.
Μόλις μαθαίνει κανείς, για παράδειγμα, ότι ένας φίλος έχει όνομα,
συνειδητοποιεί αργά αργά ότι θα πρέπει να υπάρχουν δισεκατομμύρια
ονόματα που ποτέ δεν θα μάθει, και τότε ήρθες κοντά μου και είπες
«Δεν έχει καμιά σημασία. Υπάρχουν όμως μερικά πράγματα
που είναι ακόμη πιο γλυκά, πολύ πολύ πιο γλυκά,
που επίσης ίσως ποτέ δεν θα μάθεις, εκτός αν τα βρεις σε μένα.»
«Πού είσαι; Πώς μπορώ να σε πλησιάσω;», είπα. Ήμουν
ένας μικρός άνθρωπος και συ − δεν είναι παράξενο; − μ’ έκανες
να αισθανθώ μεγάλος, σπουδαίος όσο όλοι οι επιφανείς,
οι οποίοι σε ξέρανε, και δεν σε ξέρανε, τόσο καλά.
Ήμασταν, σχετικά με σένα, σύντροφοι.
Σε σένα όλων των ζωντανών πλασμάτων οι φωνές ακούγονται
σαν ευρεθέντα αντικείμενα. Ίσως η αντίληψή σου για το νόημα
(υποθέτω ότι έχεις μια τέτοια αντίληψη) είναι ν’ αφήνεις
τα πράγματα να μεταναστεύουν από το ένα μέρος στο άλλο,
ώσπου να εξαντληθεί κάθε κίνηση.
Αν υπάρχει τρόπος να μάθω περισσότερα για σένα,
επέτρεψέ μου να το ξέρω από πριν, και θα κατεβώ να σε συναντήσω,
θα έρθω ώς την ανοιχτωσιά στην οποία ζεις.

(Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου)

29. Czeslaw Milosz, Αφιέρωση

Εσύ που δεν μπόρεσα να σώσω
Άκουσέ με.
Προσπάθησε να καταλάβεις αυτόν τον απλό λόγο γιατί θα ντρεπόμουν να προφέρω άλλον.
Ορκίζομαι, δεν έχω την ικανότητα να μαγεύω τις λέξεις.
Σου μιλώ με σιωπή όπως το σύννεφο ή το δέντρο.
Ό,τι μου έδωσε δύναμη, για σένα στάθηκε μοιραίο.
Μπέρδεψες το τέλος μιας εποχής με την αρχή μιας νέας,
Την έμπνευση του μίσους με τη λυρική ομορφιά,
Την τυφλή βία με την πραγματωμένη μορφή.
Εδώ είναι η κοιλάδα των ρηχών ποταμών της Πολωνίας. Και μια πελώρια γέφυρα
Που χάνεται στη λευκή ομίχλη. Εδώ είναι μια κατεστραμμένη πόλη,
Και ο άνεμος την ώρα που σου μιλώ
Εξακοντίζει τις κραυγές των γλάρων πάνω στον τάφο σου.
Τι είναι η ποίηση που δεν σώζει
Έθνη ή λαούς;
Συνενοχή με τα επίσημα ψεύδη,
Τραγούδι μεθυσμένων που ο λαιμός τους όπου να ’ναι θα κοπεί,
Ανάγνωσμα για φοιτητριούλες.
Ότι ήθελα την αληθινή ποίηση χωρίς να το γνωρίζω,
Ότι ανακάλυψα, αργά, τον ευεργετικό σκοπό της,
Σ’ αυτό και μόνο σ’ αυτό βρίσκω τη λύτρωση.
Συνήθιζαν να ρίχνουν κεχρί στους τάφους ή σπόρους παπαρούνας
Για να ταίσουν τους νεκρούς που θα έρχονταν μεταμφιεσμένοι σε πουλιά.
Αφήνω το βιβλίο αυτό εδώ για σένα, εσένα που κάποτε έζησες
Έτσι που πια να πάψεις να μας επισκέπτεσαι.

(Μετάφραση: Χ. Βλαβιανός)

30. Anne Carson, Δύο λόγια για τον Οβίδιο

Τον βλέπω εκεί μια νύχτα σαν κι αυτή αλλά δροσερή, καθώς το φεγγάρι αντηχεί σε μαύρα δρομάκια. Παίρνει το δείπνο του και επιστρέφει στο δωμάτιό του. Το ραδιόφωνο είναι στο πάτωμα. Το φωτεινό πράσινο ταμπλό αντηχεί ελαφρά. Κάθεται στο τραπέζι∙ οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξορία γράφουν τόσες πολλές επιστολές. Τώρα ο Οβίδιος κλαίει. Κάθε νύχτα, τέτοια ώρα, φοράει τη θλίψη σαν ένδυμα και αρχίζει να γράφει. Στον ελεύθερο χρόνο του διδάσκει στον εαυτό του την τοπική γλώσσα (Γετικά) ώστε να συνθέσει σ’ αυτήν ένα επικό ποίημα που κανείς ποτέ δεν θα διαβάσει.

