Του ΚΩΣΤΑ ΔΟΥΖΙΝΑ*

Κάθε Πάσχα ακούγοντας ξανά την εξιστόρηση της Ανάστασης γυρίζω σε ένα από τα μεγάλα μυστήρια που αγγίζουν την πιο καθημερινή και συνηθισμένη πράξη: την αφή, το άγγιγμα, το φιλί. Καθημερινή και μυστήρια. Ο παπάς διαβάζει το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο με τις τρεις γυναίκες που πήγαν στον τάφο και συνάντησαν τον λευκοντυμένο νεαρό.

Ο Ιωάννης έχει μια διαφορετική και πιο ενδιαφέρουσα περιγραφή (20,16). Η Μαρία Μαγδαληνή πηγαίνει στον τάφο και βλέπει τον Ιησού αλλά δεν τον αναγνωρίζει. Της λέει ο Ιησούς «γιατί κλαις; Ποιον ζητάς;». Η Μαρία τον περνάει για κηπουρό και απαντάει: «Αν τον βάστηξες εσύ, πες μου πού τον έβαλες κι εγώ θα τον πάρω». Της λέει ο Ιησούς, «Μαρία» και αυτή απαντάει «Δάσκαλε». Της λέει ο Ιησούς:

«ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν». Μη με αγγίζεις, πήγαινε στους αδελφούς μου και πες τους ότι ανεβαίνω στον ουρανό, στον πατέρα μου και πατέρα σας, Θεό μου και Θεό σας.

Είναι μια από τις πιο εικονογραφημένες ιστορίες στην παγκόσμια τέχνη. Την έχουν ζωγραφίσει ο Φρα Αντζέλικο, ο Φρα Μπαρτολομέο, ο Τίσιαν και ο Χολμπάιν μεταξύ άλλων.

Τι σημαίνει μη με ακουμπάς, δεν πρέπει, δεν μπορείς να με αγγίξεις; Το σώμα που δεν βρίσκεται στον άδειο τάφο, το «μη μου άπτου» σμιλεύει την εικόνα του θείου. Μόνο μέσα από την αναχώρηση και την απουσία, μόνο αν δεν τον αγγίζουμε, υπάρχει ο Θεός στα εγκόσμια. Δεν βρίσκεται στον τάφο ή τον επιτάφιο, δεν τον φιλάμε στον άδειο σταυρό τη Μ. Παρασκευή, ούτε τον αντικρίζουμε μαζί με τις Μαρίες το βράδυ της Ανάστασης. Ο Θεός είναι απών, ήρθε για να μην έρθει, έφυγε, δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε. Δεν τον κρατούν τα κεριά, οι σταυροί, τα αφιερώματα και τα άνθη. Ας αφήσουμε τον νεκρό στους νεκρούς, ας αφήσουμε τον Θεό στον πατέρα του, στο θεϊκό του σπίτι. Η δίκη του Χριστού μεταμορφώθηκε σε θεοδικία του ανθρώπου. Εμείς φταίμε για τα κακά που μας βρίσκουν. Ο Θεός είναι απών, ούτε μπορούμε ούτε πρέπει να τον ακουμπήσουμε.

Αλλά το «μη μου άπτου» μας βάζει αμφιβολίες που άγγιξε η Μαγδαληνή. Η αφή, το άγγιγμα, η πιο ανθρώπινη αίσθηση, όταν ακουμπάω το χέρι σου, ξέρω ότι είμαστε μαζί. Ακουμπώντας, χαϊδεύοντας, φιλώντας, σφίγγοντας το χέρι γίνομαι άνθρωπος. Γι’ αυτό ο Ιούδας φίλησε τον Χριστό, για να τον κάνει άνθρωπο για τον θάνατο. Αλλά η πανδημία οδήγησε στον φόβο της αφής. Δεν ανταλλάσσουμε χειραψίες, πλένουμε τα χέρια μας τακτικά, διατηρούμε αποστάσεις, φοράμε μάσκες στο πρόσωπο. Μπήκαμε στον πολιτισμό χωρίς αφή. Το άγγιγμα συνδέεται με τη μόλυνση, τη μετάδοση, την αρρώστια.

Η αφή με συνδέει με τον κόσμο και με τους άλλους. Το άγγιγμα και η αναγνώριση του προσώπου αποτελούν τους δύο τρόπους για την αυτογνωσία και αναγνώριση του άλλου. Στο άγγιγμα του άλλου και στο πρόσωπό του αναγνωρίζω τον εαυτό μου, την ιδιαιτερότητά μου, τον διακρίνω από αυτό που δεν είμαι. Και αναγνωρίζω τον άλλο ως κάποιον που, όπως και εγώ, έχει την αίσθηση του εαυτού. Η ανθρώπινη δράση και η επικοινωνία προϋποθέτουν αυτές τις δύο μορφές αναγνώρισης. Η αφή είναι επαφή. Το να υπάρχουμε και να συν-υπάρχουμε με τον άλλον και τον κόσμο. Το άγγιγμα είναι η επικοινωνία, η ανταλλαγή επιδράσεων, εντάσεων και δυνάμεων. Η αφή με συνδέει με τον κόσμο και με τους άλλους. Το άγγιγμα (Μη μου άπτου) και η μάσκα στο πρόσωπο (αδυναμία αναγνώρισης του άλλου) είναι οι δύο νόμοι τον καιρό της πανδημίας.

