Μοναχικές καλαμιές στον άνεμο του χρόνου

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Σίγουρα, σε μια παλιότερη εποχή που μια γυναίκα μυθιστοριογράφος ήταν δύσκολο να εμφανισθεί στο λογοτεχνικό προσκήνιο εν αιθρία, η Γκράτσια Ντελέντα με την δύναμη του φύλου της και  της μεγάλης συναισθηματικής δύναμης που διέθετε, προχώρησε μπροστά μόνη, παρακάμπτοντας την τραχύτητα, την απληστία και τη βία των παρευρισκόμενων δίπλα της και βεβαίως όλων των συμπολιτών της. Η παραδοξότητα και το λεπτό συναίσθημα των χαρακτήρων των βιβλίων της δεν προέρχεται από το τοπικό χρώμα, αλλά μάλλον πηγάζει αυτόματα από τα διακεκομμένα, περισσότερο, πάθη της οικογενειακής ζωής. Δημοσιευμένο στην Ιταλία το 1913, οι ‘Καλαμιές στον Άνεμο’ (Εκδόσεις Καστανιώτη, Μετάφραση: Κατερίνα Γλυκοφρύδη, 2004 και 2010), αυτό το πλούσιο ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα της Ντελέντα  (1871-1936), της δεύτερης γυναίκας που έλαβε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία (1926), είναι μια ιστορία βαθύτερων πεποιθήσεων, σωτηρίας των ψυχών των κατοίκων της Σαρδηνίας, χριστιανικής καθολικής κατήχησης και αγωγής και πολλαπλών συμπεριφορών σε μια εν πολλοίς  αγροτική και κτηνοτροφική κοινωνία, όπως ήταν εκείνη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα στην ιταλική αυτή μεγαλόνησο.

Η Γκράτσια Ντελέντα, περιγράφει την παρακμή των ευγενών αδελφών  Πιντόρ  που ζουν στη Σαρδηνία,  στις αρχές του εικοστού αιώνα. Περήφανες αλλά φτωχές, οι τρεις αδελφές, η Ρουθ, η Έστερ και η Νοεμί, αναγκάζονται  να πωλούν παράνομα τα αγροτικά προϊόντα απ’ το σπίτι τους για να συντηρηθούν. Η Ντελέντα καταγράφει απλά και όμορφα τη σκληρή ατμόσφαιρα της ελονοσίας στη Σαρδηνία, όπου η βαθιά ριζωμένη δεισιδαιμονία συγκρούεται με τη θεολογία, και όπου η λαογραφία στέκεται ικανοποιητικά απέναντι στη φαντασία. Το μυθιστόρημα, όπως έχει τονισθεί κατά κόρον,  έχει κάποια ομοιότητα με τον ‘Γατόπαρδο’ (1958) του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα (Tomasi di Lampedusa, 1896-1957) όσον αφορά  στην απεικόνιση  της προϊούσας παρακμής μιας οικογένειας ευγενών, καθώς και με το βιβλίο του γιατρού και συγγραφέα Κάρλο Λέβι (1902-1975), ‘Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι’ (1945), όπου ξεδιπλώνεται το πορτραίτο των αγροτών του εικοστού αιώνα που εξακολουθούν να φιλοξενούν στα βάθη του εαυτού τους μεσαιωνικές πεποιθήσεις σε παντοδύναμα πνεύματα και μάγισσες. Ένα τμήμα του κειμένου του βιβλίου της Ντελέντα, είναι άκρως αποκαλυπτικό των παραπάνω: ‘… Το φεγγάρι, ολόγιομο, φώτιζε την κοιλάδα κι’ η νύχτα ήταν τόσο καθαρή που διακρινόταν ακόμα και η σκιά των μίσχων. Ως και τα φαντάσματα αυτήν τη νύχτα δεν τόλμησαν να εμφανιστούν: τόσο φως υπήρχε. Το κελάρυσμα του νερού ήταν μοναχικό, δεν συνοδευόταν από τα χτυπήματα των ρούχων που συχνά οι panas έπλεναν τις σκοτεινές νύχτες στο ποτάμι. Είχαν κι’ αυτές γαληνέψει αυτήν τη νύχτα…’.

