Ο γέρων Μητσοτάκης και τα αποφθέγματα

 

Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΒΕΛΟΥ

Δικηγόρος – συγγραφέας

Λένε πως οι γέροι αρέσκονται στα αποφθέγματα, σε γνωμικά που διατυπώνουν έγκυρες γνώμες με λίγες λέξεις. Γερνώντας οι άνθρωποι έχουν την ψευδαίσθηση ότι γίνονται σοφοί. Λες και τα γηρατειά, εκτός από πόνους και οστεοαρθρίτιδες προσφέρουν και πολυγνωσία.  Η αλήθεια είναι ότι το γήρας επιτείνει τις ιδιότητες της νεότητας. Ο βλαξ γίνεται βλάκιστος, ο κακός κάκιστος και ο Μητσοτάκης παραμένει Μητσοτάκης.

Περί  μητσοτάκειου αποφθέγματος ο λόγος. Του ανδρός που όλοι αντιμετωπίζουν όπως την τούνδρα. Τη σέβονται αλλά κανείς δεν την πλησιάζει. Είπε λοιπόν,  περίπου, τούτο: ότι για να είναι κανείς υπερήφανος ή εθνικά αξιοπρεπής δεν πρέπει να χρωστάει. Αναφερόταν προφανώς στα δανειακά δεσμά της χώρας μας και αποφάσισε να μας διδάξει ότι, εφόσον χρωστάμε, δεν μπορεί να είμαστε αξιοπρεπείς ή υπερήφανοι και επομένως μονόδρομος η υποταγή.

Κατά τη μητσοτάκεια άποψη, ο ορισμός (η λογική διαδικασία εξήγησης μιας λέξης με τη βοήθεια άλλων λέξεων1) της υπερηφάνειας τούτος: υπερηφάνεια είναι η εκδήλωση υψηλοφροσύνης και αξιοπρέπειας που στηρίζεται στα χρήματα. Όσο περισσότερα τόσο πιο υπερήφανος. Όταν χρωστάς είσαι χαμηλόφρων και αναξιοπρεπής. Το μόνο ανεκτό χρέος είναι να χρωστάς της Μιχαλούς. Η υπερηφάνεια είναι συνώνυμη του πλούτου και αντίθετη με τη φτώχεια.  Μόνο οι πλούσιοι αστοί μπορούν να υπερηφανεύονται για την ευγένεια του ήθους τους. Γι’ αυτό ευγενείς μπορεί να είναι μόνο όσοι δανείζουν, δηλαδή οι τοκογλύφοι.

Την ωμή αυτή μητσοτάκεια λογική προπαγανδίζουν ιδεολογικά οι ισχυρές χώρες. Μόνο αυτές μπορούν να έχουν εθνική κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα, όχι γιατί το ορίζουν οι διεθνείς κανόνες, αλλά γιατί το λένε οι ίδιες. Στη λογική αυτή επενδύουν, σε μια δικαιοσύνη ακραίων αντιθέσεων που την επιβάλλει στους αδύνατους μια θεία και ιερή τάξη. Η παραβίαση αυτής της δικαιοσύνης αξιώνει εξιλασμό. Η τιμωρία πρέπει να γίνεται αισθητή με τρόπο πομπώδη και να επιβάλλεται όχι ως ιδεολογική αλλά μάλλον ως κοσμολογική ανάγκη κάθαρσης.

Η αντίθεση των φτωχών προς τα θέσφατα των πλουσίων, συνιστά αμαρτία τιμωρούμενη με όρους όχι πολιτικούς αλλά θεολογικούς. Έτσι, ο οποιοσδήποτε πολιτικός –  οικονομικός καταναγκασμός ανάγεται στη θεϊκή ιερή νομιμότητα όπου βρίσκεται και η καταγωγική ρίζα της εξουσίας.

Ο  αείμνηστος εισαγγελέας Εφετών Βασίλειος Παππάς έγραφε: «… Έτσι η δικαιοσύνη δεν είναι από τα πράγματα του κόσμου αυτού. Έρχεται από ψηλά. Έχει θρησκευτική καταγωγή και υπερβατικό χαρακτήρα. Στέκεται πάνω και πέρα από την καθημερινή ανθρώπινη τραγικότητα, ως μαγικός εξορκιστής των δεινών και αμερόληπτος διαιτητής των διενέξεων… γιατί η χρήση της ποινής συνδέεται με το χειρότερο πόνο, αυτόν που επιβάλλει ψυχρά, σκόπιμα και υπολογισμένα ο άνθρωπος στο συνάνθρωπό του… Η κοινωνία που σκοτώνει ή βασανίζει ή φυλακίζει, είναι δύσκολο και δυσάρεστο, αν μη και εξεγερτικό, να θεωρεί ότι εκτελεί μια δική της πεζή και αυταρχική θέληση. Γι’ αυτό προσφεύγει σε μυστικιστικές εξυψώσεις και ιδεαλιστικές δικαιολογήσεις.» 2