(Μετάφραση: Χ. Βλαβιανός)

31. William Butler Yeats, Το παλτό

Στο τραγούδι μου έφτιαξα παλτό
Από παλιές μυθολογίες βγαλμένο
Με στολίδι καλυμμένο
Από τη φτέρνα ως το λαιμό.
Μα άντρες ανόητοι τ’ αρπάξαν
Στου κόσμου τα μάτια φορέσαν το παλτό
Και σαν να το κέντησαν εκείνοι προχωρούν
Τραγούδι μου, άσε τους να το φορούν
Γιατί είναι τολμηρότερο, θαρρώ
Γυμνός να περπατάς.

(Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης)

32. Seamus Heaney, Toυ Γιώργου Σεφέρη στον Κάτω Κόσμο

Οι άντρες διαφωνούσαν για τους αγκαθωτούς θάμνους με τα λαμπερά κίτρινα λουλούδια στις πλαγιές: ήταν κολλιτσίδες ή σπάρτα; «Κάτι μου θυμίζει αυτό», είπε ο Γιώργος. «Δεν ξέρω…»
Εκείνη η πρασινάδα στα πόδια σου
είναι ασφόδελος και σωστά
αλλά γιατί σκέφτομαι τα seggans;
και μια ανοιξιάτικη μέρα
των δικών σου ημερών του 71: ο Ποσειδώνας
σηκώνοντας κύματα και αέρα
γύρω από το ακρωτήριο του Σουνίου, το ίδιο του το όνομα
όλο θαλασσινή αύρα και βουητό σπηλιάς,
υπερβολικά εγκόσμιο, Γιώργο, για σένα
που είσαι προσηλωμένος σε μια αλλόκοσμη σκηνή
κάπου μόλις πέρα
από την κορυφογραμμή, το μεταίχμιο
της λησμοσύνης.
Αναθεματισμένο φως. Στο διάβολο να πάει.
Κλείσε τα μάτια και συγκεντρώσου.
Όχι αγκάθινο στεφάνι, όχι σκήπτρο από καλάμι
ούτε αυλή του Ηρώδη, αλλά να!
το βρήκες! Μια κάθοδος, ναι, στον Άδη:
οι βελόνες
που ο Πλάτων αναφέρει, η μοίρα του τυράννου
σε περικοπή που έμελλε να παραθέσεις:
«τον έδεσαν χειροπόδαρα
τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν,
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».
Όπως ήταν δίκαιο
για τύραννο. Όμως για σένα, ίσως
παραήταν δίκαιο, παραήταν μαύρο-άσπρο,
η ευκαιρία σου, ωστόσο,
να χτυπήσεις τη φάρα του,
μια τελευταία λέξη που σκοπό είχε
να σπάσει την διαφιλονικούμενη σιωπή σου.
Και για μένα ευκαιρία να δοκιμάσω την αιχμηρότητα
των seggans – λεπίδα, σε διάλεκτο
κοφτερή και πιο σκληρή και πιο απτή
από την καθομιλουμένη των καιρών μας:
χόρτο— ζαχαρωμένη λέξη, πλαστικό σπαθί.

(Μετάφραση: Χ. Βλαβιανός)

33. Michael Longley, Το αχλάδι
για τον John Montague
Κάποιος άφησε τρία πορτοκάλια κι ένα αχλάδι
στον τάφο του Μπωντλαίρ. Οπωρώνας από ταφόπετρες.
Το αχλάδι κρέμεται στη μνήμη σαν από κλαδί.
Ή μήπως είναι σύμβολο, ποιητικό λαχείο,
σημάδι τύχης; Το βάζεις στην τσέπη σου.
Προδώσαμε ο ένας τον άλλο, συμφωνούμε σ’ αυτό.
Όπως ο Πέτρος, λέω εγώ, όχι όπως ο Ιούδας—όχι.
Μ’ αρέσει όταν πλέκεις το μπράτσο σου με το δικό μου.
Τρως το μισό αχλάδι και μου δίνεις το υπόλοιπο.
Ο νεκρός ποιητής συγχωρεί στους κλέφτες την πείνα τους.