Σε  συνομιλία με μια από τις αδελφές Πιντόρ, ο υπηρέτης Εφίξ λέει ρεμβάζοντας: ‘είμαστε καλαμιές και η μοίρα μας είναι ο άνεμος’.  Εδώ η Ντελέντα απεικονίζει με προσοχή την ανέλπιστη καταστροφή και την απελπιστική οικονομική και κοινωνική κατάσταση των αγροτών που ελπίζουν πλέον μόνο σε μια ουράνια λύτρωση από τις πολυποίκιλες γήινες κακουχίες τους. Όταν η Γκράτσια Ντελέντα (1871-1936), κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1926, έγινε η δεύτερη γυναίκα που έλαβε αυτή την υψηλή λογοτεχνική τιμή. Γεννημένη στη Σαρδηνία, η Ντελέντα μετακόμισε το 1900 στη Ρώμη, όπου έγραψε πολλά μυθιστορήματα και διηγήματα επικεντρωμένα κυρίως στη ζωή των αγροτών της Σαρδηνίας. Η γραφή της χαρακτηρίζεται από έντονο λυρισμό, αν και επηρεάστηκε από νατουραλιστές  συγγραφείς, όπως ο Εμίλ Ζολά και ο Τζοβάννι Βέργκα. Η συγκέντρωση και ο εστιασμός της Ντελέντα τόσο στο μεταφυσικό όσο και στο φυσικό, προσφέρει στην πεζογραφία της ένα μοναδικό πλεονέκτημα που τελικά απομακρύνει τα έργα της από εκείνα των προαναφερθέντων συγγραφέων, πρωταρχικός στόχος των οποίων ήταν να απεικονίσουν με την δέουσα επιστημονική αντικειμενικότητα τις κοινωνίες μέσα στις οποίες κατοικούν και δραστηριοποιούνται οι χαρακτήρες τους. Μια ονειρική ιδιότητα περιβάλλει την όλη ιστορία της Ντελέντα:  ‘…  Το ακορντεόν γεμίζει με τη λυπημένη του μελωδία τη φωτισμένη αυλή που λαμποκοπά από τις φτερωτές φλόγες της φωτιάς, στο φως της οποίας σχηματίζεται, στον τοίχο της εκκλησιάς, η λυγερή σκιά του οργανοπαίχτη, και τα μαβιά πρόσωπα των γυναικών και των αντρών που χορεύουν τον τοπικό χορό της Σαρδηνίας. Οι σκιές κινούνται σαν σε φαντασία  πάνω στο καταπατημένο χορτάρι και στους τοίχους της εκκλησιάς. Λάμπουν τα χρυσά κουμπιά και τα αργυρά στολίδια στις τοπικές φορεσιές, ως και τα πλήκτρα του ακορντεόν, κι’ όλα τ’ άλλα χάνονται στο μισοσκόταδο της φεγγαρόλουστης νύχτας…’.

Το παρελθόν σε τούτα τα χώματα είναι παρόν και το μέλλον, κατά τα φαινόμενα,  θα είναι πάντα σαν το παρελθόν.  Στο λεπτό λυρικό ύφος της Ντελέντα, το παρελθόν είναι κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν δεδομένου ότι  αποτελεί  τρομακτικό εμπόδιο και τροχοπέδη στην ατομική και κοινωνική ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, οι μακροχρόνιες και δύσκολα να ξεριζωθούν από τον χαρακτήρα των κατοίκων της Σαρδηνίας παραδόσεις, είναι εξίσου παγίδα και ταυτόχρονα  ανεκτίμητος θησαυρός, αφού στη Σαρδηνία της Ντελέντα η ζωή συνεχίζεται σε αιώνιους κύκλους που κυριαρχούνται μόνον από τις εναλλασσόμενες εποχές της φύσης. Το κύριο στυλιστικό εργαλείο της Ντελέντα είναι η παρομοίωση, την οποία και χρησιμοποιεί σε αφθονία. Ο ανθρώπινος κόσμος συγκρίνεται με τα πράγματα και τα αντικείμενα της φύσης, όπως  τη γη, τη βλάστηση, τα πουλιά και τα ζώα. Αντίθετα, ο φυσικός κόσμος δίνει την εντύπωση ανθρωπόμορφης παρουσίας, δίπλα στον λαό που κατοικεί στο περιβάλλον τους. Έτσι, η διάσπαση μεταξύ του ανθρώπινου και του φυσικού κόσμου είναι κατά κάποιο τρόπο θολή, αφού ανακατεύονται  για να δώσουν γένεση σε ένα άλλο, παράγοντας σε τελική ανάλυση ένα καινούργιο  σύνολο.

