Ο Ευγένιος Λογίζεται το Δαιμονιώδες

 

Του Νικόλαου Τουλαντά

 

Η μόνη επανάσταση που κάνει τον άνθρωπο πιο ευγενικό είναι η επανάσταση του Χριστιανισμού. Κάθε άλλη επανάσταση κάνει τον άνθρωπο πιο ωμό απ’ ό,τι είναι. (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Αργά Βαδίζει ο Χριστός)

 

 

 

Όπου δεν αναφέρεται βιβλιογραφία χωρίου, αυτό προέρχεται από το «Η Ελεγεία Ενός Παράλογου Κόσμου» (εκδ. Ροές, 2007) του Ευγένιου Ιονέσκο.

«Αν λείψουν οι δαίμονες, η ιστορία δε μπορεί να εξηγηθεί», έγραψε ο Ιονέσκο. Αυτή η θεωρία όμως θα μπορούσε να έχει μόνο μεμονωμένο ακροατή για να μπορέσει να εφαρμοστεί μια «αντιβίωση». Δηλαδή, ο τελευταίος, δεν θα μπορούσε να μείνει, προβάλλοντάς την, μόνο στην ιστορική-κοινωνική υπόσταση αυτής της όψης των πραγμάτων. Δεν μπορείς να πεις στο κακό «μην είσαι κακό!» (και μάλιστα στο απρόσωπο και οχλοειδές) κι αυτό να υπακούσει. Πόση δυστυχία έχει επιφέρει η επιβολή της κατά διάνοιαν καλοσύνης και δικαιότητας πολλών ανά τους αιώνες! «Από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους. Φαντάζονται πως έχουν λόγους».

Θα ήταν λοιπόν αναγκασμένος, εφόσον ξεπεράσει τον εξωτερικό εντοπισμό της δαιμονικότητας – στους «άλλους» – να προχωρήσει και στον προσωπικό-εσωτερικό. Πόσο θα του κοστίσει άραγε; Τόσο θα αλλάξει προς το καλύτερο ο κόσμος… Γιατί «τώρα» – πέρα από τον Ιονέσκο – πόσο εύκολα θα κατηγορούσε κάποιος κάποιον άλλο – ή κάποια ομάδα άλλων – για «δαιμονική» εγκληματικότητα, ενώ δε γίνεται – λογικά – να υπάρχει το «απόλυτο Κακό» – «κι όχι μιας ορισμένης κοινωνικής μορφής» μεμονωμένα – στον κόσμο και προσωπικά να παραμένει – οποιοσδήποτε κρίνει κάποιον στον οποίον εντόπισε αυτή την αρνητική ιδιότητα-δραστηριότητα – τόσο άτρωτος;

«Το Κακό είναι ο πρίγκιπας αυτού του κόσμου. Παρ’ όλα αυτά, αγωνίζομαι. Δε γνωρίζω πολύ καλά γιατί· νιώθω πως κάτι με σπρώχνει να το κάνω».

Άτρωτος στη δαιμονική επιρροή και παθητικός στη «χάρη» αφετέρου, είναι κάτι παράλογο, ακολουθώντας τον Ιονέσκο, εφόσον μόνο με την τελευταία μπορεί να υποστασιοποιηθεί «[…]το αίσθημα ή η βεβαιότητα πως ο κόσμος είναι αληθινός, αυθύπαρκτος», πως η καθημερινότητα δεν είναι όπως φαίνεται «κενή, αιωρούμενη μέσα στο μηδέν», δεν στερείται μιας «μεταφυσικής πραγματικότητας». Τί είναι η χάρη στον Ευγένιο (;): «να αισθάνεσαι πως ο κόσμος είναι βαθύτατα, πνευματικά, μεταφυσικά πραγματικός και πλήρης. Χωρίς τη συνειδητή, ή κατά το ήμισυ συνειδητή, αίσθηση της μεταφυσικής πραγματικότητας, όλα είναι φευγαλέα, ο κόσμος δεν είναι υποστατός, δεν έχει ενσαρκωθεί».