(Μετάφραση: Χ. Βλαβιανός)

34. Sylvia Plath, Λέξεις

Τσεκούρια.
Που με τον χτύπο τους το δάσος αντηχεί.
Και οι αντίλαλοι!
Οι αντίλαλοι που ταξιδεύουν
Φυγόκεντρα σαν άλογα.
Ο χυμός
Αναβλύζει σαν δάκρυα, σαν το
Νερό που αγωνίζεται
Να αποκαταστήσει το κάτοπτρό του
Πάνω στον βράχο
Που στάζει και περιστρέφεται
Λευκό κρανίο,
Φαγωμένο από τ’ αγριόχορτα.
Χρόνια αργότερα
Τις συναντώ στον δρόμο —
Λέξεις άνυδρες και χωρίς αναβάτη,
Ο ακατάβλητος καλπασμός.
Καθώς
Από τον βυθό της λίμνης, απλανή αστέρια
Κυβερνούν μια ζωή.

(Μετάφραση: Χ. Βλαβιανός)

35. Lord Byron, Βαδίζει μες στην ομορφιά
Ι.
Βαδίζει μες στην ομορφιά, όπως η νύχτα
Σ’ ανέφελα τοπία κι έναστρους ουρανούς·
Κι ό,τι καλύτερο απ’ το σκοτάδι και τη λάμψη
Στην όψη της το βλέπεις, στη ματιά της:
Στο τρυφερό αυτό φως έχει ωριμάσει
Που αρνείται ο ουρανός στη φαντασμένη μέρα.

ΙΙ.
Μια σκιά περισσότερη, μια αχτίνα λιγότερη,
Κι ίσως χανόταν η ανώνυμή της χάρη
Που σε κάθε ολόμαυρη πλεξίδα κυματίζει,
Ή φέγγει απαλά στο πρόσωπό της·
Όπου γλυκά οι σκέψεις και γαλήνια μαρτυρούν
Πόσο αγνή, πόσο ακριβή η κατοικία τους.

ΙΙΙ.
Και στο μάγουλο αυτό, και σ’ αυτό πάνω το μέτωπο,
Τόσο απαλό, τόσο ήρεμο, κι όμως εκφραστικό,
Τα χαμόγελα που κερδίζουν, οι τόνοι που αστράφτουν,
Μα που μιλούν για μέρες στην καλοσύνη ξοδεμένες,
Για ένα μυαλό με τα μικρά συμφιλιωμένο,
Για μια καρδιά που άδολα αγαπάει!

(Μετάφραση: Χ. Βλαβιανός)

36. Phillip Larkin, Skin

Πειθήνια καθημερινή ενδυμασία
Είναι αδύνατο να διατηρήσεις αιωνίως
Την απαράμιλλη νεανική σου υφή
Πρέπει ν’ αποτυπώσεις στις γραμμές σου
Το θυμό, τον ύπνο, το χαροκόπι•
Τα λιγοστά ανεπιθύμητα σημάδια

Αυτής της ακατάπαυστης
Ανεμοθύελλας που λέγεται χρόνος•
Πρέπει να παχύνεις και ν’ ανοίξεις
Να μαραγκιάσεις, να σκληρύνεις και να σακουλιάσεις
Σαν ένα παλιό τσουβάλι
Με ξεθωριασμένη ετικέτα
Και να με συμπαθάς, που
Σαν ήσουν νέα, δεν μπόρεσα να βρω
Κάποιο γλέντι τρικούβερτο
Να σε φορέσω,
Όπως στα ρούχα επιτρέπεται
Μέχρι ν’ αλλάξει η μόδα.

(Mετάφραση: Σπύρος Δόικας)

37. William Shakespeare, Σονέτο 18

Να σε συγκρίνω με μια μέρα τού καλοκαιριού;
Είσαι γλυκύτερος εσύ και πιο ισορροπημένος.
Ταράζουν άνεμοι σφοδροί τα ανθύλλια τού Μαγιού•
Μικρή είνʼ του θέρους η ζωή κι ο χρόνος μετρημένος.
Είναι φορές που τʼ ουρανού άγριο το μάτι καίει,
Αλλοτε η λάμψη του η χρυσή σβήνει απʼ τα μάγουλά του•
Κι όπως τυχαία κι άστατα πάντοτε η φύση ρέει,
Εκπίπτει κάθε τι όμορφο από την ομορφιά του.
Αλλά το αιώνιο θέρος σου ποτέ δε θα ξεφτίσει,
Την κατοχή τού κάλλους σου ποτέ σου δε θα χάσεις.
Ο Χάρος δε θα καυχηθεί στη σκιά του πως βαδίζεις,
Τον χρόνο μες σʼ αιώνιες γραμμές θα ξεπεράσεις.
Όσο μπορεί μάτι να δει και άνθρωπος να νιώσει,
Τόσο θα ζει και τούτο εδώ, ζωή για να σου δώσει.

(Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου)

38. Τed Hughes, Το Ολόκληρο Φεγγάρι και η μικρή Φρίντα

Ένα δροσερό μικρό απόβραδο συρρικνωμένο σ’ ένα γάβγισμα σκύλου και τον κρότο απ’ ένα κάδο –
Κι εσύ που αφουγκράζεσαι.
Κάποιας αράχνης ο ιστός, τεταμένος για το άγγιγμα της δροσιάς.
Ένας κουβάς ανεβασμένος, ακούνητος που ξεχειλίζει – κάτοπτρο
Για να δελεάσει ένα πρώτο αστέρι σε τρεμούλιασμα.

Οι αγελάδες πάνε σπίτι στη λωρίδα εκεί, θηλιές φτιάχνοντας στους φράχτες
με τα ζεστά τους
στεφάνια απ’ την αναπνοή –
Ένα σκοτεινό ποτάμι από αίμα, πολλές μεγάλες πέτρες,
Γάλα που ισορροπεί δίχως να χυθεί.
«Φεγγάρι!» φωνάζεις ξαφνικά, «Φεγγάρι! Φεγγάρι!»

Το φεγγάρι έχει πισωπατήσει σαν καλλιτέχνης που ατενίζει έκθαμβος ένα έργο
Που έκθαμβο κοιτάζει προς αυτόν.
(Mετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου)

39. Dylan Thomas, Do not go gentle into that good night

Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη•
ας καίνε, ας παραληρούν όταν τελειώνει η μέρα
τα γηρατειά κι ας μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.
Σοφοί, που είδαν το δίκαιο σκοτάδι να προσμένει,
γιατί δεν χρησμοδότησαν με φλόγες στον αέρα
δεν στέργουν ήσυχα να παν σε νύχτα ευλογημένη.
Όσοι αγαθοί, φωνάζοντας στο κύμα που βαθαίνει
πως σ’ ακρογιάλι πράσινο θα χόρευε μια μέρα
κάθε τους πράξη, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.
Όσοι τρελοί τραγούδησαν τον ήλιο που μακραίνει
κι αργά πολύ κατάλαβαν πως θρηνούσαν, πέρα
δεν στέργουν ήσυχα να παν, σε νύχτα ευλογημένη.
Όσοι αυστηροί, που στα στερνά τους βλέπουν τυφλωμένοι
ότι μπορούν μάτια τυφλά ν’ αστράφτουν στον αιθέρα
και να γιορτάζουν, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.
Κι εσύ, πηγαίνοντας ψηλά στη θλίψη που σε υφαίνει,
κατάρα δώσε μου κι ευχή το δάκρυ σου, πατέρα.
Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη.
Να μαίνεσαι, να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει.

(Mετάφραση: Διονύσης Καψάλης)

40. T.S. Eliot, The Waste Land (Απόσπασμα)
Ι. Η Ταφή του Νεκρού

Απρίλης είναι ο άσπλαχνος μήνας, γεννώντας
Πασχαλιές μεσ’ απ’ τη χέρσα γη, ενώνοντας
Τη μνήμη και τον πόθο, σαλεύοντας
Ρίζες αδρανείς μ’ εαρινή βροχή.
Ο χειμώνας μας κράτησε ζεστούς, ενδύοντας
Το χώμα με χιόνι της λήθης, τρέφοντας
Λίγη ζωή με ξεραμένους βολβούς.
Το θέρος μας αιφνιδίασε, καταφτάνοντας πάν’ από την Σταρνμπέργκερσι
Με μία μπόρα • σταθήκαμε στο περιστύλιο
Και συνεχίσαμε μ’ ηλιόφως, μες στο Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε για καμιά ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutch.
Κι όταν ήμασταν παιδιά, μένοντας στου αρχιδούκα,
Του ξαδέλφου μου, με πήρε πάνω σ’ ένα έλκηθρο,
Κι ήμουν φοβισμένη. Είπε, Μαρί,
Μαρί, κράτα γερά. Και φύγαμε προς τα κάτω.
Στα βουνά, εκεί νοιώθεις ελεύθερος.
Διαβάζω, το πολύ της νύχτας, και το χειμώνα πηγαίνω στο νότο.