Αυτό που η Γκράτσια Ντελέντα προσπαθεί να μεταδώσει στους αναγνώστες της συνδέοντας τον κόσμο της φύσης με την ανθρώπινη κοινωνία, είναι ότι για τους χαρακτήρες αυτού του ισχυρού μυθιστορήματος τόσο ο φυσικός όσο και ο ανθρώπινος κόσμος είναι αναπόσπαστα και αδιάσπαστα μέρη του γνωστού μας ενιαίου σύμπαντος. Η Ντελέντα εδώ καταφέρνει ικανοποιητικά να απεικονίσει μια κοινωνία σε αργή μετάβαση προς τα εμπρός, μια κοινωνία απίστευτα απομακρυσμένη από εκείνη της σύγχρονης εποχής. Οι παλιές και καλά εδραιωμένες παραδόσεις, οι δεισιδαιμονίες και μια φαινομενικά ανυπόστατη φεουδαρχική κοινωνική δομή, είναι σοβαροί παράγοντες οι οποίοι με τον τρόπο και τα παντοδύναμα γρανάζια τους  εμποδίζουν τη δημιουργική προσαρμογή στις νέες συνθήκες. Αν και χωρίζεται από τη δυτική ακτή της Ιταλίας μόνο με περίπου εκατόν πενήντα μίλια από θάλασσα, η Σαρδηνία που αναφέρεται και εξορκίζει η Ντελέντα, είναι ένα νησί που κατοικείται από μερικούς αναχρονιστικούς ευγενείς και μια πλειοψηφία δύσμοιρων φτωχών αγροτών και κτηνοτρόφων που φαίνονται εγκλωβισμένοι σε έναν αμετάβλητο κόσμο, διαιωνίζοντας οι ίδιοι την προσωπική τους  δυστυχία.  Είναι, όπως προτείνει ο τίτλος του μυθιστορήματος, καλαμιές που κάμπτονται από τους ανέμους της μοίρας, ανίκανοι ή, γιατί όχι,  και απρόθυμοι κάποιες φορές να αλλάξουν την τροχιά της πορείας,  της μοίρας τους.

Οι ‘καλαμιές στον άνεμο’ είναι ο ποιητικός απολογισμός της πολυποίκιλης παρακμής μιας οικογένειας στις αρχές του εικοστού  αιώνα στη Σαρδηνία. Πρωταγωνιστής όμως της ιστορίας είναι η ύπαιθρος της Σαρδηνίας, την οποία η Ντελέντα είναι σε θέση να απεικονίσει όμορφα:  ‘… Και να, απότομα η πεδιάδα ξανοίγει και στην κορυφή του λόφου, όμοιο με τεράστιο σωρό  ερειπίων,  εμφανίζεται το γκρεμισμένο Κάστρο. Από ένα μαύρο τοίχο, το γαλάζιο κενό ενός παραθύρου είναι ίδιο το μάτι του παρελθόντος που κοιτάζει το μελαγχολικό πανόραμα του νεογέννητου ήλιου, την κυματιστή κοιλάδα με τις γκρίζες κηλίδες άμμου, τις κιτρινωπές των σπάρτων, την πρασινωπή φλέβα, το ποτάμι, τα λευκά χωριουδάκια με το καμπαναριό στο βάθος, σαν τον ύπερο λουλουδιού, τα λοφάκια πάνω απ’ τα χωριά και στο βάθος το μαβί και το χρυσαφένιο σύννεφο των βουνών της πόλης Νουόρο…’.