Το τί τραβάει ο καθένας στην «πραγματικότητά» του είναι άμεσα δεμένο με το ποιος του περιγράφει ποια είναι όντως η πραγματικότητα. Η τραγικότητα της ιστορίας μας – μεμονωμένα και συνολικά – αποτελείται από την επίδραση των παραλείψεων της πραγματικότητας που είτε διαλέξαμε είτε μας επιβλήθηκε ως μόνη πιθανότητα. Κι επειδή μας λείπει η ολοκληρία, επειδή και σίγουροι είμαστε και τυφλοί την ίδια στιγμή, η ιστορία μας, θα λέγαμε, είναι η ιστορία των αντιφάσεών μας και των σκανδαλισμών που παράγουν.

Σε ένα κόσμο όπου «η ειρήνη και η πραότητα είναι αφύσικες», σίγουρα μόνο κάτι υπέρ της φυσικής δυνατότητας θα λύτρωνε τον άνθρωπο από τον εαυτό του. Αυτό δείχνει και ως προσωπική του διέξοδο ο Ιονέσκο. Δε μπορεί μόνος ο άνθρωπος, να σώσει τον εαυτό του. «Ανέκαθεν γνωρίζαμε ότι ο άνθρωπος είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου». Αυτό που «μπορεί» – μόνος – είναι να κυρβερνάται «μόνο με τον φόβο» – σπασμωδικός και μπακαλίστικος – που αυξάνει την «απέχθεια που τρέφουν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους και τους άλλους» και την κλωνοποεί από διαπροσωπική σε, επίσης, ουσιαστικά, δια-αντικειμενική, εφόσον απευθύνεται-αντιτίθεται σε έναν απρόσωπο κρατικό μηχανισμό που τον βλέπει επίσης ως απρόσωπο γρανάζι (ή αντί-γρανάζι) στην πάσχισή του να άρχει κι εξουσιάζει. Δε μπορείς να του πεις «μην άρχεις!διαφωνώ!» – στην καλύτερη περίπτωση θα αδιαφορήσει ή θα σε φιμώσει ή θα σε εξορίσει. Δεν μπορείς να απαιτήσεις να είναι πρώτα άνθρωπος κι έπειτα «άρχοντας»· έχει το νόμο με το μέρος του (είτε δημοκρατικά είτε «αυτοκρατικά» εκλεγμένος), έχει σπουδάσει νομική, έχει επιχειρήματα, έχει υπεροπλία σε όλα τα επίπεδα σε σχέση με σένα ή την παρέα σου, έχει υπαλλήλους που εργάζονται ολημερίς στο να αποκρύπτουν – έως κι αφανίζουν εντελώς στοιχεία τους – τις αντιφάσεις του, τις μύχιες αλήθειες που τον ενώνουν με τον απλοϊκότερο των ανθρώπων, όπως το γεγονός πως «οι βαθιές μας επιθυμίες είναι ανεξερεύνητες», όσο σίγουροι κι αν φαινόμαστε για το τί ξέρουμε και τί πρέπει να κάνουμε. Και αν τελικά, ο εκάστοτε πολιτικάντης παραδεχθεί όλα αυτά τα «ταπεινά» του, το ‘κλεισε το μαγαζάκι. Είναι σαν να παραδέχεται με τον Ευγένιο πως «η πολιτική θα έπρεπε να είναι απλώς η διαχείριση, η διανομή, το μοίρασμα των οικονομικών αγαθών […]ιδανικό θα ήταν η διαχείριση να γίνεται με ηλεκτρονικό υπολογιστή». Άρα θα προτιμήσει το πολιτικό θέατρο, από, π.χ., το ελληνικό, που είναι «αληθινό και ανθρώπινο» και «μας συμφιλιώνει με τα ελαττώματα και τις αρετές του ανθρώπου».

