Οὐχ ὕβρις τάδε; Με αφορμή την αναδρομική έκθεση του Γιάννη Μόραλη και τη φιλία του με τον Νίκο Νικολάου

Γεωργία Κακούρου Χρόνη

 

Η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Γιάννη Μόραλη στο Μουσείο Μπενάκη (της οδού Πειραιώς· η έκθεση παρατάθηκε έως τις 10 Φεβρουαρίου) στέκεται με συγκίνηση στη σχέση Μόραλη και Νικολάου. Την καλλιτεχνική πορεία του Νίκου Νικολάου (1909-1986) ιχνηλατήσαμε στις δυο μεγάλες εκθέσεις: την αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη (1991) και στην έκθεση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης στο Μέγαρο Εϋνάρδου με τα «Σχέδια 1929-1986» (2017).

Οι δύο καλλιτέχνες συναντήθηκαν, σπουδαστές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στο Εργαστήριο του Ουμβέρτου Αργυρού και δέθηκαν με στενή φιλία, που διατηρήθηκε αδιάπτωτη έως το τέλος, και οδήγησε τελικά και τον Μόραλη στην Αίγινα.

Το κοινό τους ταξίδι στη ζωή και στην τέχνη εκκίνησε το 1937, για τη Ρώμη πρώτα και ύστερα για το Παρίσι, όταν ο Μόραλης κέρδισε την υποτροφία (δεύτερος ο Νικολάου) και, όπως είχαν προαποφασίσει, την μοιράστηκαν. Για το «Γυμνό» που χάρισε το ταξίδι στους δυο φίλους ο Μόραλης έχει μιλήσει απαξιωτικά («σαχλή πόζα!»)· κατανοητό για τον καλλιτέχνη που ξεπέρασε τα τοτινά του όρια. Ωστόσο, το έργο αυτό συγκινεί, γιατί παραμένει αδιάψευστος μάρτυρας των θεμελίων μιας ζηλευτής φιλίας· σαν εκείνης που ορίζει ο Αριστοτέλης: «Τελεία δ’ ἐστὶν ἡ τῶν ἀγαθῶν φιλία καὶ κατ’ ἀρετὴν ὁμοίων («Ηθικά Νικομάχεια»). Όπως συγκινεί και η προσωπογραφία τους φιλοτεχνημένη από τον Μόραλη επίσης το 1937. Και οι πίνακές τους που στέκονται δίπλα δίπλα και απαθανατίζουν το «Κεφάλι γριάς» και αναβιώνουν την αγαστή συνομιλία των δύο καβαλέτων κι ας ομιλούν γλώσσες ξέχωρες.

Σήμερα  τον Νίκο Νικολάου συναντάμε στην «Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα», εκεί όπου ο Άγγελος Δεληβορριάς κατάφερε να συνακούγονται ισόρροπα όλες οι φωνές που, πολλές φορές και εν τη αντιθέσει τους, συνέθεσαν το πρόσωπο της Ελλάδας κατά το μεσοπόλεμο. Είναι το Μουσείο που απαιτεί την αφοσιωμένη μελέτη μας προκειμένου να κατανοήσουμε και να αξιοποιήσουμε τη μεγάλη εθνική προσφορά του.

Στον περιορισμένο χώρο του ο Άγγελος Δεληβορριάς επιτυγχάνει να μας δώσει τις απαραίτητες νύξεις για να αναπολήσουμε τη διαδρομή του Νίκου Νικολάου στη ζωή και στην τέχνη του: το παλιό νησιώτικο τραπέζι με τα σύνεργα της ζωγραφικής και τις ζωγραφισμένες πέτρες του· δίπλα το πιθάρι με τα μπαστούνια του από το σπίτι της Αίγινας· και χαρακτηριστικοί πίνακες, από την γυναικεία «Φιγούρα» του 1934 έως το «Δεντρολίβανο» του 1983, με τα εμβληματικά «Γυμνά κάτω από μια συκιά» (1978)· παρούσες σχεδόν όλες οι τεχνικές του: ελαιογραφία, εγκαυστική, νωπογραφία.

