Μίννι Πρατ  (1946- ). Μια γενναία λευκή ποιήτρια και πολιτική ακτιβίστρια

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Η Μίννι Πρατ (Minnie Bruce Pratt, 1946- ) είναι μια από τις γνωστότερες σύγχρονες ποιήτριες της Πολιτείας της Αλαμπάμα, η οποία εργάζεται στο χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και αναγνωρίζεται, επίσης, ευρέως ως δοκιμιογράφος και πολιτική ακτιβίστρια. Το έργο της δεν είναι μόνο αυτοβιογραφικό, γιατί επιπλέον διερευνά την προέλευσή της από την συγκεκριμένη περιοχή του αμερικανικού Νότου, την αντίστασή της στους παραδοσιακούς ρόλους των γυναικών της περιοχής, την πολιτική, ενώ  δεν παύει να  ασχολείται επισταμένως με το φύλο και τη σεξουαλική της ταυτότητα, τις φυλετικές διακρίσεις και τον καπιταλισμό. Η Μίννι Πρατ  γεννήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1946, στη Σέλμα της Αλαμπάμα. Μεγάλωσε στο Centreville της κομητείας Bibb, όπου παρακολούθησε το γυμνάσιο ενόσω βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ο φυλετικός διαχωρισμός. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα με σπουδές στις τέχνες, το 1968. Κατά τη διάρκεια των ετών του κολλεγίου,  παντρεύτηκε τον συνάδελφό της  ποιητή Marvin E. Weaver II, με τον οποίο αργότερα έζησαν μαζί και με τους δύο γιους τους, στο Fayetteville της Βόρειας Καρολίνας. Η Πρατ έπαψε να γράφει μετά το γάμο της, αλλά επέστρεψε στην ποίηση το 1975, όταν έγινε δημόσια γνωστό  ότι είναι λεσβία. Όταν αργότερα οι δυό τους πήραν διαζύγιο εκείνη τη χρονιά, έχασε την επιμέλεια των παιδιών της, με βάση το καταστατικό της Πολιτείας περί ‘εγκληματικότητας ενάντια στη φύση’ που ποινικοποιούσε την ομοφυλοφιλική δραστηριότητα, μια εμπειρία την οποία διερεύνησε αργότερα σε βάθος στην ποίησή της.  Από το 1975 έως το 1980, δίδαξε στο κρατικό πανεπιστήμιο του Fayetteville, ένα ιστορικά ‘μαύρο’ σχολείο. Το 1978,  εντάχθηκε στο ‘Feminary’, μια νότια φεμινιστική γυναικεία ομάδα   που εξέδιδε ένα περιοδικό με το ίδιο όνομα και πήρε το διδακτορικό της στην αγγλική λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, το επόμενο έτος. Δίδαξε ως βοηθός καθηγητής στο επίσης ‘μαύρο’ πανεπιστήμιο Shaw στο Raleigh της Βόρειας Καρολίνας από το 1980 έως το 1982 και εγκατέλειψε  το ‘Feminary’ το 1983.  Επέστρεψε στη διδασκαλία το 1984 και ξεκίνησε μια σειρά συναντήσεων σε διάφορα πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων το Πανεπιστήμιο George Washington, το Κολέγιο Hamilton και το Πανεπιστήμιο του Maryland. Από το 2005, είναι καθηγήτρια πάνω σε θέματα των Γυναικών και του Φύλου  και Γραφής και Ρητορικής, στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών, στη Νέα Υόρκη.

