Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Δεν έχω ησυχασμό. Πάνω που άρχισα να ξεφεύγω από το όργιο της σφαγής και τις ακόλουθές της τσίκνες, έπεσα πρωί πρωί πάνω στις κρωξιές των ορνέων και τις σφυριξιές των φιδιών. Πύθωνες και βόες και οχιές και σαϊτες και δεντρογαλιές. Και καλά αυτές. Οι πύθωνες πού βρέθηκαν ξανά μετά τόσες χιλιετίες εξαφάνισης από την πανίδα της Μεσογείου.
Αχ αυτό το διαδίκτυο… Όσο περισσότερο εξαρτάσαι από αυτό, τόσο σε ποτίζει δηλητήρια· επειδή η πραγματικότητα είναι δηλητήριο -και «η τέχνη είναι ο πανικός ενώπιον της πραγματικότητας».
Πού έπεσα; Ένας «σοφός» ομότιμος καθηγητής στο blog του διακηρύσσει την συμπαράταξή του με τους «θεσμούς» και εξηγεί για ποιους λόγους συμβαίνει αυτό. Το κοινοποιεί ο συνήθως προκλητικός «νηφάλιος» αρθρογράφος, παραδόξως έλκων το μικρό όνομα από τη μεγάλη γιορτή των Ορθοδόξων· με τον «κομψό» και «στέρεο» λόγο που εσχάτως χαμηλώνει ραγδαία σε επίπεδο λαϊκής αγοράς στο Μισίρι· ο υπάλληλος εταιρείας υπό χρεοκοπία που θαλασσο-δανειοδοτείται έναντι αδήλων εξυπηρετήσεων. Ο «δημοσιογράφος» εκεί ψωμιζόμενος ή μάλλον παντεσπανιζόμενος.

Όχι δε με εκπλήσσει, δε με θυμώνει πιά η προκλητικά θορυβώδης παρουσία των ποικιλόχρωμων φιδόμορφων ανάμεσά μας. Εξακολουθεί όμως να με τρομοκρατεί η απήχησή τους ανάμεσα σε πολλούς. Αναμεσά τους και κάποιοι που αγωνίζομαι να αποδεχτώ ως δυνάμει συνομιλητές. Ο διάλογος προϋποθέτει κοινή στόχευση του «κοινού καλού» και την απουσία ακραίας τυφλής ιδιοτέλειας και του εξ αυτής απορρέοντος δόλου. Ή όχι; Ποιο όμως το «κοινό καλό» και πού η ανιδιοτέλεια; Πού ο διάλογος ανάμεσα σε ευνοημένους και ριγμένους, ανάμεσα σε πλούσιους και πένητες από κούνια ή στην πορεία, ανάμεσα σε «μη έχοντες» -εκ συγκυρίας ή ανικανότητας έστω-  και ακραία ανησυχούντες «κατέχοντες» -νομίμως ή παρανόμως, δικαίως ή αδίκως-, ανάμεσα σε αντιμαχόμενα «συμφέροντα»; Με ό,τι αυτά σηματοδοτούν.
Βάλε τον διαρκώς αδηφάγο λύκο να συζητήσει με το ξεκούδουνο αρνί και, πού θα πάει, κάπου θα τα βρουν…(ιδέ και τον «καλό λύκο» του Αρκά).
Μπα, δε μπορώ να αποφύγω την πόρνη τη διαλεκτική -ιδεαλιστική ή υλιστική. Ξεπετάγεται μπροστά μου την ώρα που αιθεροβατώ για το «τέλος της βαρβαρότητας» το «τέλος της πάλης των τάξεων» και μου τρίβει με χοντρό γυαλόχαρτο το άκαπνο μούτρο. «Η βία είναι η μαμή της Ιστορίας»! Τελεία και παύλα!

Η Άνοιξη πάντως εισέβαλε αναντίρρητη, ανήμερα της Πασχαλιάς -Πάσχα: το πέρασμα των Εβραίων από τη δουλεία των Φαραώ προς την Ελευθερία… Με άρπαξε από σακατεμένο χέρι χωρίς να με ρωτήσει, και σήμερα, Δευτέρα του Πάσχα, παραμέρισα τη μούχλα γύρω μου και βγήκα με τη μηχανή. Με τα μανιασμένα αγριολούλουδα να χρωματίζουν το ασπρόμαυρο της ζωής μου, τη νηνεμία σαν ρίγος στην κυρτωμένη ράχη, τράβηξα -εικονικά- ελεύθερος προς το κοντινό βουνό.
Εκεί όλα τραγουδούν τον αντιφατικό τόπο μου, κάθε ανθρώπου τον τόπο. Γιατί το βουνό είναι η ευκαιρία της ανεμπόδιστης θέασης αλλά και της ενατένισης, μακριά από τη βουή της πόλης.
Χριστός Ανέστη λέω κι εγώ, ο αμέτοχος της ετήσιας σφαγής των αμνοεριφίων.
Επειδή μόνη η Άνοιξη ξέρει πώς να λυθεί από τις αλυσίδες της και να παραμερίσει τα φίδια που πάντα ξυπνούν μαζί της. Χωρίς να τα σκοτώσει· χρειάζονται κι αυτά για τη φυσική ισορροπία, όση απέχθεια κι αν προκαλούν, όση παγωνιά θανάτου κι αν επάγουν γύρω τους.

Ζητείται ανάκληση του Απόλλωνος· να τοξεύσει ξανά τους Πύθωνες.
Όσους προλάβει πριν γυρίσει πίσω στην Προϊστορία.

Απρίλης 2015

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here