Άνθρωποι και κράτη πορεύονται στην «εποχή της οργής» που δεν ξέρουμε πόσο βαθιά στον χρόνο να εντοπίσουμε-τοποθετήσουμε τα γεννητούρια της, αν όχι ταυτόχρονα, τουλάχιστον, με την Γεωργική-Συνοικισμική Επανάσταση (10.000 π.Χ.). Ήδη από τον Ηράκλειτο – στη νοόσφαιρα του τελευταίου τουλάχιστον – ο «πόλεμος είναι ο πατέρας όλων». Και συναρμολογώντας σ’ αυτό τον Ευγένιο, αυτός είναι ο μπαμπάς και του «Κράτους» που «είναι ο θάνατος» και του «Λόγου του» στον οποίο είμαστε υποταγμένοι και που, γραβατωμένος μια χαρά (με τη γραβάτα της εποχής του έκαστος), «επιτρέπει τα πάντα: γενοκτονίες, σφαγές, ποδηγέτηση διανοουμένων […]τον πνευματικό θάνατο». Κι αυτή η «ασχήμια» – η κάθε μία κι όλες μαζί – «είναι ο διάβολος», θα θεωρήσει ο Ευγένιος και σίγουρα πολλοί άλλοι όπως κι εγώ. Αλλά, μόνο αν ήμουν άτρωτος – στην ασχήμια – θα αφιέρωνα όλη μου την έγνοια κι εργασία στην αντίσταση σε αυτόν. Δεν μου φταίει αυτός, τα κράτη του και οι «δοκούντες άρχειν των εθνών».

Δεν είμαι άτρωτος κι αυτό είναι πιο σοβαρό μπρος στην κατά τα άλλα ξέφρενη βία του «έξω από την άμεση ευθύνη μου κόσμου». Κι εγώ «βία είμαι»! Νιώθω πως, αν επικεντρωθώ μόνο στον εξωτερικό παράγοντα, αυτό θα ήταν μία πάλη με μια σκιά – τη δική μου – που όμως μαρτυρεί την ύπαρξη και του φωτός, στο οποίο, αν στραφώ, η σκιά θα πρέπει να βρει κάποιον άλλον για να τσακωθεί. Από το να παίζουμε θέατρο σκιών και να κενολογούμε και να κενομαχούμε, ας στρέψουμε αλλού τη φλυαρία μας. Ας αναζητήσουμε ευθύνες στον εαυτό μας που μοιάζει να έχει «φορτωθεί» όλη του την επιείκεια σε αντίθεση με τους άλλους, για τους οποίους φύλαξε κυρίως την αυστηρότητα. Μία σειρά λογισμών – κάποιου άλλου – ευθύνονται γι’ αυτή την τελευταία μου διατύπωση (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Αργά Βαδίζει ο Χριστός): «Πρέπει να κερδίσουμε το δικαίωμα να εξεγειρόμαστε ενάντια στο κακό των άλλων ανθρώπων. Τούτο είναι το νόημα της σκέψης του Χριστού. Τούτο το δικαίωμα, ο άνθρωπος, δεν το κερδίζει με κάποιο πτυχίο και κάποια γνώση αλλά με κάποια εσωτερική κοπιαστική εξέταση που δίδεται μπροστά στον Θεό και την συνείδησή μας». Σου λέει, βάλτα κάτω σαν παληκάρι και θα δεις πως «είναι πιο εύκολο να αναποδογυρίσεις τον κόσμο απ’ ότι είναι να αναποδογυρίσεις τον εαυτό σου. Πρέπει να πεθάνεις και να ξαναγεννηθείς. Πρέπει να μπορέσεις να σηκώσεις πάνω από τον εαυτό σου την ταφόπλακά σου και να αναστηθείς».

Εφόσον δε βγάλαμε άκρη τόσες χιλιετίες τώρα, ας δοκιμάσουμε και τίποτε άλλο ως συλλογικό πλαίσιο, αφού δε μπορούμε να αποκοπούμε εντίμως από τις επιλεκτικές αλήθειες της εκάστοτε συλλογικότητας-συντροφικότητας: «[…]δε πρέπει οι άνθρωποι να τα βάζουν με άλλους ανθρώπους. Μόνο με τον Δημιουργό τους. Γιατί δε συγκεντρωνόμαστε όλοι για να διαμαρτυρηθούμε συλλογικά ενάντια στο Δημιουργό;». Θέατρο του παραλόγου…

