«O Ελαφοκυνηγός» του Μάικλ Τσιμίνο: Η διαχρονική ταινία της απόλυτης αποδόμησης του μύθου

 

 

Ίσως ποτέ άλλοτε ο εθνικός ύμνος της Αμερικής δεν τραγουδήθηκε με μεγαλύτερη απόγνωση και τραγικότητα, όσο στο αδιαμφισβήτητο αντιπολεμικό αριστούργημα του «καταραμένου σκηνοθέτη» Μάικλ Τσιμίνο, που επιμένει από την αρχή έως το φινάλε να επισημαίνει ότι κάποια γεγονότα, και κυρίως κάποια συναισθήματα, δεν μπορούν να ξεχαστούν ποτέ όσο κι αν προσπαθήσει (ή προσποιηθεί) κανείς

«O Ελαφοκυνηγός» του Μάικλ Τσιμίνο

Η ταινία της απόλυτης αποδόμησης του μύθου. H αρχή του τέλους. Η ταινία που ψάχνει τα συντρίμμια μετά την καταστροφή. Αυτές και άλλες τέτοιου είδους παρομοιώσεις έρχονται στο μυαλό όταν σκεφτεί κανείς αυτό το αριστουργηματικό φιλμ. Μία δημιουργία που το 1978, ίσως τολμηρά όσο καμία, επιλέγει να αφήσει έξω τους ηρωισμούς, τα ψέμα με τις πολιτικές προεκτάσεις τους, και να μπει στην ουσία, μέσα στους ανθρώπους για να αποδείξει όχι επιχειρηματολογώντας αλλά με τη συναισθηματική της νοημοσύνη, πόσο αληθινή τελικά ήταν η φράση: «Ο βρόμικος πόλεμος του Nam» (Vietnam). Πως, γενικότερα αν θέλεις, o πόλεμος έχει μία και μοναδική διάσταση, αυτή του πόνου, τίποτε άλλο. Μια απόλυτη, ανελέητη εισβολή της φρίκης στο σώμα αλλά κυρίως στην ψυχή. Μετά από αυτό τίποτε δεν μπορεί να είναι πια το ίδιο.

Η ταινία περιγράφει την ιστορία τριών Ρώσων μεταναστών που ζουν στην Αμερική, σε μια μικρή βιομηχανική πόλη, δουλεύοντας στο τοπικό εργοστάσιο σιδήρου και κατατάσσονται οικειοθελώς στο στρατό που αναχωρεί για να τον πόλεμο του Βιετνάμ, αμέσως μετά τον γάμο ενός από αυτούς. Είναι ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι και αντιμετωπίζονται από την τοπική κοινωνία ήδη ως ήρωες. Την επόμενη μέρα του γάμου αποφασίζουν μαζί με άλλους φίλους να πάνε στο βουνό για κυνήγι ελαφιών. Εκεί σηματοδοτείται ίσως και το τέλος της ζωής που έχουν ζήσει ως τότε, γιατί η εμπειρία τους στον πόλεμο θα αλλάξει αυτούς και όλους όσους βρίσκονται κοντά τους. Ο τρόμος, η βία και οι ακρότητες θα αφήσουν πληγές πάνω τους και μέσα τους οι οποίες δεν πρόκειται να κλείσουν ποτέ.

