Μετανάστρια βαθιά ψυχή, αυθεντική υψηλή Τέχνη. Ο “μάγος” Blenard Azizaj (συνέντευξη)

 

Συνέντευξη στον ΑΝΤΩΝΗ ΣΚΟΡΔΙΛΗ

Η εκρηκτική πρώτη ύλη (μνήμη) της αυθεντικής Τέχνης ζει και παραμονεύει αδιάκοπα εντός στους αδιάκοπα εκτός…

 Φωτογραφίες από τους: Gadi Dagon, Judith Du, Giannis Loutsis, Niels Van Der Sten, Roy Tan, Jay Miller

Αυτή η συνέντευξη διόλου δεν μοιάζει με μια συμβατική συνέντευξη. Ερώτηση, απάντηση, ερώτηση ξανά που την τροφοδότησε η απάντηση και πάει λέγοντας. Περισσότερο μοιάζει με σπονδυλωτή κινηματογραφική αφήγηση που ρέει τόσο ανεμπόδιστα και επιθετικά διασχίζοντας εναλλάξ τόπους, χρόνους, γεγονότα, πρόσωπα, καταστάσεις, αλλά και βαθιά πανανθρώπινες ιδέες κι αξίες, ώστε κάποια στιγμή να νομίζεις ότι το τέλος και η αρχή γίνονται ένα. Καθένα βήμα ακόμα προς την ολοκλήρωση, τον προορισμό, μια ακόμα ματιά επιστροφής στις αφετηρίες, στην πρώτη ύλη, στις ρίζες.

Nardi 3

Από το 2011 ο τριάντα και ενός χρόνων σήμερα Αλβανικής καταγωγής χορευτής Blenard Azizaj – ο Νάρντι για τους φίλους της καρδιάς του – έχει εξελιχτεί και αναδειχτεί σε έναν από τους πλέον σημαντικούς χορευτές σύγχρονου χορού της διεθνούς χορευτικής σκηνής. Στο καλλιτεχνικό βιογραφικό του έχουν εγγραφεί δεκάδες παραστάσεις στις σημαντικότερες σκηνές και θέατρα όλου του κόσμου, αλλά και συνεργασίες με κάποιες από τις πλέον αναγνωρισμένες χορευτικές ομάδες, όπως η ομάδα του Akram Khan (Ηνωμένο Βασίλειο) και η Sasha Waltz & Guests (Γερμανία).  Με τις χορευτικές “κορυφές” των καιρών.

Μόλις δεκατρία χρόνια πριν ο – παράνομος μετανάστης τότε – Blenard Azizaj δοκίμαζε τη ζωή του στα ακραία της όρια στις δύσβατες βουνοκορφές των άγρια φυλασσόμενων ελληνοαλβανικών συνόρων.  Για δεύτερη φορά. Η πρώτη ήταν κάμποσα χρόνια πριν, παιδί μικρό ακόμα, 14 χρόνων. Τότε δεν τα κατάφερε…

 

Πως εντέλει τα κατάφερε; Όχι εκείνη τη μια φορά δεκατρία χρόνια πριν, αυτή δεν έχει πλέον τόση σημασία, την αφήνει πίσω του ο χρόνος. Όχι μόνο εκείνη τη φορά, αλλά μια ζωή ολάκερη έκτοτε, στη διάρκεια της οποίας ο παγκόσμια “αναγνωρισμένος” σήμερα Blenard Azizaj αναμετριέται αδιάκοπα με τα όριά του.

Η εκρηκτική πρώτη ύλη, η βαθιά αποθηκευμένη μνήμη της αυθεντικής Τέχνης, ζει και παραμονεύει αδιάκοπα, εντός αυτών που ζουν και παραμονεύουν αδιάκοπα εκτός. Η συνέντευξη – αφήγηση του “μάγου” του σύγχρονου χορού Blenard Azizaj  είναι εξαιρετικά αφιερωμένη σε αυτούς (και μόνο) που μπορούν να νιώσουν και να καταλάβουν τι είναι αυτό – το τόσο βαθύ, πολύτιμο, αυθεντικό – που χάνεται όταν μια μετανάστρια ψυχή, μια μετανάστρια ζωή, εγκαταλείπεται απροστάτευτη, αφήνεται να χαθεί. Σε αυτούς (και μόνο) που μπορούν να νιώσουν και να καταλάβουν τι πραγματικά είναι και τι αληθώς σημαίνει πολιτισμός.

