Νίκος Ψιλάκης: Κι οι θάλασσες σωπαίνουν

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

Ένα από τα πιο σκοτεινά περιστατικά της ναζιστικής εποχής, η βύθιση του πλοίου Τάναϊς, που μετέφερε, κλεισμένους στ’ αμπάρια του, Έλληνες ομήρους, Ιταλούς αντιφασίστες, και όλους τους Εβραίους της Κρήτης.  Ο αφηγητής και ήρωας του μυθιστορήματος επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο είκοσι χρόνια μετά και αναζητεί τα ίχνη του πατέρα του, που είχε χαθεί το 1944, και ως αιτία της εξαφάνισης αναφέρεται ο πνιγμός του στο ναυάγιο. Εκείνος αποφασίζει να συνεχίσει το ψάξιμο, σεβόμενος την υπόσχεση προς τη μητέρα του, που θεωρούσε τον άντρα της ακόμη ζωντανό. Μέρα με τη μέρα βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τα συμβάντα του πολέμου αλλά και με τις συνέπειές τους στις ζωές των ανθρώπων, τις κάθε λογής στοχοποιήσεις κοινωνιών και ατόμων, ακόμη και με τις σιωπές της ιστορίας. Οι παλιές πληγές ματώνουν με την πρώτη ψηλάφησή τους, το παρελθόν εξακολουθεί να καθορίζει το παρόν κι εκείνος  – μετανάστης από την τρυφερή ηλικία του – ταλαντεύεται ανάμεσα σε δυο ταυτότητες και σε πολλές εκδοχές των ίδιων γεγονότων. Ανασκαλεύει τις μνήμες των άλλων, συναντά  εφηβικούς έρωτες, περπατά στα σιωπηλά μονοπάτια της ιστορίας και περιπλανιέται στα δρομάκια της Οβριακής, μιας γειτονιάς που άδειασε μέσα σε 45 λεπτά, και οι κάτοικοί της, νέοι, γέροι και 120 παιδιά, χάθηκαν μια καλοκαιρινή νύχτα ανάμεσα στην Κρήτη και τη Σαντορίνη.

«Κι οι θάλασσες σωπαίνουν» (Εκδοσεις ΚΑΡΜΑΝΩΡ) το νέο ιστορικό μυθιστόρημα του ρέκτη Κρητικού συγγραφέα, δημοσιογράφου και ερευνητή Νίκου Ψιλάκη.

-Η βύθιση του πλοίου Τάναις ήταν η αφορμή για το νέο σας βιβλίο. Μιλήστε μας για το γεγονός.

– Είναι απ’ αυτά που σ’ αφήνουν άφωνο. Ένα πλοίο γεμάτο ομήρους, Κρήτες αντιστασιακούς, Ιταλούς αντιφασίστες και όλους τους Εβραίους της Κρήτης τορπιλίστηκε και βυθίστηκε τη νύχτα της 8ης προς την 9η Ιουνίου 1944 ανάμεσα στην Κρήτη και τη Σαντορίνη. Οι Γερμανοί στοίβαξαν και κλείδωσαν τους ανθρώπους στα αμπάρια του πλοίου, οι Εγγλέζοι έριξαν τις τορπίλες…

-Από τα πιο σκοτεινά συμβάντα της ναζιστικής κατοχής;

– Ασφαλώς! Τα πρώτα χρόνια μετά την Κατοχή δεν μιλούσε κανείς γι’ αυτό και το δικαστήριο εγκληματιών πολέμου δεν βρήκε κανέναν ένοχο και δεν καταδίκασε κανέναν. Ήρθε, λοιπόν, η παράδοση να καλύψει τα κενά της ιστορίας. Κάποιοι νομίζουν ακόμη ότι το πλοίο μετέφερε μόνον Εβραίους, ότι τους φόρτωσαν οι Γερμανοί και τους βούλιαξαν. Ακόμη και το όνομα του πλοίου ακουγόταν (και ακούγεται) λάθος, Δανάη αντί για Τάναϊς. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων ήταν και παραμένει άγνωστος, στις αρχειακές πηγές σώθηκαν ελάχιστα τεκμήρια, οι επιζήσαντες (μόνο Γερμανοί στρατιώτες και Έλληνες ναυτικοί) δεν μίλησαν ποτέ. Κι όταν, μετά τον πόλεμο, έγινε κάποια υποτυπώδης έρευνα, οι ελληνικές αρχές βρήκαν μόνον έναν Έλληνα ναυτικό, αλλά η πρόχειρη κατάθεσή του αποτελεί από μόνη της μνημείο: πουθενά δεν αναφέρει τι «λογής» φορτίο μετέφερε το βυθισμένο πλοίο. Λες και ήταν άδειο.