Σκηνοθέτης του φιλμ είναι ο Μάικλ Τσιμίνο, οποίος με την κινηματογραφική του πορεία ίσως τελικά και να έκανε πραγματικότητα τη βασική ατάκα της ταινίας: «One shot» (Μια βολή). Πράγματι, το φιλμ θεωρήθηκε ως μια φωτοβολίδα στην γενικότερα μέτρια καριέρα του  ιταλοαμερικάνου σκηνοθέτη, του οποίου «Η Πύλη της Δύσης» που γυρίστηκε λίγα χρόνια αργότερα θεωρείται ακόμη και σήμερα ως μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές αποτυχίες στην ιστορία του Χόλιγουντ. Αυτή η συγκεκριμένη βολή όμως, βρίσκει απόλυτα το στόχο της. Ο Τσιμίνο χωρίζει την ταινία του σε τρεις βασικές πράξεις, εκ των οποίων οξύμωρα αυτή που στιγματίζει τους ήρωες έχει τη μικρότερη διάρκεια. Η σκόπιμη νοηματικά μακροσκελής σκηνή του γάμου εισάγει το θεατή στη ζωή, την καθημερινότητα των πρωταγωνιστών και εμβαθύνει στους χαρακτήρες, μεταπηδώντας περίτεχνα από τον έναν στον άλλο. Οι σεκάνς της χαράς του ευτυχισμένου γεγονότος αποτυπώνονται υπερβολικές, σχεδόν μανιακές, ενώ όλοι οι πρωταγωνιστές κάτω από τα καλά τους ρούχα κρύβουν πάθη, προβλήματα, ανασφάλειες. Το ποτό ρέει άφθονο και η μέθη αλλάζει, εκνευρίζει τους χαρακτήρες, μετατρέποντας την χαρά τους σε βίαιο πόνο. Όλα δείχνουν γιορτινά αλλά ταυτόχρονα, ίσως και με τη βοήθεια των λήψεων και των χρωμάτων, μετατρέπονται σε μίζερα και λειψά σκηνικά τελετουργικού μηδενισμού. Η ζωή των πρωταγωνιστών αλλάζει εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μπροστά στα μάτια τους. Κι αυτοί, ανήμποροι να αντιδράσουν μοιάζουν να μαρτυρούν υστερικά τον επερχόμενο βασανισμό τους. Το κυνήγι της επόμενης ημέρας, ως μια αλληγορική σκηνή ενηλικίωσης, έρχεται να σφραγίσει την αρχή του τέλους. Τα φυσικά τοπία φαντάζουν βραχώδη και επικίνδυνα, αλλά ταυτόχρονα δίνουν μια αίσθηση οικειότητας, ηρεμίας και μεγαλοπρέπειας. Εκεί ο άνθρωπος μοιάζει να μην ταιριάζει. Η αγριότητα της φύσης δεν μετατρέπεται σε φρίκη. Ως μια μακάβρια διασκευή του πασίγνωστου animation «Μπάμπι», όντας όμως ο θύτης ταυτόχρονα και θύμα, οι ίδιοι οι κεντρικοί χαρακτήρες σκοτώνουν τη μητέρα τους, μένοντας μόνοι στο σκοτεινό δάσος του πολέμου.

Το φιλμ του Τσιμίνο διαδραματίζεται γύρω από τον πόλεμο -ο οποίος προφανώς και παραμένει το σημείο κλειδί που αλλάζει για πάντα τις ζωές των ανθρώπων- όμως πολύ εύστοχα και δημιουργικά το σημείο αυτό δεν εξηγείται, δεν αφηγείται. Οι πρωταγωνιστές βρίσκονται αιχμάλωτοι με την ψυχή και το σώμα ήδη βαθιά πληγωμένο, κατακρεουργημένο από τη βία. Ο σκηνοθέτης, μέσω της αφήγησης (και κυρίως στο τρίτο μέρος του φιλμ) αρνείται οποιαδήποτε αποκόμιση εμπειρίας, σοφίας ή ορθής σκέψης από τον πόλεμο, τον οποίο βλέπει ολοκληρωτικά ως το απόλυτο λάθος. Ως το υπαρξιακό κακό, το ανομολόγητο μαρτύριο του σώματος αλλά κυρίως του συναισθήματος, της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι στρατιώτες δεν θα μετατραπούν ποτέ σε ήρωες, αντιθέτως θα βγουν γυμνοί στο κατώφλι του θανάτου και το σοκ της βίας θα ποτίσει τα ρούχα τους, όπως ακριβώς και το μυαλό τους, στο αίμα. Από ένα τέτοιο κολαστήριο Ο Τσιμίνο θεωρεί αδύνατο να δραπετεύσει κανείς, να αντέξει, να ζήσει, να αισθανθεί. Και το μαύρο θα συνεχίσει να απλώνεται, να καταστρέφει όλους όσους βρίσκονται γύρω από τους καταραμένος. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό στο φιλμ η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολογίας για την αποστολή το Βιετνάμ (άλλωστε, κάπως έτσι δεν έγινε και στην πραγματικότητα;) γιατί όλα αυτά τελικά δεν έχουν ουδεμία σημασία …