Ταινία τρόμου, η πρώτη φορά σε ηλικία 14 χρόνων (και ήτανε και live)

*Η πρώτη φορά που επιχείρησαν να περάσω τα σύνορα ήταν σε ηλικία 14 χρόνων, 17 χρόνια πριν. Αποτυχία! Οι αστυνομικοί μας εντόπισαν μέσα στη νύχτα. Όπλα, φακοί, Μας σημάδευαν και μας έβριζαν σα να ήμαστε εγκληματίες. Είχαμε περπατήσει μισή μέρα περίπου.

Ήμαστε πέντε άνθρωποι. Από αυτούς γνώριζα μόνο τον ένα, ήταν ο ξάδελφος μου. Όλοι μας με όνειρο να περάσουμε την πύλη του παραδείσου. Μας βάλανε φυλακή. Ήμουν ο πιο μικρός από όλους. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που “έβλεπα”  ταινία τρόμου και ήτανε και live.

Ένιωθα χαμένος. Δεν είχα ιδέα τι και γιατί συνέβαινε. Απλώς παρατηρούσα. Τα πρόσωπα των θυμών, το απέραντο μίσος και τον θυμό τους. Ήταν η πρώτη φορά που πραγματικά ένιωσα τι σημαίνει η στέρηση της ελευθερίας, η φυλάκιση, τα σίδερα. Επί μια ολόκληρη μέρα “σπούδασα” αυτό το ιδιαίτερο, εμετικό συναίσθημα. Μετά μας γύρισαν πίσω. Στα σύνορα. Και ο καθένας πήρε τον δρόμο του…

Το πέρασμα της “πόρτας του παραδείσου” στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης

*Η δεύτερη φορά που επιχείρησα να περάσω την πόρτα του παραδείσου ήταν 13 χρόνια πριν, στα 18 μου χρόνια. Ήμασταν έξι άνθρωποι, άγνωστοι μεταξύ μας, εξαπατημένοι. Οδηγός μας κάποιος που υποτίθεται ότι γνώριζε. Καλά πληρωμένος για αυτή του την παράσταση.

Nardi 5

Μας είχε διαβεβαιώσει, δεν ήταν δα και δύσκολο, θέλαμε πολύ να διαβεβαιωθούμε. Πέντε ώρες μόνο περπάτημα και, κατόπιν, θα μας περίμενε αμάξι. Να μας μεταφέρει με ασφάλεια στον κόσμο του ονείρου, στη μεγάλη Αθήνα.

Το πεντάωρο πέρασε και εμείς ακόμα περπατούσαμε. Μπροστά μας ένα ποτάμι, ένα  μεγάλο ποτάμι. Εμπόδιο απρόσμενο. Είμαστε απροετοίμαστοι παντελώς γι’ αυτό. Για να διευκολύνουμε την πορεία μας είχαμε μαζί μας μόνο κάποια “βασικά”, ούτε καν φαγητό, πόσο μάλλον ρούχα για να αλλάξουμε. Μήνας Μάρτιος, άγριο το κρύο στα βουνά.

Αντιμέτωπο με το άγνωστο, αγνοώντας αυτό που έπεται, το σώμα μεταμορφώνεται, εισβάλλει σε μια άλλη διάσταση. Βουτιά στο σκοτεινό ποτάμι έχοντας δυο επιλογές, είτε επιστροφή στο σπίτι είτε συνεχίζεις. Βούτηξα στην άλλη διάσταση και πέρασα. Η αίσθηση είναι ακόμα, θα είναι πάντα, καταχωρημένη στις μνήμες. Το σώμα να μην αισθάνεται τίποτε πια από το κρύο.