Συνάντησε την σύντροφό της, τρανσέξουαλ ακτιβίστρια, λεσβία και συγγραφέα Leslie Feinberg (1949-2014), στην Ουάσιγκτον το 1992, και το ζευγάρι παντρεύτηκε το 2011. Ο οδυνηρός χωρισμός της Πρατ από τους μικρούς γιους της, είναι η βάση για το πιο αναγνωρισμένο ποιητικό της έργο,  το ‘Crime Against Nature’. Σε αυτά τα ποιήματα, η Πρατ εκθέτει τους τρόπους με τους οποίους  η ανισότητα των φύλων και η φυλετική  αδικία συνιστούν πραγματικά εγκλήματα κατά της φύσης, και όχι η ιδιαίτερη σεξουαλικότητά της. Τα ποιήματά της για τον αγώνα της να διατηρήσει τη σχέση με τα παιδιά της, που διακόπηκαν από απότομες αλλαγές και μετατοπίσεις και αποτυχίες που δείχνουν τον έντονο πόνο αυτής της εμπειρίας, ταιριάζουν σε ένα μεγαλύτερο αφηγηματικό πλαίσιο που επίσης σκιαγραφεί τις σχέσεις της με τη μητέρα της που την φρόντιζε ενόσω ήταν μικρή, καθώς και με τον εραστή της. Τα ποιήματα στη συλλογή ‘We Say We Love Each Other’, που δημοσιεύθηκε το 1985, διερευνά τις σχέσεις μεταξύ λευκών, αφροαμερικανών και των γυναικών Ινδιάνικης καταγωγής στην ιστορία της νότιας Αλαμπάμα. Αυτή η ανησυχία για την ιστορία της γης της διατρέχει επίσης  όλα τα δοκίμια της, όπως όταν, για παράδειγμα, γράφει για τις παραδοσιακές συνδέσεις μεταξύ του ρατσισμού και της στάσης απέναντι στη γυναίκα του Νότου (‘Yours in Struggle: Three Feminist Perspectives on Racism and Anti-Semitism’, 1984). Στην ποιητική της συλλογή, ‘Walking Back Up Depot Street: Poems’ (University of Pittsburgh Press, 1999), έχει επικεντρωθεί στις φυλετικές σχέσεις, ακολουθώντας  το ταξίδι μιας λευκής γυναίκας από την Αλαμπάμα και τον ευρύτερο φυλετικά διαχωρισμένο Νότο,  στον μεταβιομηχανικό Βορρά. Το 2003, το ‘The Dirt She Ate: Selected and New Poems’ κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο Lambda για την ποίηση και χαιρετίστηκε από τους κριτικούς της λογοτεχνίας για το θάρρος της σε παλιότερα και πιο πρόσφατα ποιήματα.  Στο ‘Inside the Money Machine’ (2011), η Πρατ  καταγράφει την απελπισία και τις ελπίδες των εργατών που αγωνίζονται μέσα σε ένα άδικο οικονομικό σύστημα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, η Μίννι Πρατ ασχολείται με τον πολιτικό ακτιβισμό στα  θέματα γυναικών, φύλων και λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων και τρανσέξουαλ, ενώ με τον ίδιο ενθουσιασμό ασχολείται με τα αντιρατσιστικά, αντιιμπεριαλιστικά και αντικαπιταλιστικά αντικείμενα. Ένα από τα χαρακτηριστικά της ποιήματα, είναι το παρακάτω:

 

Όλες οι γυναίκες που παγιδεύτηκαν στο φως της φλόγας
(All the Women Caught in Flaring Light)

1

Φανταστείτε ένα μεγάλο δωμάτιο  γυναικών που κάνουν κάθε τι,

παίζοντας χαρτιά, έχοντας  συνάντηση, τον κρότο

από χαρτιά, φλιτζάνια καφέ ή καρέκλες που σπρώχνονται πίσω,

το τρανταχτό και ήσυχο μουρμουρητό των φωνών τους,

γυναίκες που στηρίζουν τα κεφάλια μεταξύ τους. Αν
ακουμπούσαμε  στην πόρτα κι’ έλεγα: Οι γυναίκες
είναι μητέρες, δεν θα εκπλησσόσασταν, εκτός από
από μένα που έδειξα το καταφάνερο γεγονός.

Οι γυναίκες είναι μητέρες, έτσι δεν είναι; Τόσο προφανές.

Πες πως  περπατούσαμε στην 8η ή 11η οδό
να πέσουμε σ’ ένα χώρο γυναικών, που γελούν, έντονα,
παίζοντας μπιλιάρδο, την πράσινη τσόχα σα μούσκλο.  Η μια

ν’ ανάβει της άλλης το τσιγάρο, λοξή ματιά.

Άλλες χορεύουν σε δύο κάτω από στριφογυριστά ασημένια φεγγάρια
αυτή η βροχή που φωτίζεται σε λαμπερές σταγόνες.