To τραπέζι του Νικολάου με τα σύνεργα ζωγραφικής και η προσωπογραφία του φιλοτεχνημένη από τον Μόραλη. Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα

Σ’ αυτή τη γωνιά και η τρυφερότερη μνεία για τη σχέση του Νικολάου με τον Μόραλη, αποκαλυπτική ταυτόχρονα και για το χιούμορ του δεύτερου. Ο Γιάννης Μόραλης φιλοτέχνησε την προσωπογραφία του Νικολάου – υδατογραφία και μελάνι σε χαρτί – το 1938. Στην αριστερή άκρη του πίνακα έχει γράψει: «η ελαφρά συγκοπή της καρδίας· μερική· αδενοπάθεια πελασγός· Ηρακλής· καρδιακός· ευέσθητος αρχαιοκάπηλος αραβωνιασμένος· συγγραφεύς ερωτικών επιστολών εις την γαλλικήν που δεν γνωρίζει» και στη δεξιά: «τακτικός πελάτης κλινικών και ιατρείων· κιθαρωδός ζωγράφος· τζατζ με τα κουτάλια· κτλ. κτλ. (;)». Φανερή – πέρα από το χιούμορ και την περιπαικτική διάθεση – και η αδυναμία του Μόραλη στην ορθογραφία.[1]

Το Ξενία της Σπάρτης

Ο Νίκος Νικολάου επιζήτησε να συνδεθεί με ό,τι ως κληρονομιά έφερε βαθιά μέσα του· να συνδεθεί με την ελληνική παράδοση απεκδυόμενος τα επιφανειακά πλουμίδια του Μονάχου ή του Παρισιού. Μαθήτευσε στη φύση, από την οποία διδάχτηκε την αρετή της «Λιγοσύνης»· έμαθε ν’ αξιοποιεί το ελάχιστο και να του αποσπά τα μέγιστα, κατά το πιο δύσκολο και πιο «ελληνικό» μυστικό, όπως το αποκάλυψε ο Οδυσσέας Ελύτης, και που οδήγησε τον Νικολάου στη γεωμετρική τέχνη, στη μελέτη του Κούρου, κι ας καμπύλωσε η γραμμή του για να αποδώσει κυρίως το σαρκώδες γυναικείο σώμα. Υποταγμένος, στην καθορισμένη από τον ίδιο πειθαρχία στο σχέδιο και το χρώμα, επεδίωξε η καμπύλη του να κρατήσει τη δύναμη του ελάσματος που αν ελευθερωθεί θα επιστρέψει στην ευθεία χωρίς να χάσει τίποτα από την έντασή της.

Η διεξοδική μελέτη της τοιχογραφίας, αρχαίας και βυζαντινής, τον οδήγησε στις δικές του τοιχογραφίες (Πάντειος, Λέσχη Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Θέατρο Μουσούρη κ.ά.), ανάμεσά τους κι αυτή στο ρημαγμένο – κι ας έχει χαρακτηριστεί μνημείο της νεότερης αρχιτεκτονικής – Ξενία της Σπάρτης. Ένα Ξενία που γνώρισε λαμπρές ημέρες καθώς ήταν χτισμένο σε γήλοφο από όπου η ματιά αγκάλιαζε ολόκληρη την πόλη, τα δυο της βουνά και την κοιλάδα του Ευρώτα. Τα πεύκα, οι ευκάλυπτοι και τα κυπαρίσσια καθώς και το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος παραστέκουν ακόμη τα κουφάρια του ξενοδοχείου καθώς και τις επιπόλαιες απόπειρες της δημιουργίας μιας «παιδικής χαράς» που δεν χάρηκαν ποτέ τα παιδιά.

Η είσοδος του Ξενία. Διακρίνεται το έργο του Νικολάου. Φωτογραφία Λία Λιάκου

Πριν δέκα ακριβώς χρόνια είχα δημοσιοποιήσει φωτογραφίες της τοιχογραφίας που είχε τραβήζει η φίλη Λία Λιάκου. Οι τωρινές δείχνουν ότι η καταστροφή συνεχίζεται. Εξακολουθώ να περπατώ στον λόφο, κι ας είναι πια επικίνδυνο. Το μικρό, παρατημένο δασάκι επιμένει να ανασαίνει και να θωπεύει ό,τι η αδιαφορία μας σκοτώνει.

«Οὐχ ὕβρις τάδε;». Η απάντηση – δυστυχώς – καταφατική για τους Σπαρτιάτες! Πόσο μάλλον που ο ίδιος ο Νικολάου ανάγει την καταγωγή του στα Χρύσαφα, από όπου η οικογένειά του μετανάστευσε το 1853 στην Ύδρα, όπου μετά τα ορλωφικά (1770) κατέφυγε και το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του οικισμού που ήκμασε κατά τον 17ο αιώνα. «Είμαστε παλιοί λαοί», είχε επισημάνει ο Νίκος Νικολάου, αλλά ούτε κι αυτή η επίγνωση απέτρεψε την ασέβειά μας.