Απέναντι. Όλοι οι άλλοι είχαν οικογένειες και παιδιά. Αυτά θα πρέπει να σκέφτονταν κάποιοι και έκλαιγαν. Εγώ μόνος. Έτρεμα, το κρύο ανίκητο, στα πιο ακραία όριά μου, ένιωθα ότι άλλο δεν μπορούσα.  Δεν μπορούσαμε να ανάψουμε φωτιά, κυριαρχούσε ο φόβος ότι θα την εντόπιζαν με τα κιάλια τους οι στρατιώτες και θα μας συλλαμβάνανε. Μια άγρια παράσταση βυθισμένη στη σιωπή, φωτισμένη μόνο από το φεγγάρι…

Ένας μόνο είχε ρούχα μαζί του και άλλαξε. Ήρθε για μια στιγμή και με κάλυψε με το σώμα του, εκείνη τη στιγμή ένιωσα το στεγνό αγκάλιασμα σαν πάπλωμα επάνω μου. Δεν ξέρω πόσο κράτησε η στιγμή, μπορεί να ήταν λίγα δευτερόλεπτα, όμως στους κωδικούς μου έχει εγγραφεί σαν κάμποσα λεπτά.

Με το τέλος της στιγμής, ο οδηγός μας, αυτός που μέχρι τότε παρίστανε ότι ξέρει που πηγαίνουμε, το παραδέχτηκε. Ότι δεν ξέρει που πάμε, έχουμε χαθεί. Κάποιοι τότε αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω, σε ένα κοντινό χωριό, δίπλα στα σύνορα. Κάποιοι άλλοι, ανάμεσά τους και εγώ, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε το περπάτημα μπροστά, στο άγνωστο. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Ήδη είχαμε περπατήσει αρκετά, πάρα πολύ για να γυρίσουμε πίσω…

Σε έδαφος ελληνικό…

*Πέρα από τα σύνορα, σε ελληνικό πλέον έδαφος. Αδιάκοπο περπάτημα μέσα στη νύχτα, μόνο με το φως του φεγγαριού γιατί δεν γινόταν αλλιώς, θα μας έβλεπαν οι αστυνομικοί. Από το περπάτημα και τη ζεστασιά του σώματος τα ρούχα είχαν στεγνώσει.  Έφτασε και η ημέρα. Περπατάγαμε μέσα στα βουνά, σε μικρούς δρόμους, χωρίς να ξέρουμε που πάμε. Μπροστά μας ξεπρόβαλλε ένας τσοπάνης, ήταν κάπου κοντά στο σπίτι του, ήταν μαζί με όλα του τα ζώα. Τα σκυλιά του γαύγιζαν άγρια, σαν έτοιμα να μας ορμήσουν, όμως τα σταμάτησε. Χωρίς φόβο, επειδή ένιωσε ότι ήμαστε ακίνδυνοι και υποφέραμε, μας βοήθησε…

Nardi 1

Μας οδήγησε στο σπίτι του όπου μας κράτησε για λίγες ώρες. Ζεσταθήκαμε, μας έδωσε και να φάμε. Έδειχνε καλός, όμως φοβόμαστε μήπως καλέσει την αστυνομία και όλα πάνε χαμένα. Όμως δεν έδειχνε μόνο αλλά και πράγματι ήταν πολύ καλός. Φύγαμε, τον χαιρετίσαμε. Μας έδωσε και λίγο φαγητό για τον δρόμο…

*Επόμενη νύχτα. Αδιάκοπο το περπάτημα. Ένα ακόμα ποτάμι στην πορεία μας. Πολύ μεγαλύτερο από το προηγούμενο. Ένιωθες πόσο βαθύ είναι, πόσο εύκολα μπορεί να σε παρασύρει. Αγωνία. Και το κρύο απερίγραπτο…

Μέχρι σήμερα, δεν έχω δει, δεν έχω νιώσει ποτέ στη ζωή μου κάτι πιο επικίνδυνο από αυτό το ποτάμι. Το βαθύ, ορμητικό ποτάμι, που μέσα στη νύχτα και το βαθύ σκοτάδι θα έπρεπε να διασχίσουμε, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε χωρίς να μας δουν οι στρατιώτες. Έπρεπε να περάσουμε σε μια γραμμή, βαστώντας όσο πιο γερά γινόταν από τα κλαδιά του ένα δέντρο που είχε πέσει μέσα στην κοίτη.