Αν σου ’λεγα  στο αυτί, ανάμεσα από  μεταλλικές κιθάρες,

Αυτές οι γυναίκες είναι μητέρες, δεν θα με πίστευες,

Έτσι δεν είναι; Όχι πραγματικά, ούτε κι αν ήταν μπορετό
να είσαι μια από τις γυναίκες εκείνης της αίθουσας. Θα έλεγες:
Ωραία, ίσως, μια ή δύο, λίγες. Είναι αυτό που λέμε.

Εδώ, δεν λέμε δυνατά τα ονόματα των παιδιών μας.

Τα  χάσαμε μία φορά, ή φοβόμαστε πως ίσως. Είμαστε προσεκτικές

σε τι λέμε. Στην βροντερή σιωπή, ο πόνος πέφτει

στις καρδιές μας, για πολύ καιρό, όπως το νερό που χαράσσει

ένα αυλάκι στην πέτρα, αναζητώντας ένα κανάλι, μια διέξοδο,
πόνος που τρέχει σαν νερό μέσα στο λαμπερό δωμάτιο.

 

2

Συχνά σκέφτομαι ένα ποίημα σα μια πόρτα που ανοίγει

σ’ ένα δωμάτιο όπου θέλω να πάω. Αλλά για να μπω μέσα
πρέπει  να μπω εκεί όπου βρίσκονται τα δικά μου βάσανα

σα μια σχεδόν άγνωστη χαμηλή νότα στη μουσική,

ενισχυμένη, σχεδόν αφόρητη, απ’ την παρουσία
όλων μας, αντηχητικός  πόνος, κυκλικός, ατέλειωτος.

για τον   οποίο δεν μιλάμε σχεδόν καθόλου, εκτός αν μια γυναίκα

στη σκοτεινή της μοναξιά, πει μια ιστορία για το παιδί της

χαμένο, εδώ κι’ είκοσι χρόνια, τα λόγια της να γλιστράνε

σα μια στιγμή  έξω απ’ την ατζέντα της, ξεθωριασμένο περίγραμμα

κοιταγμένο  από μακρυά, η ιστορία ελλειπτική, λοξή
για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι της θλίψης. Οι αναλαμπές της ιστορίας

λαμπρές και ζοφερές σα στροβοσκοπικά φώτα στο σκοτάδι,

ο χορός που εμφανίζεται σα γκριμάτσα,  κεφάλι ριγμένο πίσω στον πόνο.

Τα χέρια της Έντυ, οι τένοντες τεντωμένοι σαν  σύρμα, ικέτευαν,

πώς τα σήκωνε, εφτά χρόνια, και τώρα ούτε μια επίσκεψη,

Η Μάρθα είπε πως δεν είδε  ποτέ  ξανά το μωρό.

Τα κοκαλιάρικα  σκούρα της χέρια  πάνω στα επίπεδα στήθια της,

πατικωμένους γλουτούς σε μπλουτζίν, μια λεσβία σκληρή σαν σφυρί:

Και ποιος θα την αποκαλούσε μάνα;

Ή η ψηλή ξεθωριασμένη Κόννι,

πολύχρωμες φούστες που περιστρέφονται, τα ιστιοπλοϊκά της σχέδια,  νησιά,

γυναίκες που πλέκουν άχυρο με κοχύλια: Ποιος θα το γνώριζε

μέχρι τη νύχτα, με το κεφάλι κάτω απ’ τον ώμο μου, φώναζε

για τα παιδιά της που σπρώχτηκαν πίσω απ’ τον πατέρα, σκιές

που τον άκουσαν να την καταριέται  απ’ την πόρτα,  κολασμένη φωτιά
καθώς τα περίμενε στη μικρή αυλή;

 

Όλες οι γυναίκες που παγιδεύτηκαν στο φως της φλόγας, φαίνονταν

μυστήριες: Αυτή με τα κόκκινα χείλη, εκείνη με τα κόκκινα ακροδάχτυλα

που  χορεύει, αστράφτοντας  σαν πυρκαγιά, είναι εδώ στα κρυφά
τέσσερα κορίτσια κι’ ένα σύζυγο που ποτέ δεν θα  αφήσει από φόβο;

Η αντρογύναικα σε μαύρα τζην, κομψή σαν στάχτη, ο γιος της

ίσως έστειλε  πίσω, ένας χειμώνας χωρίς ζέστη, ο μισθός μιας γυναίκας.