Από τον πρώτο στον τελευταίο ρόλο, όλοι ηθοποιοί, οι περισσότεροι νεαροί τότε, ανταποκρίνονται άψογα στις ανάγκες αυτής της ομολογουμένως πολύπλοκης δημιουργίας. Οι τρεις βασικοί ανδρικοί ρόλοι, οι τρεις φίλοι που πηγαίνουν τελικά στον πόλεμο του Βιετνάμ, αναποδογυρίζουν με την πορεία τους το μύθο της πνευματικότητας, ξεκινώντας από τα σύμβολα προσδιορίζουν την συνοχή της κάθε ύπαρξης. Ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, αφήνοντας το στίγμα του σε ακόμη μία ερμηνεία, στέκεται ως ο φαινομενικά πιο αλώβητος μπροστά σε όλο αυτό το παραλήρημα. Σιωπηλός και ψυχρός στην αρχή, μοιάζει με το φροϋδικό Υπερεγώ που κρύβεται βαθιά μέσα στον καθένα. Το βλέμμα του μαγνητίζει, προσπαθώντας μάταια να κρατηθεί συναισθηματικά μακριά από όλο αυτό που του συμβαίνει, να προσαρμοστεί και να ζήσει. Είναι ο ίδιος που δοκιμάζει να σπάσει, στη λυτρωτική σκηνή της επιστροφής, το παρανοϊκό τελετουργικό του αίματος και της φρίκης απαρνούμενος τη βία ως αντικείμενο έκφρασης σε μια απελπισμένη απόπειρα να κρατήσει οτιδήποτε έχει μείνει όρθιο. Η ζωή του μετά τον πόλεμο μετατρέπεται, μέσω μιας θαρρείς αρχαιοελληνικού τύπου δραματουργίας, σε ένα σισύφειο μαρτύριο διαρκούς προσπάθειας συνειδητοποίησης του πόνου, της απώλειας, της χαμένης αθωότητας. Χαρακτηριστική δε είναι η σκηνή της απομόνωσης στο δωμάτιο του επαρχιακού μοτέλ, αφού έχει αποφύγει εσκεμμένα τη γιορτή της επιστροφής που έχει οργανωθεί προς τιμή του. Μιλώντας ελάχιστα, εξηγώντας ακόμη λιγότερα, άλλα με βλέμμα που λαβώνει βαθιά, ο Ντε Νίρο μας παραθέτει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και σίγουρα την πιο ανθρώπινα δραματική. Ο Τζον Σάβατζ, ο δεύτερος φίλος, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αντιπροσωπεύει το κατακρεουργημένο Εγώ. Αυτό που έχει βάναυσα πληγωθεί, το Εγώ της απόγνωσης. Το σώμα γίνεται θυσία στον βωμό της βίας, ακρωτηριάζεται, ενώ το χαμόγελο του γάμου και της συμβολικής ένωσης, μετατρέπεται σε μάσκα πόνου. Χαμένος στους κρύους διαδρόμους του νοσοκομείου των τραυματιών πολέμου, αποφεύγει την επαφή και νιώθει ότι οι δεσμοί, η επικοινωνία, ακόμη και αυτή με το ίδιο του το σώμα, έχουν χαθεί, έχουν κυριολεκτικά κοπεί για πάντα. Ο Κρίστοφερ Γουόκεν από την άλλη, στην πληρέστερη ομολογουμένως ερμηνεία της καριέρας του, αντιπροσωπεύει την πιο τραγική ίσως πτυχή της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του. Το Εγώ που μετατρέπεται σε ασυνείδητο και μένει για πάντα εκεί. Που δεν μπορεί να επιστρέψει, που τα τραύματά του γίνονται η δεύτερη φύση του. Που σκόπιμα κρατά ανοικτές τις πληγές που του έχει αφήσει το γεγονός εκείνο που σημάδεψε τη ζωή του. Το μυαλό έχει ήδη σπάσει, θρυμματίστηκε. Δεν μπορεί και δεν θα ξεπεράσει ποτέ το σοκ. Λίγες στιγμές πριν το τέλος, όταν ο εαυτός, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, επιχειρήσει να συνειδητοποιήσει που είναι, τι συμβαίνει, τι κάνει ή τι έχει κάνει, όταν πια δεν υπάρχει άλλη διέξοδος στην παραίσθηση, το ασυνείδητο μεταμορφώνεται σε συνειδητό και σε μια σκηνή που η ένταση τα συναισθήματα και η αγάπη κορυφώνονται, γενναία θα διαλυθεί, θα αυτοκαταστραφεί. Τελικά, ίσως αυτοί οι τρεις χαρακτήρες να αντιπροσωπεύουν έναν και μόνο άνθρωπο, αυτόν που χάνει και συναίσθημα και λογική και παιδικότητα μπροστά στη φρίκη του πολέμου, αφήνοντας τα πάντα στα χαρακώματα και στις λασπωμένες ζούγκλες. Εκεί που τα φωτισμένα καράβια θα συνεχίσουν να κυλούν στο ποτάμι της Saigon (φέρνοντας στο νου ένα άλλο εφιαλτικό αντιπολεμικό αριστούργημα, το «Αποκάλυψη τώρα» του Φράνσις Φορντ Κόπολα). Εκεί που η αγριότητα του φυσικού τοπίου μοιάζει με παιδική χαρά μπροστά στην αγριότητα των ανθρώπων.