Η τοιχογραφία του Νικολάου το 2009. Φωτογραφία Λία Λιάκου

 

 

 

 

 

[1] Όσοι επισκέφτηκαν την αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη θα παρατήρησαν την ανορθογραφία του Μόραλη και στις πρώτες του ξυλογραφίες. Ευχαριστώ θερμά, κι από εδώ, τον Βασίλη Πασχαλίδη που ανταποκρίθηκε αμέσως στην παράκλησή μου να μου στείλει φωτογραφίες της προσωπογραφίας του Νίκου Νικολάου από την Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα.

Print Friendly, PDF & Email

5 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Πόσο γλυκοαγκάλιασες τη φιλία αυτή, Γεωργία μου. Δεν ξεχνώ την αγάπη στο βλέμμα του Μόραλη όταν μιλούσε για τον Νικολάου… αυτά τα λίγα που έλεγε. Αυτά τα λίγα ψιθυρίζει και η τοιχογραφία του Νικολάου στο Ξενία της Σπάρτης, ακόμη και έτσι, βεβηλωμένη. Και σαν να μην είναι ολομόναχη, αφού την αγκάλιασε το βλέμμα σου και τα λόγια σου. Σ’ ευχαριστούμε για τον περίπατο σε τόπους και σε καρδιές, κι ας έφερε λύπη, λύπη μαζί με νοσταλγία και σιγουριά όμως για το Ωραίο.

  2. Πάντα ενημερωμένη και ανήσυχη, θίγετε με ήθος και γνώση, τα κακώς κείμενα της εποχής που ζούμε! Δυστυχώς, δεν είναι το μόνο «Ξενία» που ερήμωσε. Τα «Ξενία» είναι όντως αρχιτεκτονικά μνημεία και χτισμένα στα ωραιότερα σημεία της Ελλάδας. Όσο για τις ευγενείς προσωπικότητες της Τέχνης που αναφέρετε, αναρωτιέμαι το πώς θα σχολίαζαν τη σημερινή απαξίωση του Πολιτισμού…

  3. Πάντα ενημερωμένη και ανήσυχη, μας διδάσκετε – με ήθος και γνώση – τις αξίες, στα κακώς κείμενα των καιρών μας. Δυστυχώς, δεν είναι αυτό το μοναδικό «Ξενία» που ερήμωσε. Τα «Ξενία» είναι αρχιτεκτονικά μνημεία και χτισμένα στα καλύτερα σημεία της Ελλάδας. Όσο για τις ευγενείς προσωπικότητες της Τέχνης που αναφέρεστε, αναρωτιέμαι πώς θα αποτύπωναν τη σημερινή απαξίωση του Πολιτισμού που βιώνουμε…

  4. Λες και μας ενοχλεί η ομορφιά και θέλουμε να την σκεπάσουμε με την ασχήμια μας. Μπορεί για να μην αισθανόμαστε μειονεκτικά με τις συγκρίσεις. Ευχαριστώ, Φωτεινή μου, για την αισιόδοξη κατάληξη «σιγουριά για το Ωραίο»· να το φωνάζουμε για να το ακούμε κι εμείς και να ενισχύουμε την πίστη μας.

    Ελένη μου, σ’ ευχαριστώ. Με συγκινεί αυτή η επικοινωνία με τους σπουδαστές μου, ειδικά με σπουδαστές, όπως είσαι εσύ, που έχουμε λόγους πολλούς να καμαρώνουμε.

    Να ευχηθούμε να λιγοστεύουν τέτοιου είδους καταγραφές. Καλό Σαββατοκύριακο!

  5. Οάσεις, τα άρθρα σου αυτά, αγαπημένη μου Γεωργία. Στ’ αλήθεια οάσεις, στην ξηρασία που καθημερινώς μας στεγνώνει και στην ερημία που διαρκώς απλώνεται γύρω μας και εντός μας. Και «ας είμαστε παλιοί λαοί», όπως γράφεις ότι είχε επισημάνει ο θαυμαστός και για πάντα αγαπημένος Νίκος Νικολάου, πλέον τίποτα δεν εξαλείφει την ασχημία. Αυτή μόνον με την μνήμη καταπραϋνεται και με ανθρώπους που αγαπούν τα έργα τα καλά και μας κάνουν κοινωνούς σε αυτά στέλνοντας στα μάτια μας -και στις καρδιές μας- αστραπές φωτός. Να είσαι πάντα καλά, φίλη αγαπημένη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here