Το παιδί που ήταν πίσω μου δεν άντεξε, γλίστρησε το πόδι του, τα ορμητικά νερά έμοιαζαν έτοιμα να το “πάρουν”. Αντανακλαστικά άρπαξα το χέρι του. Ούρλιαξα με όση δύναμη είχα: «Κρατήσου δυνατά. Μην αφήνεσαι». Κρατήθηκε. Ξέρω βαθιά μέσα μου πως από κείνη τη στιγμή κάτι νέο διείσδυσε στο σώμα μου, αναμείχτηκε με το είναι μου. Ένα είδος ενέργειας, υπέρ-εμπιστοσύνης, άγνωστης μέχρι τότε. Αυτή η αίσθηση της επιβίωσης μέσα τις πιο άγριες συνθήκες …

*Περάσαμε. Συνεχίσαμε το περπάτημα σε άγνωστη κατεύθυνση. Η επικοινωνία με το κινητό τηλέφωνο – με κάποιον κάπου ο οποίος θα μας έπαιρνε με αυτοκίνητο για να μας πάει στην Αθήνα – εξαιρετικά δύσκολη, προβληματική μέσα στα βουνά. Αυτός που την είχε αναλάβει δεν μπορούσε να συνεννοηθεί σωστά, άλλωστε δεν ήξερε καν που βρισκόμασταν ώστε να μπορέσει να ορίσει σημείο συνάντησης. Έπρεπε πια να καταλάβουμε που βρισκόμασταν. Αγωνία.

Φτάσαμε σε ένα λόφο. Από κει μπορούσαμε να δούμε και δρόμο με αυτοκίνητα που κυκλοφορούν. Καθίσαμε να ξαποστάσουμε. Όλοι εκτός από τον έναν που έπρεπε να καταλάβει που βρισκόμασταν για να συνεννοηθεί. Να δει πως λέγεται ο δρόμος, αν υπάρχει καμιά ταμπέλα που να δείχνει ποιο χωριό είναι κοντά, αυτά τα πράγματα. Τα έκανε και σε λίγες ώρες το αυτοκίνητο που θα μας έπαιρνε στην Αθήνα ήρθε.

Μόνο τέσσερις μπορούσαν να είναι μέσα στο αυτοκίνητο, τέσσερις μαζί με τον οδηγό. Οι άλλοι δυο μέσα στο πορτμπαγκάζ. Ήταν πολλές οι ώρες, το κάναμε εναλλάξ. Και έτσι φτάσαμε στην “μεγάλη” Αθήνα.

* Ο ήλιος της Αθήνας, ήταν το πρώτο πράγμα που παρατήρησα, έμοιαζε κάπως διαφορετικός, πιο φωτεινός. Δεν αισθανόμουν τα πόδια μου, ήταν τόσο πρησμένα που τα ένιωθα κομμένα….

Στην Αθήνα ζούσαν η αδελφή μου με τον άντρα της και την κόρη τους. Για ένα μήνα με φιλοξένησαν, με στήριξαν. Ήξερα όμως ότι δεν θα έμενα μαζί τους για πολύ. Με το ζόρι χωρούσαν στο μικρό τους σπίτι. Αποφάσισα να φύγω. Στη Σύρο. Εκεί που ζούσαν κάποια από τα ξαδέλφια μου.

Σύρος: Ελεύθερος φυλακισμένος…  

Πολύ δύσκολα εκεί. Χωρίς δουλειά, χωρίς χρήματα. Μικρός τόπος, μου έλεγαν τα ξαδέλφια μου ότι κυκλοφορούν πολύ αστυνομικοί με πολιτικά, ασφαλίτες. Ήταν εποχή τότε που διαρκώς κυνήγαγαν και συλλαμβάνανε μετανάστες, οι περισσότεροι από την Αλβανία, εγώ δεν είχα χαρτιά, ήμουν παράνομος, τα ξαδέλφια μου έλεγαν να μην βγαίνω έξω πολύ. Μέχρι και έναν μήνα σε φυλάκιζαν άμα σε έπιαναν, περίμεναν έναν προς έναν μέχρι να συλλάβουν πολλούς, μετά τους έστελναν όλους μαζί στην Αλβανία. Ακούγοντας αυτές τις ιστορίες, τις πρώτες τρεις εβδομάδες καθόμουν συνεχώς μέσα στο σπίτι. Εκτός από λίγη ώρα το βράδυ στο μπαλκόνι, και κάνα δυο φορές που πολύ προσεκτικά περπάτησα στα στενά σοκάκια κοντά στο σπίτι.