Με τους  κυματισμούς του φεγγαριού και το διαρκώς μεταβαλλόμενο καλειδοσκόπιο των χρωμάτων που κρύβουν τον ουρανό, η Ντελέντα αποτίει φόρο τιμής στην αγριωπή ομορφιά του τοπίου της Σαρδηνίας, το οποίο φυσικά πρωταγωνιστεί με τον τρόπο του  στο μυθιστόρημα.  Ωστόσο, κάτω από αυτή την ωραιότητα, βρίσκεται μια πόλη σε κατάρρευση και παρακμή, μια οικογένεια σε πτώση και μια φθίνουσα κοινωνία. Η αποσύνθεση είναι ένα κεντρικό θέμα που διαπερνά όλο το μυθιστόρημα. Οι  αδελφές Πιντόρ  είναι οι κληρονόμοι μιας παλιάς οικογένειας και το γρήγορο βέλος του χρόνου τους διαπερνάει καταλυτικά, όπως και ολόκληρο το νησί της Σαρδηνίας, πλημμυρισμένο με τους ειδωλολατρικούς μύθους, τις  λατρείες και τα  ξωτικά: ‘… Και για να μην αφήσει το ξωτικό να περάσει μες το σπίτι κατά τη διάρκεια της απουσίας της, άφησε αναμμένο το δαυλό μπροστά στο σκαλοπάτι’!

Η Ντελέντα καταγράφει το ταξίδι της Σαρδηνίας στη νεωτερικότητα, το οποίο όμως αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην απώλεια της αιθέριας ομορφιάς που ακτινοβολεί το νησί. Μερικοί από τους χαρακτήρες σήμερα μοιάζουν βεβαίως παντελώς αταίριαστοι, αλλά είναι τόσο αληθοφανείς στο πλαίσιο της εποχής που διαδραματίζεται και γράφτηκε το μυθιστόρημα, από τον εύθραυστο Τζιαντσίντο, ας πούμε, στις άκαμπτες και αδάμαστες αδελφές Πιντόρ και στον πιο ανθρώπινο και περίπλοκο χαρακτήρα του μυθιστορήματος, τον καλό υπηρέτη της οικογένειας, Εφίξ.

Οι ‘καλαμιές στον άνεμο’, είναι ένας όμορφος φόρος τιμής σε μια χαμένη Σαρδηνία και ενεργεί ως ένα είδος προδρόμου για τον ‘Γατόπαρδο’, αν και εμπεριέχει  περισσότερο και διαφορετικότερο  ποιητικό   ύφος. Οι αδελφές του σπιτιού, θα ήταν τελείως αβοήθητες χωρίς τον σοφό υπηρέτη τους, Εφίξ,  ο οποίος συνέχιζε να εργάζεται γι’ αυτές χωρίς αμοιβή επειδή είναι γεμάτος από συναισθήματα ενοχής από μια παλιά αμαρτία που τον στοιχειώνει. Ο Τζιαντσίντο είναι ο γιος της τέταρτης, αλλά νεκρής, αδελφής Πιντόρ και όταν εμφανίζεται, φέρνει μαζί του μπροστά παλιές και μπόλικες πικρές μνήμες. Τελικά, οδηγεί άθελά του, βέβαια, τις θείες του να βυθιστούν ακόμα περισσότερο στην από καιρό δρομολογούμενη  φτώχεια της κάποτε ευγενούς οικογένειας.

