Ο τάφος του Τζιουζέπε Γκαριμπάλντι, μιας σημαντικής στρατιωτικής και πολιτικής φυσιογνωμίας της Ιταλίας, όπως είναι σήμερα,  στο νησάκι Καπρέρα, κοντά στη Σαρδηνία.

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα που διαδραματίζονται στην κοντινή γειτονική χώρα της Ιταλίας, θλίβεσαι.   Ένας ευλογημένος από την αρχαιολογία και την ιστορία τόπος που προσέφερε τόσα όμορφα πράγματα στον ανθρώπινο πολιτισμό, την γένεση της Αναγέννησης,  να σύρεται στο θάνατο  και το σπουδαιότερο χωρίς  να μπορεί να αντιδράσει δυναμικά απέναντι στον αόρατο και μικροσκοπικό εχθρό. «Ένας θάνατος είναι τραγωδία. Ένα εκατομμύριο θάνατοι είναι στατιστική», έλεγε  κάποτε ο  Ιωσήφ Στάλιν και για να είμαστε ειλικρινείς ήξερε πολύ καλά και συναισθανόταν τι έλεγε! Η Ιταλία, για να επιστρέψουμε, ένας τόπος τόσο οικείος και προσφιλής και στους Έλληνες  φοιτητές και επισκέπτες, σήμερα δοκιμάζεται σκληρά! Η συνεισφορά της στον ανθρώπινο πολιτισμό, αναμφισβήτητα, ύψιστη. Καμία χώρα δεν θα μπορέσει να  φτάσει τον πολιτισμό της, όπως εκείνος εκδηλώθηκε  στους τελευταίους αιώνες. Όμως εάν εστιαστούμε στον πολιτικό της στίβο, παρατηρούμε ότι, ειδικά τον τελευταίο αιώνα, χαρακτηρίζεται από παρατεταμένες μορφές ακυβερνησίας, με εναλλαγές αδύναμων κυβερνητικών σχημάτων, ανάδειξη περίεργων και αμφιλεγόμενων φυσιογνωμιών στην πολιτική σκηνή, έκανε σε συγκεκριμένες χρονικές συγκυρίες και στιγμές ορισμένες περίεργες στρατιωτικές συμμαχίες, ανέδειξε στην Ιστορία τον  φασισμό και τη φασιστική δικτατορία, και κάποια στιγμή, αργότερα, έφερε ένα καινούργιο αριστερό πολιτικό μοντέλο που ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης που βρίσκονταν υπό την σκεπή της Μόσχας, επηρεάζοντας έτσι τα ανάλογα κόμματα των άλλων χωρών της Ευρώπης, με ότι συνεπαγόταν φυσικά αυτό για τη συνέχεια της ιστορίας.

Η ευρωπαϊκή ιδέα ήταν καθ’ όλα σεβαστή από μια μεγάλη πορεία πολιτών της. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλοιώς, αφού εκεί, στη Ρώμη, στις 25 Μαρτίου 1957 υπεγράφη από τις αντιπροσωπείες του Βελγίου,  Δυτικής Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Λουξεμβούργου και Ολλανδίας,  η συνθήκη με την οποία ιδρυόταν η περίφημη και ελπιδοφόρα Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, άρχισε δειλά στην αρχή να διαφαίνεται κάποια στροφή στα αισθήματα των πολιτών της, όπως και σε πολλούς άλλους λαούς,  απέναντι στο κατασκεύασμα της σημερινής ευρωπαϊκής ένωσης. Με την τελευταία κρίση του κορονοϊού, παρατηρήθηκαν στο εσωτερικό της φαινόμενα ανήκουστα και απεχθή, όπως η παρεμπόδιση της προγραμματισμένης εισαγωγής ιατρικού υλικού από άλλα κράτη, και συγκεκριμένα από τη Γερμανία. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν γνωρίζουμε πιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων των κύριων χωρών του ευρωπαϊκού νότου, πλέον, με τις χώρες της βόρειας Ευρώπης πάνω στο κρίσιμο θέμα της επαπειλούμενης οικονομίας, λόγω της θύελλας των αντιδράσεων στο δύσκαμπτο ιερατείο των Βρυξελλών, παρά τις κάποιες εξισορροπητικές κινήσεις που δρομολογήθηκαν πρόσφατα.  Ανεξάρτητα όμως από την έκβαση  της όποιας συμφωνίας, η οποία προφανώς θα προσπαθήσει να βρεθεί κάπου στη μέση ικανοποιώντας προσωρινά όλους ή τουλάχιστον τους περισσότερους, πολλά θα αλλάξουν μελλοντικά, με πρώτο  την ανάδειξη γνωστών εθνικιστικών  τάσεων και στο εσωτερικό της Ιταλίας. Ίσως να μη φανεί σε όλη τη μεγαλοπρέπεια το γεγονός ενόσω το ενδιαφέρον των πολιτών της εντοπίζεται περισσότερο στα γεγονότα της Λομβαρδίας και του δύσμοιρου και απομονωμένου Μπέργκαμο.