Η ήρεμη γυναίκα πίνοντας τζιν,  σκέφτεται πως είναι δεκαέξι,

το μωρό ζαρωμένο σα  βρεγμένα ρούχα, το έχει δει μια φορά, ποτέ ξανά.

Δυνατή μουσική, δύσκολα να μιλήσουμε κι’ είμαστε προσεκτικές σ’ ότι  λέμε.

Λίγα λόγια, κάποια χειρονομία μας, μια μικρή ιστορία

κρυφά καθώς το σημάδι που λάμπει στα χέρια μας,

το τατουάζ, το σημάδι που μας αφήνει να μπούμε σ’ αυτό το δωμάτιο, ιριδίζον
σ’ ορισμένα είδη φωτός, ύστερα εξαφανίζεται, αόρατο.

 

 

 

3

Αν τα βάσανα δεν ήταν παρά το ρεφραίν ενός τραγουδιού
που έπαιξε τέσσερις φορές με το λυπηρό λυρισμό του,

μόνο το μισό ν’ ακούγεται  στο θορυβώδες δωμάτιο, όπως γίνεται,

Θα μπορούσα να γράψω το ποίημα που φανταζόμουν: Όλες οι γυναίκες

εδώ βλέπουν τα χαμένα τους παιδιά στο σκοτεινό δωμάτιο,

τα φώτα λαμπρά, είμαστε στο ευτυχισμένο τέλος,

χωρίς να κρυβόμαστε, είμαστε εμείς και είναι εδώ
μαζί μας, μια συμφιλίωση, μια συγκίνηση φωνών.

Το έχω δει να συμβαίνει. Έχω ιστορίες από την Κάρλα,

τη Γουάντα. Έχω τη δική μου: το σφυροκόπημα στην εξουσία,

τα χρόνια φέρνοντας  τριγύρω  για ένα βλέμμα,

για οτιδήποτε, και τέλος το παιδί, μεγάλο, αδέξιο,
έρχεται μαζί σου, για να περπατήσετε κάπου πιασμένοι απ’ το  χέρι.

Αλλά τα πράγματα έγιναν σε μας που δεν μπορούν ποτέ να θεωρηθούν  πως δεν

έγιναν. Η γυναίκα στη γωνία χαμογελώντας στους φίλους,

εκείνη με τα μαύρα μαλλιά που λάμπει κατάλευκα, θυμάται

το βάρος του μαύρου κοριτσιού να ηρεμεί στην αγκαλιά της.

Το μωρό με τα καφετιά μάτια που παιχνίδιζαν πριν μιλήσει,
το πήραν και το ξαπόστειλαν είκοσι χρόνια πριν, χωρίς γυρισμό.

Αν στεκόταν στην πόρτα, η γυναίκα δεν θα το γνώριζε,

και το παιδί δεν θα είχε να θυμόταν κάτι  απ’ τη γυναίκα,

όχι να βρεθεί στα γόνατά της ή στο στήθος της, αφήνοντας να φανεί

ένα κρυμμένο σημάδι,  πόνος αυλακωμένος και χαραγμένος στην καρδιά.

Η γυναίκα είπε στους φίλους της για το μωρό. Αυτοί
συνέχισαν  να ξεχνάνε. Η ιστορία της παρασύρεται σαν καπνός,

όπως οι αόριστες λέξεις σ’ ένα τραγούδι, ένα κομματάκι χαρτί στο νερό.
Όταν μιλούν για μητέρες, δεν σκέφτονται ποτέ αυτήν.

Δεν είναι εύκολο να τελειώσει ο πόνος αυτός. Τα μεσάνυχτα πάμε σπίτι

σε εχέμυθα σπίτια, ή ίσως σε μεγαλόφωνα δωμάτια γεμάτα

απ’ εκείνους που είναι τώρα η οικογένειά μας. Ίσως καθόμαστε μόνες,

βαριά με το παρελθόν, και υπάρχουν δάκρυα που τρέχουν πικρά
και σταθερά σα  βροχή τη νύχτα. Συνήθως συνεχίζουμε.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here