Λίγη ακόμα μνήμη βίας σχετική με τη «κορυφαία» μορφή της. Στον ίδιο αιώνα του Ευγενίου, ο Σεφέρης είχε επίσης σημειώσει κάτι, κατά τα χρόνια του στην Τουρκία, που μαρτυρεί πως τον προηγούμενο αιώνα η βιοπραγία είχε όντως «προοδεύσει» αλματικώς, εκτός κι αν απλώς – ακόμα πιθανότερο – είχε περισσότερους εκθέτες (μέσα μαζικής ενημέρωσης και έκθεσης της αναισχυντίας της): «Τώρα πια είναι συνηθισμένο πράγμα να μιλάς για τις καταστροφές των πολέμων. Όμως είναι κάτι βαρύτερο να ‘χεις μέσα στ’ άντερά σου τον ξαφνικό εξολοθρεμό ενός ολοζώντανου κόσμου με τους φωτισμούς του, με τους ίσκιους του, με τις τελετές της χαράς και της θλίψης, με το πυκνό δίχτυ της ζωής του» (Γιώργος Σεφέρης, Μικρασιάτικα). «Οι άνθρωποι είναι άγριοι και οργισμένοι και κακοί, επειδή θέλουν να τα κάνουν όλα κι επειδή δεν εξουσιάζουν το χρόνο». Αυτή η θέληση κι αδυναμία, θα τους οδηγήσει και κρατήσει στις καταστάσεις απανθρωπικής ακρότητας.

 

Κωνσταντινούπολη, 1955. Απόσπασμα από το κείμενο του αρχ. Βασιλείου Γοντικάκη «Η Μεγάλη Ιδέα ενός μικρού λαού» (πηγή: antifono.gr): Φτάνομε στὰ «Σεπτεμβριανά» (6η καὶ 7η) τοῦ 1955. Ἐφαρμόζεται ὀργανωμένη ἐξόντωσι, σὲ λίγες ὧρες, τῶν ὀρθοδόξων Ρωμηῶν. Παρουσιάζεται τὸ κεκρυμμένο πρόσωπο τῆς μανίας ποὺ περιμένει πολὺ γιὰ νὰ δράση μιὰ στιγμή. Συγκεντρώνονται ἀθόρυβα ἑκατὸ χιλιάδες κακοποιοί. Βγαίνουν ἀπὸ τὶς φυλακὲς εἰκοσιπέντε χιλιάδες ἐγκληματίες. Ἐξοπλίζονται μὲ ρόπαλα, λοστάρια καὶ τσεκούρια. Ἐξαπολύονται γιὰ τὴν ἐπίθεσι κατὰ ἀπροστάτευτων καὶ ἥσυχων πολιτῶν. Καλύπτονται ἀπὸ τὰ σώματα ἀσφαλείας. Ξαφνιάζουν ἀνυποψίαστους καὶ νομοταγεῖς ἀνθρώπους ποὺ πρέπει νὰ ἐξαφανισθοῦν ἐπειδὴ ἔχουν διαπράξει τὸ ἔγκλημα νὰ εἶναι γηγενεῖς ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Δὲν πρόκειται γιὰ ἐκτροπὴ ἀκραίων στοιχείων ποὺ ξεσποῦν παράφορα (αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβῆ σὲ κάθε κοινωνία) ἀλλὰ γιὰ ἐγκληματικὴ ἐνέργεια ποὺ συλλογικὰ καὶ ἐν ψυχρῷ ὀργανώνεται ἀπὸ τὴν κρατικὴ ἐξουσία. Σὲ λίγες ὧρες καταστρέφουν 4.348 ἐμπορικὰ καταστήματα, 2.000 σπίτια, 110 ξενοδοχεῖα, 21 ἐργοστάσια, 26 σχολεῖα, 29 φαρμακεῖα, 73 ἐκκλησίες. Πετοῦν στοὺς δρόμους τὰ ἱερὰ κειμήλια τῆς πίστεως· τὴν περιουσία καὶ τὸν κόπο μιᾶς ζωῆς. Κανένα τουρκικὸ κατάστημα δὲν θίγεται. Κανένα ἑλληνικὸ δὲν σώζεται. Φανερώνεται τὸ μέγεθος τῆς μοχθηρίας καὶ ἀκρίβεια τῆς προετοιμασίας. Βεβηλώνουν καὶ γκρεμίζουν ἐκκλησίες. Βιάζουν γυναῖκες καὶ παιδιά. Ἀφοδεύουν στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Κατασκάβουν τοὺς τάφους τῶν Πατριαρχῶν. Σκορποῦν στοὺς δρόμους τὰ σώματα τῶν πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες κεκοιμημένων.

