Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Ο κύριος; Μήπως με θυμάστε;
Στο αεροδρόμιο, ο παλιόφιλος.
Ζεστός και ανοιχτόκαρδος, πάντα bon viveur και στη μετεξέλιξή του από δεκαπενταετίας, μασόνος, κατά δήλωσή του και με αποδείξεις -πρόθυμος να προσκομίσει.
Κι εγώ; Ως πάντοτε ένα τσουβάλι αγνώστου περιεχομένου -πατάτες έως πέτρες.
Το στέρεο απέναντι στο απροσδιόριστο.
Real life versus utopia.
Πάντως, λέει γελώντας, δεν άλλαξε ο Αλέκος, έμεινε παιδί…
Δυστυχώς άλλαξα.
Είχα θυμό και νόμιζα είχα τη δύναμη ν’ αλλάξω τον κόσμο. Ό,τι εγώ όρισα, όσα ορίσαμε ως δίκαια μπορούσαν να γίνουν από όραμα πράξη.
Σήμερα, «εν γη αλμυρά» νιώθω αδύναμος, αδύναμοι όλοι εμείς οι καμπόσοι «με δέκα δίκαιους ν’ αλλάξουμε τα Σόδομα της ζωής».
Δεν έχω θυμό, μόνο αποδοχή και κατανόηση. Ανεβαίνουν σταθερά, πλημμύρα σιωπηλή∙ έφτασαν ήδη στο στόμα, το κλείνουν.
Σιωπώ έντρομος, γιατί;…πλησιάζουν στη μύτη.
Σύντομα χωρίς αναπνοή.
Και πάντα στον ύπνο με το στόμα ανάσαινα τα όνειρα.
Χρονία ρινίτις, όχι μεταφυσική αγωνία -μη βιαστείς να με υψώσεις.
Άλλαξα∙ η δύναμη της Ουτοπίας έγινε αδυναμία του ρεαλισμού.
Έμεινα πάντως κάπου σταθερός∙ ο αδύναμος κρίκος.
«Στη ζήση αυτή που τη μισούμε…»
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here