Για να περάσει, όμως, αυτή η συνειδητά αφελής και απλοϊκή θεωρία και να καταστεί ιερό θέσφατο, ικανό να διαιωνίζει την εξουσία της,  η τάξη των ιμπεριαλιστών και των εγχώριων προθύμων, κάνει τα πάντα ώστε ο λαός να ζει στο σκοτάδι. Γιατί σκοτάδι είναι η κατάσταση στην οποία περιέρχεται κάποιος αφού τον σκοτώσουν, είτε φυσικά είτε πνευματικά.

Η άγνοια είναι η προϋπόθεση διατήρησης αυτής της εφιαλτικής, θρησκευτικοδογματικής τάξης, που επιθυμεί την αιώνια καταπίεση των συνειδήσεων. Γιατί μόνο κάποιος που αγνοεί μπορεί να αποδέχεται την υποταγή και την παραίτηση ακόμα κι από αυτό το ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Έρευνες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, απέδειξαν ότι η έκταση γνώσης των νόμων και του δικαίου γενικότερα σε διάφορα στρώματα του πληθυσμού είναι από ασήμαντη έως ανύπαρκτη. Το 1968 μια σχετική έρευνα στον ενήλικο πληθυσμό της Κοπεγχάγης με ερώτημα «ποιος ψηφίζει τους νόμους;» διαπίστωσε ότι μόνο το 3% του πληθυσμού αυτού μπόρεσε να απαντήσει σωστά. 3

Συνεπώς ο νόμος και το δίκαιο, βασικά στοιχεία της κοινωνικής γνώσης και συμμετοχής είναι μάλλον κρατικά μυστικά και όχι κτήματα των ανθρώπων. Πρέπει να παραμένουν περιουσιακά στοιχεία των ολίγων και ισχυρών ώστε η διεκδίκηση μέρους έστω εκείνων από τους φτωχούς να συνιστά έγκλημα και μάλιστα θρησκευτικού χαρακτήρα.

Όπως έγραψε κάποτε κάποιος παλιός ιδεολόγος αγωνιστής «το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται κυριολεκτικά το σκοτάδι που το ίδιο έχει σκορπίσει για να διατηρήσει την κυριαρχία του. Οι διανοούμενοι έχουν χρέος να φωτίσουν το λαό, την εργατική τάξη τη νεολαία και ιδιαίτερα τη σπουδάζουσα. Όταν θα υπάρχει φως τότε όλοι μπορούν να δουν και μόνοι τους.»4

Κι όμως αυτό που ισχυροί δεν κατανοούν είναι η αέναη φυσική ροή των χειμάρρων της αμφισβήτησης. Οι μορφές ζωής και ιδιοκτησίας που επιβάλλει το κεφάλαιο και οι πλούσιοι «αξιοπρεπείς» δεν γίνονται σεβαστές από τους απόκληρους, όπως διαπίστωνε στον καιρό του ο μεγάλος νομικός Αδόλφος Πρίντς (Adolf Prints).

Τούτο γιατί οι αξίες και τα αγαθά που προστατεύουν οι νόμοι και οι αντιλήψεις των ισχυρών δεν γίνονται σεβαστά αφού η πλειονότητα των ανθρώπων δεν έχει τη δυνατότητα να τα ανακαλύψει, να τα βιώσει και να τα χαρεί.

Πολύ περισσότερο αυτές οι δήθεν αξίες δεν πρέπει να γίνονται σεβαστές από το λαό, αφού την αποκλειστική ιδιοκτησία των πανανθρώπινων αγαθών διεκδικούν με τρόπο θρασύ και προκλητικό οι «υπερήφανοι» πλούσιοι.

1: Ε. Π. Παπανούτσου, Λογική, εκδ. Δωδώνη

2: Βασιλείου Παππά, εισαγγελέα εφετών, Το ποινικό πρόβλημα, εκδ. Αφοι Σάκκουλα

  1. ό.π.

4.Κώστας Κάππος, Η Ευρωπαϊκή Ένωση εναντίον των ευρωπαϊκών λαών, εκδ. Αλφειός

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here