Η γραφή της Ντελέντα, αποκαλείται και θεωρείται  ενστικτώδης, όμως διαβάζοντας  το αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα ‘Cosima’, που γράφτηκε το τελευταίο έτος της ζωής της και δημοσιεύτηκε μετά θάνατον, απεικονίζεται η συνειδητή της αποφασιστικότητα να μείνει ως ταλαντούχα και εμβληματική  συγγραφέας και να τελειοποιήσει όσο ήταν δυνατόν τις συγγραφικές δεξιότητές της. Από το 1900 έως το 1915, η Ντελέντα έγραψε όλα τα καλύτερα της μυθιστορήματα, καθιερώνοντας τον εαυτό της ως μεγάλο μυθιστοριογράφο στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική σκηνή. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων της ζωής της, παρ’ όλο που συνέχισε να δημοσιεύει με εντυπωσιακό ρυθμό, απέτυχε να επιτύχει την προηγούμενη συγγραφική και εκδοτική αποτελεσματικότητά της.  Μόνο με το ‘Cosima’, καθώς ατένιζε πίσω,  στα χρόνια της στο γενέθλιο τόπο του  Νουόρο, βρήκε και πάλι τη φωνή της, μιλώντας για εκείνο το νεανικό ‘άλλο’ του οποίου η θέληση και η ζωτικότητα δεν μπορούσαν να κατασταλούν από την οικογενειακή τραγωδία ή τις δύσκολες περιστάσεις της ζωής. Δύο βασικά στοιχεία της μυθοπλασίας της Ντελέντα   πρέπει να εξεταστούν πρώτα, κι’ αυτά είναι η τοποθεσία και η επιρροή της γυναικείας εμπειρίας. Το σκηνικό σχεδόν όλων των κειμένων μυθοπλασίας είναι η Σαρδηνία, ένα νησί που ήταν πάντα αποκομμένο από τη ζωή της ηπειρωτικής χώρας. Μέχρι τον εικοστό αιώνα, παρέμεινε πρωτόγονη γη άγριας φυσικής ομορφιάς, με αρχαία έθιμα, κατοικημένη από βοσκούς και εχθρική στις δυνάμεις που την κυβέρνησαν από μακρυά. Η Ντελέντα μεγάλωσε στη Σαρδηνία, έχοντας επίγνωση των άκαμπτων τοπικών εθίμων, διαχωρισμένη και απόμακρη  κατά κάποιο τρόπο από τον λαό, λόγω της πλεονεκτικής κοινωνικής της θέσης, αφού ήταν κόρη μιας οικογενείας εύπορων γαιοκτημόνων της περιοχής.  Τα πρώιμα διηγήματα και τα μυθιστορήματά της περιέγραψαν το περιβάλλον της Σαρδηνίας με σαφήνεια, αλλά η ίδια η συγγραφέας φαίνεται σαν να βρισκόταν κάπως απόμακρα από τα τεκταινόμενα μέσα στην κοινωνία.