Ο φόβος μάς αγγίζει. Μας θυμίζει τη σημασία του αγγίγματος. Η αφή διαφέρει από τις άλλες αισθήσεις. Ολο μας το σώμα, η σάρκα πάσα, εμπλέκεται στην αφή. Το άγγιγμα απλώνεται σε όλο το σώμα. Η αφή είναι παντού. Δεν υπάρχει σώμα, δεν υπάρχει σάρκα, δεν υπάρχει εγώ χωρίς άγγιγμα. Οπως λένε οι ψυχολόγοι, το άγγιγμα μας κάνει να καταλάβουμε το σώμα μας, κάτι που δεν μπορεί να κάνει η όραση. Δεν βλέπουμε τον εαυτό μας να βλέπει. Βλέπουμε στον καθρέφτη τα μάτια μας, αλλά το μάτι δεν βλέπει τον εαυτό του. Υπάρχει μια τυφλή κηλίδα στην όραση. Το άγγιγμα, από την άλλη πλευρά, αισθάνεται ότι αισθάνεται. Αγγίζω σημαίνει αγγίζομαι, το άγγιγμα είναι άμεσο, δεν μεσολαβείται. Είναι δυνατόν να δούμε χωρίς να μας δουν, αλλά είναι αδύνατο να αγγίξουμε χωρίς να αγγιχτούμε.

Η αφή είναι λοιπόν ξεχωριστή αίσθηση. Η πιο απαλή αλλά και πιο δύσκολο να κατανοηθεί. Για τον μεγάλο φαινομενολόγο Merleau-Ponty, είναι διπλή και διφορούμενη, ενεργητική και παθητική, μια «διπλή αίσθηση». Οταν το δεξί μου χέρι αγγίζει το αριστερό, το αισθάνεται σαν αντικείμενο. Ωστόσο, το αριστερό χέρι αισθάνεται το άγγιγμα εσωτερικά, ως υποκειμενική εμπειρία. Το χέρι γίνεται και αντικείμενο και υποκείμενο της αφής, η σάρκα είναι αναστρέψιμη.

Αλλά ταυτόχρονα η αφή αγγίζει μόνο το όριο, το δέρμα. Ακόμα κι αν διεισδύσουμε σε κάτι, δεν αγγίζουμε παρά την επιφάνειά του. Εχουμε στην αφή μια περίπτωση της «λογική του ορίου», όπως την ονομάζει ο Derrida: αυτό που αφήνεται στο άγγιγμα το κάνει στα σύνορά του, δεν επιτρέπει η αφή του συνόρου να γίνει πιάσιμο του εσώτερου, κατανόηση του όλου. Είναι το άγγιγμα κάτι που κάνουμε ή κάτι που μας συμβαίνει; Μπορεί κάποιος να αγγίξει πραγματικά χωρίς να αγγιχτεί; «Η αφή είναι το διάστημα και η ετερογένεια της αφής. Το άγγιγμα είναι κοντινή απόσταση. Εγγύτητα του μακρινού, προσέγγιση του οικείου» (Nancy). Αποτελεί η αφή περίπτωση την αμφιβολίας μας για τα όρια της πραγματικότητας, τη δυνατότητα να την αγγίξουμε.

Η ζωή έχει τρία όρια: τον θάνατο, τον άλλο, το ασυνείδητο. Η επιθυμία θέλει να παραβιάσουμε το σύνορο, να εισβάλουμε και να κατακτήσουμε το παραπέρα, αυτό που μας υπερβαίνει, την άλλη πλευρά της ανθρώπινης περατότητας. Εδώ σηκώνεται η απαγόρευση: Μη μου άπτου.

Ετσι ίσως μπορέσουμε να αγγίξουμε αυτό που λέει ο μεγαλύτερος εν ζωή φιλόσοφος Ζαν Λικ-Νάνσυ στο Noli me tangere: «Η αγάπη και η αλήθεια σε αγγίζουν απομακρύνοντάς σε: αναγκάζουν όσους τους πλησιάζουν να υποχωρήσουν, γιατί η ίδια τους η ύπαρξη αποκαλύπτει, στην αφή την ίδια, ότι είναι απρόσιτες…Το «Μη μου άπτου» λέει… όχι μόνο να μην το κάνεις, αλλά ακόμα και αν το κάνεις (και ίσως η Μαρία η Μαγδαληνή το κάνει, ίσως το χέρι της είναι ήδη τοποθετημένο στο χέρι εκείνου που αγαπάει ή στα ρούχα του ή στο δέρμα του γυμνού σώματος), ξέχασέ το αμέσως. Δεν μπορείς να αγγίξεις ή να κρατήσεις τίποτα κι αυτό ακριβώς πρέπει να αγαπάς και να γνωρίζεις. Εκεί υπάρχει αλήθεια και αγάπη. Λατρεύω αυτό που ξεφεύγει. Αγάπα αυτό που φεύγει. Αγάπα το ότι φεύγει».

Μη μου άπτου. Δεν μπορείς να αγγίξεις τον Θεό ή την αλήθεια. Μόνο από μακριά, μόνο σε σκιές και οράματα, μόνο σε θαύματα και παραμύθια. Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις.

*Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, πρόεδρος του Ιδρύματος «Νίκος Πουλαντζάς»

Από Εφημερίδα των Συντακτών

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here