-Στα δρομάκια της Οβριακής που χάθηκε μέσα σε 45 λεπτά;

– Σιωπή… Πόρτες ορθάνοιχτες, σπίτια κενά, παράθυρα που τ’ ανοιγοκλείνει ο άνεμος. Μια γάτα που κλαψουρίζει, ένας πετεινός που κράζει χωρίς να σημάνει ξημέρωμα, δυο Γερμανοί στρατιώτες που τραβολογούν ένα πιάνο προσπαθώντας να το κουβαλήσουν στο στρατηγείο τους, ένα καμιόνι που σταμάτησε στο πλάτεμα και φορτώνει τα έπιπλα των απόντων. Στο κράσπεδο χαρτιά και φρόκαλα, όσα άχρηστα άφησε πίσω του ο γερμανικός στρατός και οι πανταχού παρόντες πλιατσικολόγοι. Πιο κει ο φούρναρης της γειτονιάς προσπαθεί να κρύψει μιαν αρμαθιά κλειδιά, εκείνα που του εμπιστεύτηκε κάποιος Ελληνοεβραίος γνωστός του, παραδίπλα μια γυναίκα ψελλίζει και ξαναψελλίζει τα τελευταία λόγια της παιδικής της φίλης: «να προσέχεις το σπίτι μου όσο θα λείπω». Κάποιοι πίστευαν πως θα περνούσε η μπόρα και θ’ άνοιγαν πάλι τις πόρτες που είχαν φροντίσει ν’ αμπαρώσουν ένα μαγιάτικο πρωινό του ’44. Μέσα σε τούτη την ερημιά ξεχωρίζουν μόνον οι σιλουέτες των γειτόνων. Περνούν από τα ρημαγμένα σπιτικά, τώρα πια δεν έχουν κανένα να του πουν «καλημέρα».

-Ο αφηγητής και ήρωας του μυθιστορήματος επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο είκοσι χρόνια μετά και αναζητεί τα ίχνη του πατέρα του που είχε χαθεί το 1944;

– Είναι ο διαρκώς παρών και διαρκώς απών ήρωας του μυθιστορήματος. Αφηγείται τη δική του ζωή μέσα από τις ζωές των άλλων. Μετανάστης από τα μικράτα του, υιοθετημένος από τον αδερφό του πατέρα του, βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα σε δυο κόσμους, σε δυο πατρίδες, σε δυο εποχές, σε δυο ταυτότητες. Η Ελλάδα του 1964, όμως, είναι ένας άλλος τόπος, οι πληγές της Κατοχής δεν έχουν κλείσει, η λήθη αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή κι αντιστρατεύεται τη μνήμη, μέσα στις στάχτες υπάρχουν ακόμη σπίθες έτοιμες ν’ ανάψουν καινούργιες φωτιές. Μαζί με όλα τούτα, όμως, συναντά και την ίδια τη ζωή, και τον έρωτα που ζητά το μερτικό του. Κάποια Ροδαμνή περιμένει βάζοντας διαρκώς άσπρη μπογιά στους τοίχους, στα κεντήματα, στα ρούχα, στο παρελθόν της, κάποια Ιταλίδα με τ’ όνομα Σιλβάνα περιμένει τα ξιλοπάπουτσα που θα της έφερνε ο καλός της πεσκέσι από την Κρήτη, κάποιος ερωτευμένος μουσικός παριστάνει τον Εβραίο και προσπαθεί να τον συλλάβουν για να μην χάσει την Τζένη του. Ο πατέρας του ανώνυμου αφηγητή παραμένει έως το τέλος σκιά μαζί με τη νεαρή Εσθήρ, μια νεαρή Εβραιοπούλα που την έκρυψε για λίγες ημέρες στο κτήμα του.