Στο ‘La via del male’, ένα από τα πρώτα σημαντικά μυθιστορήματά της που δημοσιεύτηκε στα 1896, η συγγραφέας εντρυφεί στις περιγραφές της ομορφιάς του νησιού. Την ίδια στιγμή, η Ντελέντα υφαίνει  μια ιστορία αγάπης βασισμένη στην αφοσίωση και λατρεία μιας πρωτόγονης ψυχής, ενός υπηρέτη-ποιμένα, στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα ενός αρσενικού δουλοπάροικου και μιας γυναίκας  που είχε την τύχη να είναι γαιοκτήμονας, και όλα αυτά πλημμυρισμένα από έντονες πινελιές λαογραφίας. Σταδιακά, ωστόσο, η Σαρδηνία έγινε αναπόσπαστο στοιχείο του φανταστικού κόσμου της Ντελέντα.  Καθώς μετακόμισε στην ηπειρωτική ιταλική χερσόνησο, άρχισε να ασχολείται και να προσαρμόζει την γεωγραφική τοποθεσία της Σαρδηνίας, για να την μετατρέψει τελικώς σε μια γη της φαντασίας της. Αυτή η Σαρδηνία, πάντως,  έμεινε ως το φόντο πάνω στο οποίο τοποθέτησε τους χαρακτήρες, τα πάθη και τα τελετουργικά του σεναρίου των βιβλίων της. Πιο σπάνια, η Ντελέντα χρησιμοποίησε αστικές τοποθετήσεις και αναφορές για τα μυθιστορήματά της και όταν το έπραξε, η πόλη θα ήταν μερικώς σκιαγραφημένη. Το άλλο σημαντικό στοιχείο στη μυθιστοριογραφία της Ντελέντα, είναι η γυναικεία εμπειρία, η οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι παράλληλη με την εμπειρία της Σαρδηνίας, τουτέστιν μυστική, περιθωριακή, σε σύγκρουση με τον εαυτό της, και παράλληλα όμως  πηγή δύναμης και έντονης αίσθησης προσωπικής ταυτότητας. Η αδράνεια και η μοναξιά της εφηβείας της, τράβηξαν τη φιλοδοξία και την βοήθησαν να εστιάσει στις περαιτέρω ενέργειές της. Στα μυθιστορήματά της, οι κανόνες της σιωπής και της υποταγής ωθούν στα άκρα και ενεργοποιούν  τα πάθη των χαρακτήρων της. Για άλλη μια φορά, η Ντελέντα αντλεί από εμπειρίες που ήταν  οικείες σε αυτήν. Οι μεταφορές και οι εικόνες προέρχονται συχνά από οικιακές δραστηριότητες, από το σύμπαν της γυναικείας εμπειρίας, των συναισθημάτων και των προσωπικών, οικογενειακών και κοινωνικών αξιών. Οι πρωταγωνιστές των βιβλίων της, αρσενικοί και θηλυκοί, περιγράφονται από την άποψη και την οπτική γωνία της θηλυκότητας. Αισθηματικοί, αισθαντικοί, και παθιασμένοι σε έναν κόσμο που περιβάλλεται από πολυποίκιλα ταμπού, υποχωρούν στον εαυτό τους. ‘…Η αγάπη είναι εκείνο που δένει τον άντρα με τη γυναίκα και το χρήμα αυτό που δένει τη γυναίκα με τον άντρα’, λέει σε ένα σημείο του βιβλίου, ένας χαρακτήρας της Ντελέντα.

Η ενατένιση της φύσης τους φέρνει ειρήνη, η μυστικότητα και η σιωπή γίνονται πηγές δύναμης και εγγυώνται ένα μέτρο προσωπικής ελευθερίας.  Τα μοτίβα που ανήκουν στις δύο κύριες πηγές της έμπνευσης της Ντελέντα βρίσκουν έτσι το γεωμετρικό τους τόπο, το κοινό σημείο σύμπλευσης. Ωστόσο, το παγκόσμιο όραμα της μυθιστοριογράφου ήταν κατά κάποιο τρόπο περίπλοκο, αφού εκείνη  γνώριζε την επίδραση των διαφόρων και πολλαπλών παραγόντων που επηρέαζαν την ανθρώπινη εμπειρία.  Σε μερικά άλλα μυθιστορήματα, έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο φράγμα που χώριζε τις κοινωνικές τάξεις που ζούσαν καθημερινά, ενώ σε άλλα, όπως οι ‘Καλαμιές στον Άνεμο’ επικεντρώθηκε περισσότερο στην οικονομική παράμετρο με ότι αυτό συνεπαγόταν για τα υπόλοιπα.

