Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Πάνω που κάνω να λυγίσω, κάτι σπεύδει και με ισιώνει.

Μια «επιδημία», ας πούμε, επιβιούντων δεκαπενταετίας που έχει «ενσκήψει» τις τελευταίες ημέρες· μπαίνουν στο ιατρείο όπως απόδημοι που γυρίζουν μετά από μακρινή απουσία  και αποζήτησαν τον γενέθλιο τόπο.

Επειδή η θανάσιμη αρρώστια που νικήθηκε είναι μια αναγέννηση και ο «τόπος μαρτυρίου» μπορεί να ήταν το μαιευτήριο της νέας τους ζωής.

Κάπου εκεί συναντιέμαι και με τους μαιευτήρες, αυτό το τόσο πρωτόγονο είδος θεραπευτών που αγνοούν πόσο τυχεροί είναι· καθ’ ύλην αρμόδιοι να παρίστανται -συνήθως ως παρατηρητές- στην ανατολή και να γνωρίζουν τη δύση μόνο σε ρομαντικούς περιπάτους με το ταίρι τους.

Επιδημία επιβιούντων λοιπόν· αποτέλεσμα επώασης των πρώτων μεγάλων επιτυχιών της σύγχρονης εποχής της μοριακής στόχευσης που αγκαλιάσαμε με ενθουσιασμό μετά τους παγετώνες πορείας της ογκολογίας. Επώαση επιτυχιών ή τυπικό σφάλμα γενίκευσης τυχαίων συμβάντων, δεν είμαι σίγουρος ακόμα.

Όπως και να είναι πάντως, τελευταία, τολμώ να κρυώνω λιγότερο.

Ας με τρυπάει με καρφιά η μικρή του έκτου και η άλλη που κλεφτανασαίνει ερήμην της ανυπόστατης αγωνίας μας.

Η Άτροπος καραδοκεί.

Μα χαμογελώ με τον Ζέφυρο στο πρόσωπο.

Σκοτείνιασε και επιστρέφω.

Εκλογές πάλι· επελαύνουν στην Ελλάδα και την «Ευρώπη των λαών» (ναι, αυτή την απόλυτη αντίφαση σε δυο λέξεις)· εφορμούν σαν ερεθισμένο από τον φόβο κοπάδι βουβάλια στο αθώο χορτάρι του κάμπου. Ποδοβολητά και ποδοπάτημα συντριπτικό.

Βαριά σκοτεινιά στην πατρίδα μου· ασχήμια γύρω ή ασχήμια που πυκνώνει μέσα μου. Αλλά θα νικήσει κάπως, κάπου, κάποτε ο ήλιος. Δε μπορεί να γίνει αλλιώς, παρηγοριέμαι για να κοιμηθώ επιτέλους.

«Γιατί έχει μείνει κάτι -αν έχει μείνει

Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη

Άφθαρτο μές στην τέφρα αυτή που καίω

Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων

Πικρών και ανεξήγητων θανάτων

Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους ή λέξεις»

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here