Η παρέλαση των στρατιωτικών οχημάτων από τους νεκρωμένους δρόμους της πόλης ετούτης, τι εντύπωση θα αφήσουν στους μελλοντικούς συγγραφείς και ποιητές, άραγε, και πως αυτοί θα αποτυπώσουν το μοιραίο και αναπάντεχο γεγονός; Ο Γάλλος συγγραφέας Φρανσουά Ντε Λα Ροσφουκώ, στον δέκατο έβδομο αιώνα, είχε μια ζωή γεμάτη πάθη, σκάνδαλα και ερωτικές περιπέτειες, κι’ ίσως τελικά γι’ αυτό μας άφησε κάποια ρεαλιστικά  αποφθέγματα, όπως ας πούμε  εκείνο όπου  έλεγε ότι, «Οι επικήδειες πομπές ενδιαφέρουν περισσότερο τη ματαιοδοξία των ζωντανών, παρά τη μνήμη των πεθαμένων», αν λάβουμε υπ’ όψιν μας βεβαίως ότι λόγω της φύσεως και της μεταδοτικότητας της νόσου από τον κορονοϊό οι νεκροί του Μπέργκαμο και όχι μόνο, φεύγουν «μόνοι» τους, χωρίς την παρουσία των δικών τους. Πόσο προφητικός ήταν για τη μοίρα της πόλης αυτής κάποιους αιώνες πριν, ο Δανός συγγραφέας Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν όταν δημοσίευε το χρονικό της πανούκλας σε τούτη την πόλη, την «Πανούκλα στο Μπέργκαμο», όταν είδε τους κατοίκους της να τρώνε μέχρι  σκασμού τη μια μέρα αφού αύριο, όπως ισχυρίζονταν οι ίδιοι, θα βρίσκονταν κάτω απ’ τη γη; Όταν ο θάνατος βρισκόταν πανταχού παρών μέσα στα βρώμικα στενοσόκακα της μεσαιωνικής πόλης; «Όσο εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι παρών, αλλά θα εμφανισθεί όταν εμείς  δεν θα υπάρχουμε», έλεγε φιλοσοφώντας ο  Επίκουρος. Ο Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν (1847-1885), υπήρξε άτυχος αφού έφυγε από την μεταδοτική επίσης φυματίωση σε  ηλικία μόλις τριάντα οκτώ ετών. Πάντως για την ιστορία, διείδε τον δικό του θάνατο αργότερα, μετά από τα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα  στο άτυχο, διαχρονικά, Μπέργκαμο!  Την πατρίδα, τουτέστιν,  του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, που μετά από πολλές αλλαγές  και κατοχές προσαρτήθηκε τελικά στον εθνικό κορμό της Ιταλίας, το 1859,  από ένα άλλο  μεγάλο τέκνο της, τον Τζιουζέπε Γκαριμπάλντι!

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here