Οι ανοιχτές πληγές είναι τόσο βαθιές, τόσο μολυσμένες, που ούτε ο έρωτας δεν μπορεί να κλείσει. Ο έρωτας, το χάδι, η συμπόνια, η αγάπη, όλα αποτυπωμένα στο πρόσωπο μιας εξαιρετικής Μέριλ Στριπ. Η μοναδική κύρια γυναικεία μορφή του δράματος μοιάζει τόσο μικροσκοπική και αμήχανη μπροστά σε ό,τι διαδραματίζεται, κι όμως, η παρουσία της και μόνο είναι ικανή να εκφράσει την παρηγοριά, τη λύτρωση. Ολοκληρώνοντας, αξίζει κανείς να αναφερθεί ίσως στον πιο αδικοχαμένο ηθοποιό της γενιάς του, τον Tζον Καζάλ, ο οποίος βρίσκει τον τελευταίο και ίσως σημαντικότερο ρόλο της ζωής του στο πρόσωπο του Σταν, του ψευτονταή φίλου της παρέας. Ο ίδιος πέθανε λίγο μετά από το τη λήξη των γυρισμάτων χτυπημένος από τον καρκίνο (εξάλλου, η εξάντληση του είναι πολλές φορές εμφανής κατά τη διάρκεια των σκηνών).

Ο «Ελαφοκυνηγός» μπορεί να οριστεί ως μια διαχρονική κινηματογραφική κατάθεση ψυχής. Μια ταινία που περιγράφει τον πόλεμο και τις συνέπειές του (παρότι ουσιαστικά δείχνει ελάχιστες σκηνές από αυτόν) ως έναν βιασμό του σώματος και κυρίως της ψυχής και του συναισθήματος. Ένα ατέλειωτο μαρτύριο που κυνηγά τους ανθρώπους, που τους καταδιώκει και τελικά μοιραία τους κυριεύει. Ένα προαιώνιο κακό που περνάει ανεξαιρέτως πάνω από όλους και που πίσω του δεν αφήνει τελικά τίποτε. Βλέποντας ξανά και ξανά το ποιητικό του φινάλε σημαδεμένο από μια βαθιά ειρωνική και ταυτόχρονα άκρως πολιτική σκηνή, με τους πρωταγωνιστές να ψιθυρίζουν ξέπνοα τον εθνικό ύμνο της χώρας τους και το σπαρακτικό σκορ του Στάνλεϊ Μάιερς να ακούγεται στο μπακράουντ, δεν μπορείς παρά να συναισθανθείς την απτότητα του ανθρώπινου θρήνου, το μεγαλείο του κινηματογράφου και την ισοπέδωση, όχι μόνο του αμερικάνικου, αλλά και όλων των άλλων ψεύτικων ονείρων.

 

Πάνος Αχτσιόγλου

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here