 

Ας σημειώσουμε πως και ο Ιονέσκο και ο Σεφέρης έζησαν έναν αιώνα κατά τον οποίο τα θύματα των γενοκτονιών ξεπέρασαν τα 90 εκατομμύρια… Πώς να «υποφέρει τον εαυτό της η ανθρωπότητα», τη στιγμή που το μέλλον της ηγούνται «πολιτικοί που δεν αγαπάνε τους ανθρώπους»; Δεν είπε κανείς, βέβαια, ότι αυτή είναι η δουλειά τους. Τί άλλο μένει λοιπόν, από την προώθηση – μέσω όλων των μορφών πολιτισμού – της καλλιέργειας – με προσωπικά αναλαμβανόμενη ευθύνη και κόστος – της «εσωτερικής ελίτ» του ανθρώπου; Όμως το κακό έχει την «δεξιότητα» της διαβολής και προσαρμογής. Δεν αφήνει ούτε την «εσωτερική ελίτ» αδιάφθορη, όσο περνάει από το χέρι του και συμφέρει την τσέπη του. «Ιδεολογίες, θρησκείες, αντι-θρησκείες, φιλοσοφικές διδασκαλίες, δεν προσέφεραν, φαίνεται, παρά προσχήματα στη βία». Ας μην παραβλέπουμε πως «έστω λίγα ελαττώματα στην εκκλησία ή λίγη βλακεία στο σχολείο ή λίγη αδικία στο δικαστήριο ή λίγη βαρβαρότητα στις καλές τέχνες, δίνουν τεράστια υποστήριξη στο κακό» (Ν. Βελιμίροβιτς).

Ο κόσμος είναι αφιονισμένος και τα κράτη τού ποτίζουν αυτή την υπνηλία γιατί τα συμφέρει η κατάστασή του. Ας ρίξουμε μια ματιά στο κείμενο «Τα Πράσινα Ανθρωπάκια» (George Steiner, Νοσταλγία του Απολύτου) της διάλεξης του George Steiner (1974) και θα βρούμε εκεί μέσα συγκεντρωμένο σχεδόν κάθε αφιόνι πάνω στο οποίο, συνειδητά ή και απλώς ευκαιριακά («serendipity»), επένδυσαν στο να χαζέψουν τον άνθρωπο (τον δυτικό πάντα) τα τελευταία, καταλήγοντας σε μια τεράστια βιομηχανία παραγωγής και προώθησης ανορθολογισμού, αντιεπιστημονισμού, μεταφυσικής υποσίτισης και συνειδησιακής σκουπιδοποίησης:

Αστρολογία («στις ΗΠΑ ο αριθμός των αστρολόγων είναι τριπλάσιος του συνολικού αριθμού φυσικών και χημικών που σχετίζονται με επαγγελματικούς οργανισμούς» – το 1974, επαναλαμβάνω), φωτεινά ιπτάμενα αντικείμενα, ufo, άνθρωποι με μαντικές και ψυχοκινητικές ικανότητες που τους μετέδωσαν τα τελευταία (βλ. Uri Geller), εξωγήινοι επισκέπτες, γεωαποτυπώματά τους, τηλεπάθεια, αστρισμός, μέντιουμ, θαυματοποιοί που λυγίζουν κουτάλια, παιδιά των λουλουδιών, πιστοί του Χάρε Κρίσνα, του Μαχαρίσι, του Nirvana, των «αφράτων εφήβων που έρχονται με την Air India και ισχυρίζονται ότι είναι η Οδός και το Φως […]αραδιάζουν απερίγραπτα κλισέ για τις θεραπευτικές ικανότητες της Αγάπης και σκορπίζουν ροδοπέταλα με τα κοντόχοντρα δάχτυλά τους», σατανιστικά σκουπίδια, πορνογραφία φόνου, οριενταλισμός (Γιόγκα, Ζεν, Τάο, Υπερβατικός Διαλογισμός), θεωρίες συνωμοσίας (πόσες να ‘ναι αυτές που είναι και «παμφάγες» ως concepts!) κ.ά.