-Χρονοβόρα και επίπονη και επίμονη η συγκέντρωση στοιχείων…

– Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Το ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να πατά καλά στα πόδια του. Ήμουν και κάπως τυχερός που έτυχε να συναντήσω πριν από πολλά χρόνια τις μνήμες ενός διασωθέντα ναύτη.

-Ένα ιστορικό μυθιστόρημα που δρασκελίζει τον χρόνο και τον χώρο;

– Που δρασκελίζει τον χρόνο προσπαθώντας ν’ αναπαραστήσει τον χώρο, να συναντήσει τους ανθρώπους που έζησαν σε άλλες εποχές, να μιλήσει μαζί τους. Πρόκληση μεγάλη για τον κάθε συγγραφέα να κινείται με άνεση στον παρελθόντα χρόνο, να γνωρίζει το τοπίο, ν’ ανακαλύπτει και ν’ αποκαλύπτει τις μη ορατές πτυχές της ιστορίας. Πρόκληση μεγαλύτερη ν’ αναφέρεται στο χτες και να μιλά για το σήμερα και το αύριο. Σ’ ένα προηγούμενο μυθιστόρημά μου, την «Πολυφίλητη», ένας επίδοξος ποιητής που προσπαθεί να ολοκληρώσει κάποιο θεατρικό έργο ζώντας μέσα στην επί 23 έτη πολιορκημένη πόλη του (Χάνδακας 1646-1669), αναφωνεί: «Κάθε έργο πρέπει να μιλά για την εποχή του. Ακόμη κι όταν ανατρέχει ο ποιητής στο παρελθόν, πρέπει να το κάνει σαν τον άλτη που πηγαίνει κάμποσα βήματα προς τα πίσω για να πάρει φόρα. Για το σήμερα νοιάζονται οι ποιητές. Και για το αύριο. Κι αν καμώνονται καμιά φορά πως μιλούν για τα περασμένα, δεν το κάνουν για να ξεφύγουν από το σήμερα, αλλά για να το δουν από την απόσταση του χρόνου και να το χαρτογραφήσουν καλύτερα».

-Το ντόπιο ιδίωμα δίνει άλλη αύρα στο βιβλίο σας…

– Το χρησιμοποίησα με φειδώ. Αφενός επειδή ο χρόνος της αφήγησης απέχει από τον χρόνο της ιστορίας (ο βασικός ήρωας αφηγείται τα γεγονότα σε μεταγενέστερες εποχές, μετά το 1964, ίσως και πολύ μετά από την επίσκεψή του στην πατρίδα), αφετέρου επειδή δεν ήθελα να βάλω γλωσσικά αινίγματα στον αναγνώστη. Κάποιες σκόρπιες ιδιωματικές λέξεις επιλέχτηκαν για να μας μεταφέρουν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο από τον χρόνο της αφήγησης στον χρόνο της ιστορίας. Με ενθουσιάζουν οι ντοπιολαλιές, όλες οι ντοπιολαλιές, με τρελαίνει ν’ ακούω τη γλώσσα του Ερωτόκριτου, δηλαδή τη γλώσσα που μιλούσε η μητέρα κι ο πατέρας μου, με ενθουσιάζει ν’ απολαμβάνω τη μουσική των λέξεων, να μαντεύω την καταγωγή τους, να παραδίδομαι στα ταξίδια της μνήμης. Ο συγγραφέας έχει τη λέξη έτσι όπως έχει ο ζωγράφος το χρώμα. Ζωγραφίζει με τις λέξεις, συνθέτει τη μουσική του με λέξεις.