Ποιες είναι οι ρίζες που αδράχνουν, ποια κλαδιά φυτρώνουν
Μέσα από αυτά τα πέτρινα σκύβαλα; Υιέ ανθρώπου,
Δεν μπορείς να πεις, ή να εικάσεις, αφού γνωρίζεις μόνον
Ένα σωρό θρυμματισμένων εικόνων, εκεί όπου χτυπά ο ήλιος,
Και το πεθαμένο δέντρο δεν προσφέρει άσυλο, ο γρύλλος καμία ανακούφιση,
Και η στεγνή πέτρα ήχο νερού κανέναν. Μόνον
Κάτω απ’ αυτόν τον κόκκινο βράχο υπάρχει σκιά,
(πέρασε στη σκιά αυτού του κόκκινου βράχου)
Και θα σου φανερώσω κάτι διαφορετικό
Απ’ τη σκιά σου το πρωί που δρασκελίζει πίσω σου
Ή τη σκιά σου σούρουπο που ορθώνεται να σμίξετε •
Θα σου φανερώσω τον φόβο μέσα σε μια χούφτα στάχτη.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu
Mein Irisch Kind,
Wo weilest du?
«Μου πρωτόδωσες υάκινθους έναν χρόνο πριν •
Με αποκάλεσαν υακίνθινη κοπέλα.»
-Αλλά όταν γυρίσαμε, αργά, από τον κήπο του Υάκινθου,
Οι αγκαλιές σου γεμάτες, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, και τα μάτια μου έσβηναν, δεν ήμουνα
Ούτε ζωντανός ούτε νεκρός, και δε γνώριζα τίποτα,
Ατενίζοντας την καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’ und leer das Meer.

Η μαντάμ Σόσοστρις, διάσημη μάντισσα,
Είχε ένα γερό συνάχι, μολαταύτα
Φέρεται ως η πιο γνωστική γυναίκα στην Ευρώπη,
Με μιαν άνομη τράπουλα. Ιδού, είπε,
Το χαρτί σου, ο πνιγμένος Φοίνικας Ναύτης.
(Τούτες ‘δω οι πέρλες κάποτε ήταν τα μάτια του. Κοίτα!)
Να η Μπελλαντόνα, η Κυρά των Βράχων,
Η κυρά των περιστάσεων.
Να ο άνδρας με τις τρεις ράβδους, και να ο Τροχός,
Να κι ο μονόφθαλμος έμπορος, κι αυτό το χαρτί,
Που είναι κενό, είναι κάτι που κουβαλά στη ράχη,
Που απαγορεύεται να δω. Δεν βρίσκω
Τον Απαγχονισμένο. Φοβού τον θάνατο από νερό.
Θωρώ ανθρώπων πλήθη, να περιφέρονται κυκλώνοντας.
Ευχαριστώ. Αν δεις την αγαπητή κυρία Ίκουιτον,
Πες της φέρνω τ’ ωροσκόπιο εγώ η ίδια:
Πρέπει κανείς να προσέχει τέτοια εποχή.

Χιμαιρική Πολιτεία,
Κάτω από την καφετιά ομίχλη μιας χειμερινής αυγής,
Ένα πλήθος χυμένο πάνω στη Γέφυρα του Λονδίνου, τόσοι,
Δεν πίστευα ότι ο θάνατος είχε τόσους πολλούς σκοτώσει.
Στεναγμοί, βραχείς και σποραδικοί, ξέφευγαν,
Και καθείς καθήλωνε μπροστά στα πόδια του το βλέμμα.
Συρρέοντας στο λόφο πάνω και κάτω στην οδό Βασιλέως Γουλιέλμου,
Στον τόπο όπου η Αγία Μαρία Γούλνοθ κρατούσε χρόνο
Με έναν κούφιο ήχο στον στερνό χτύπο των εννέα.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα και τον σταμάτησα, με μια κραυγή: «Στέτσον!
Εσύ που ήσουν μαζί μου στις Μύλες στα καράβια!
Εκείνο το κουφάρι που φύτεψες πέρυσι στον κήπο σου,
Μπας κι άρχισε να βλασταίνει; Θ’ ανθήσει φέτος;
Ή μήπως ο απότομος παγετός πείραξε την πρασιά;
Αχ τον Σκύλο κράτα μακριά, είναι φίλος των ανθρώπων,
Ειδάλλως με τα νύχια του θα το ξεθάψει ξανά!
Εσύ! Hypocrite lecteur! –mon semblable,- mon frère!»

(Μετάφραση: Δ. Μαύρος)

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here