Μα, αν από τη μια «ο Διαφωτισμός αποδεικνύεται ανεπαρκής» – το αίσθημα του Δυτικού πολιτισμού διατρέχει μια «έντονη κρίση εμπιστοσύνης στον εαυτό του» (G. Steiner) – και από την άλλη έχουμε πήξει σε ευτελείς μεταφυσικές – ευτελίζουν τον άνθρωπο ως ον αγαπητικής σχέσης και ασυμβίβαστο με τον θάνατο – πού να στραφεί ο άνθρωπος; Ας ακούσουμε τον φίλο Ευγένιο και «ας καλλιεργούμε τον κήπο μας κι ας προσευχηθούμε, ίσως» («σε ποιον, όμως, να απευθύνουμε τις προσευχές μας;»), ας αναζητήσουμε ευθύνες και προοπτικές στην «εσωτερική μας ελίτ», ας βρούμε «παρηγοριά στη ομορφιά» και τίποτα αγενέστερο αυτής. «Θα σώσει τον κόσμο» (Φ. Ντοστογιέφσκι). Ας της το επιτρέψουμε υποφέροντές την στο μαραμένο εσωτερικό μας κι όχι των άλλων, ότι «ἐντός ὑμῶν ἐστιν» και θέλει πότισμα.

Είμαστε μοναχοί, όχι μόνοι. Έχουμε την ανθρωπότητα, τους κόπους και το αίμα των δικαίων και αγωνιστών, όποιο κι αν ήταν το πόστο και η κλίση τους. Πρέπει να το δεχτούμε κι εργαστούμε ως έχει. «Ο άνθρωπος, ακριβώς για να ζήσει και δράσει, δε μπορεί να αποφύγει να θέσει στον εαυτό του το εσχατολογικό πρόβλημα. Αν δε το θέσει, μένει στάσιμος. Αν δεν υπάρχει προορισμός, ο άνθρωπος δε μπορεί να αρκεσθεί στην ατομική του μοίρα, έχει ανάγκη να πιστεύει στο μέλλον της ανθρωπότητας». Και «τί σημαίνει πολιτισμός», τελικά, κατά τον Ευγένιο; «Σημαίνει να καταστήσουμε τους ανθρώπους ικανούς να σκεφθούν, ο καθένας στη μοναξιά του, συνεισφέροντας στο σύνολο τον καρπό των σκέψεών τους για να αναπτυχθεί το άτομο, να σκεφτεί».

Μία πιο συγκεκριμένη λύση-διέξοδος από το πόστο του Ιονέσκο (θεατρική λογοτεχνία), λοιπόν: «Μόνο η τέχνη κι η φιλοσοφία – τα ζωντανά ερωτήματα – μπορούν να κρατούν σε εγρήγορση την ανθρωπότητα και να εμποδίζουν την ψυχή ν’ αποκοιμηθεί […]μπορούν να αναπτύσσουν ό,τι αποτελεί την εσωτερική μας ελίτ». «Η τέχνη» – «το μόνο σύστημα ζωής και έκφρασης που μας λέει σχεδόν ό,τι δεν μπορεί να λεχθεί, το άλεκτο» – «συσκοτίζει καλύτερα, ανάμεσα σ’ αυτόν και τον άλλο κόσμο· μας οδηγεί προς τη νύχτα, η οποία μπορεί να είναι όμως έναστρη».

 

* Ο Νίκος Τουλαντάς είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και δημιουργεί ερασιτεχνικά από την ηλικία των 16 ετών. Ασχολήθηκε με την ποίηση, τη στιχουργική κι έπειτα κυρίως με την δοκιμιογραφία. Υπάρχει και ως αρθρογράφος, από τον Ιούνιο του 2020, καθώς μία ημέρα ξύπνησε πεπεισμένος ότι μπορεί να συνθέσει πληροφορία, εκφράζοντας με αρθογραφικό τρόπο τις σημειώσεις και μελέτες του, τις οποίες πραγματεύεται αρκετά πιο αποσυμπιεσμένα κι εκτεταμένα στα κείμενά του (τα δοκιμιακά). 
Διατηρεί προσωπικό portfolio με όλα του τα αρθρογραφικά κείμενα: https://nikolaostoul.wixsite.com/grafopaignia
Έχει δύο επίσημες αναγνωρίσεις στο χώρο της λογοτεχνίας: 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/9ος Παγκόσμιος Διαγωνισμός Λογοτεχνίας (Ε.Π.Ο.Κ, 2018) 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/κατηγορία Νέων 18 έως 30 ετών/ 2ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Πεζογραφίας (περιοδικό «Κέφαλος», 2020). 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here