-Συνδυάζετε τη μυθοπλασία με την ιστορική τεκμηρίωση;

– Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τα επινοημένα πρόσωπα συναντούν τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, διαλέγονται μαζί τους, όπως ακριβώς διαλέγεται και ο συγγραφέας, που κι εκείνος βιώνει τα γεγονότα παλεύοντας με τα συναισθήματα· τα δικά του και των άλλων. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να πατά γερά στα πόδια του, δεν αρκεί να γνωρίζει ο δημιουργός του μόνο τα ξερά γεγονότα, ούτε μόνο πώς ντύνονταν ή τι έτρωγαν οι άνθρωποι μιας άλλης εποχής, πρέπει να ξέρει πώς σκέφτονταν, να ψηλαφίζει τις πληγές και τις ψυχές, να γίνεται συνταξιδιώτης στα όνειρά τους.

-Με επίκεντρο τον άνθρωπο και τοιχογραφία τα παράλληλα γεγονότα που συμβαίνουν πριν και μετά τον πόλεμο;

-Σωστά το λέτε. Επίκεντρο είναι ο άνθρωπος, παράλληλα με το ίδιο το γεγονός, που αποτελεί και κεντρικό θέμα της αφήγησης. Ο άνθρωπος που πονά, που πεινά, που ερωτεύεται, ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει και όχι να βρεθεί στο κενό της ιστορίας ως «παράπλευρη απώλεια», όπως λένε όσοι θέλουν να στρογγυλεύουν τα πράματα. Στην τοιχογραφία που απλώνεται μπροστά μας μπορούμε να δούμε το χτες και το αύριο, να δούμε οικείες μορφές και να καταλάβομε επιτέλους ότι όλες οι μορφές είναι οικείες. Είναι σαν να κοιτάζομε έναν μεγάλο καθρέπτη, να βλέπομε όχι μόνο το δικό μας πρόσωπο αλλά και τα πρόσωπα των άλλων. Προσπάθησα να φιλοτεχνήσω την Ελλάδα του 20ού αιώνα ως ένα μέρος του όλου, ένα κομμάτι του κόσμου. Κι αυτός ο κόσμος κατασκευάζει περιθώρια και τόπους της λήθης, φιλοτεχνεί ανδρείκελα, εκτρέφει Αδόλφους, ανέχεται τον διωγμό του Εβραίου επειδή ο Εβραίος είναι ο «άλλος», εξοντώνει Έλληνες ομήρους και Ιταλούς αντιφασίστες. Δεν είναι τυχαίο που άνθρωποι με διαφορετικές κουλτούρες συναντώνται μέσα στις σελίδες των «Θαλασσών» που σωπαίνουν. Ένας Αρμένης πρόσφυγας καταγράφει τη ζωή του θέλοντας να κληροδοτήσει στους απογόνους του τις ψηφίδες της μνήμης. Είναι αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που συνέβησαν λίγο πριν από τη βύθιση του Τάναϊς. Και λέει: «Παρακολουθώντας όσα έγιναν το ξημέρωμα της 20ής Μαΐου ξέσπασα σε λυγμούς διότι, αγαπημένα μου τέκνα, έβλεπα τον δικό μου διωγμό σαν σε οθόνη κινηματογράφου. Όλοι οι διωγμοί είναι ένας».

-Οι λογοτέχνες στις μέρες μας είναι οι σύγχρονοι ιστοριογράφοι;

-Οι ρόλοι είναι διακριτοί. Η ιστορία είναι επιστήμη, η λογοτεχνία είναι μορφή τέχνης. Ωστόσο, η ιστορία μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνία. Ας πούμε ότι το ιστορικό μυθιστόρημα είναι η χωνεμένη ιστορία. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τα γεγονότα μέσα από τη δράση των ηρώων, συχνά ταυτίζεται μαζί τους, μοιράζεται συναισθήματα και βιώνει με τον τρόπο του το ίδιο το ιστορικό γεγονός. Με τη λογοτεχνία διευρύνομε τους ορίζοντες, παρακολουθούμε τους άλλους, κατανοούμε καλύτερα τον κόσμο. Όχι μόνο τον κόσμο του παρελθόντος…

 

-Ένα έργο μνήμης με ναυάγια και ανθρώπινες ιστορίες που και σήμερα χάνονται στα νερά της Μεσογείου…

 

– Μνήμης, ναι! Αλίμονο στις κοινωνίες που ξεχνούν.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here