Σε όλα τα μυθιστορήματά της, η Ντελέντα μίλησε για την ανατρεπτική δύναμη της σεξουαλικότητας και για τις αντιφατικές απαιτήσεις που δημιουργούσαν οι παγανιστικές και χριστιανικές παραδόσεις, μία που κυβερνούσε η μυστικιστική εκδίκηση του αίματος και η άλλη από ένα μήνυμα και προάγγελο ερχομού της πολυπόθητης ειρήνης. Όποια και αν είναι η εμφατική παράμετρος, κάθε μυθιστόρημα είναι χτισμένο γύρω από μια συσσώρευση επαναλαμβανόμενων θεμάτων. Το πάθος βρίσκεται συνήθως στο επίκεντρο, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει την επιθυμία για εξουσία, πλούτο ή ελευθερία, αλλά τα πάντα, όμως,  να εκδηλώνονται μέσω της πολυδύναμης ερωτικής επιθυμίας. Η σεξουαλικότητα είναι η ώθηση που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και είναι η πρώτη σπίθα στην πρόκληση  οποιουδήποτε ταμπού, ή θρησκευτική απαγόρευση. Αυτή η κεντρική θέση της σεξουαλικής διάστασης, ως κύριος ανατροπέας της καθεστηκυίας τάξης, τοποθετεί το φανταστικό σύμπαν της Ντελέντα μέσα στην ευαισθησία των αρχών του εικοστού αιώνα, όταν η εξερεύνηση του ρόλου της ανθρώπινης σεξουαλικότητας κατείχε κεντρική και ουσιαστική θέση στη λογοτεχνία και την επιστήμη. Η επιθυμία προκαλεί παραβίαση κάποιων κανόνων και φυσικά παραβατική συμπεριφορά. Εδώ, οι χαρακτήρες της Ντελέντα αποκαλύπτουν την αδυναμία τους και  την τάση τους προς αμφιθυμία και αυταπάτη. Δεν επαναστατούν πλήρως και δεν συναινούν στην αμαρτωλή συμπεριφορά τους, αλλά δεν μπορούν και να συμμορφωθούν με τους αρχαίους κανόνες. Η ενοχή είναι αναπόφευκτη για αυτούς, και μαζί της μια ιδεοληπτική ανάγκη για εξιλέωση και εξαγνισμό.

Η Ντελέντα συγκρίθηκε με τους μεγάλους Ρώσους μυθιστοριογράφους λόγω της εμμονής της στα θέματα της αμαρτίας, της ενοχής και της εξιλέωσης, όμως οι ομοιότητες είναι μόνο επιφανειακές. Για την Ντελέντα τα ταμπού δεν μπορούν παρά να αμφισβητηθούν, ακόμη και αν οι παραβάτες πρέπει να υποφέρουν για τις πράξεις τους και μερικές φορές για τις δικές τους επιθυμίες, ενώ παράλληλα η ήττα της επιθυμίας μπορεί να αναγνωριστεί και ομολογηθεί μόνο με τη θλίψη. Οι πρωταγωνιστές της Ντελέντα, όπως έχουν παρατηρήσει οι περισσότεροι κριτικοί, δεν αποτελούν αντικείμενο ψυχολογικής μελέτης και ούτε  προορίζονται να είναι κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, επαναλαμβάνουν έναν κύκλο εξέγερσης και ήττας σε ένα πλαίσιο όπου οι δυνάμεις της φυλής, της τάξης και της θρησκείας αναγκαστικά εξουσιάζουν τον άνθρωπο.

Ενώ οι πρωταγωνιστές της Ντελέντα επαναλαμβάνουν αυτόν τον πικρό και εναλλασσόμενο κύκλο, οι περιφερειακοί χαρακτήρες της φαίνονται αβοήθητοι.  Η Ντελέντα αναθέτει συχνά τέτοιους περιφερειακούς ρόλους στους ηλικιωμένους που έχουν γνωρίσει στο παρελθόν τα λάθη της ζωής, και συχνά σε αμαρτωλούς που έχουν μετακινηθεί στα βουνά για να βρουν την ψυχική ειρήνη που σφόδρα επιθυμούν. Παρ’ όλα αυτά η αποδεδειγμένη σοφία τους, δεν μπορεί να επηρεάσει την παντοδύναμη  μοίρα. Αναζητούνται για συμβουλές, αλλά οι γνώμες  τους στην ουσία  δεν λαμβάνονται υπόψη. Αυτές είναι οι αρχέτυπες εικόνες μιας συνείδησης που μπορεί να κλαίει μόνο πάνω στα ερείπια που προκαλούνται από το πάθος και την παραβατικότητα. Το στυλ της Ντελέντα έχει μπερδέψει τους κριτικούς των βιβλίων της. Σε ποιο βαθμό, τώρα, η γλώσσα της Σαρδηνίας επηρέασε και διαμόρφωσε τη γραφή της, θα ήταν δύσκολο με τις σημερινές παραμέτρους να εκτιμηθεί στην εντέλεια.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here