Στις τρεις εβδομάδες η αντοχή μου εξαντλήθηκε. Δεν μπορούσα άλλο να νιώθω φυλακισμένος, να μην βγαίνω, να μην βλέπω έστω λίγο την ομορφιά του νησιού – μου μίλαγαν γι’ αυτήν – τους ανθρώπους του. Να μην μπορώ καν να βλέπω και να παρατηρώ άλλα πρόσωπα από αυτά της φυλακής μου, να ακούω τη γλώσσα τους, να μαθαίνω πως μιλάνε, πως εκφράζονται, πως επικοινωνούν. Φυλακισμένος σε ένα σπίτι στη χώρα της ελευθερίας…

Δεν αντέχονταν αυτές οι σκέψεις. Μίλησα στον ξάδελφο μου τον Bledi, του μίλησα όπως ακριβώς το ένιωθα: “Θέλω να βγω, δεν μπορώ άλλο. Αν με πιάσουν ας με πιάσουν. Θέλω μέσα στην παρανομία μου να μπορώ να αισθάνομαι την ελευθερία”. Κατάλαβε, δεν μπορούσε να αρνηθεί. Βγήκαμε.

azizaj

Περπατάγαμε. Για λίγο. Ένα αμάξι με ασφαλίτες εμφανίστηκε ακριβώς πίσω μας. Γέρνει πίσω το κεφάλι ο ξάδελφος, κοιτά προσεχτικά προς το μέρος τους, φοβάται. Για μένα, αυτός έχει χαρτιά, είναι νόμιμος. Για καλή μας τύχη μπροστά μας άλλος δρόμος, στενός, αμέσως στρίβουμε. Έμπειροι οι ασφαλίτες μας κατάλαβαν, με μεγάλη ταχύτητα βγήκαν μπροστά μας. Πίσω ξανά εμείς, προς το σημείο που πριν είχαμε στρίψει. Τρεχάλα μετά προς το σπίτι. Φοβήθηκα πολύ. Μετά από αυτό έκατσα και άλλο καιρό μέσα χωρίς να επιχειρήσω να βγω.

Δεν ήθελα να με εντοπίσουν και συλλάβουν, δεν ήθελα να γυρίσω πίσω στην χώρα μου. Εκεί όπου είχα ξεκινήσει το πανεπιστήμιο μα το παράτησα διότι δεν μπορούσα οικονομικά. Ούτε οι γονείς μου μπορούσαν οικονομικά να βοηθήσουν. Ήταν φτωχοί, ήμασταν φτωχή οικογένεια. Ήταν, όμως, πλούσιοι, πολύ πλούσιοι στην καρδιά τους, ήταν πολύ πλούσιοι και στην κουλτούρα που μου έδωσαν. Μου έδωσαν κάτι σπάνιο, κάτι μαγικό, την ελευθερία, την αγάπη για την ελευθερία. Ο πατέρας μου με έχει “γεμίσει” με μια φράση – “πάντα μπροστά, πάντα δυνατά” – που μου την έλεγε διαρκώς και νομίζω ότι ήταν καθοριστική στη ζωή μου. Είμαι περήφανος για τους γονείς μου…

Ένα βαθιά κρυμμένο κάπου εκεί μέσα άσβεστο πάθος…        

*Πέρασε λίγος καιρός, βρήκα μια δουλειά. Κουβάλαγα πέτρες με καρότσι. Μετά μια άλλη. Έφτιαχνα λάσπη για χτίσιμο σπιτιών. Μετά μια ακόμα. Κουβάλαγα σίδερα για τις κολώνες των σπιτιών. Και άλλη μια. Έπλενα πιάτα στην ταβέρνα και έφτιαχνα τις σαλάτες για τους πελάτες. Παρατηρώντας τον Χρίστο, τον μάγειρα, έμαθα να μαγειρεύω. Απλά παρατηρώντας. Αισθανόμουν πλέον λίγο καλύτερα, δούλευα και έπαιρνα και κάποια χρήματα.

Άρχισα να κάνω δυο δουλειές την ημέρα. Έβαζα ξύλινα πατώματα σε βίλες το πρωί και το βράδυ δουλειά στην ταβέρνα. Άρχισα με πολύ προσοχή να βγαίνω και έξω. Σύχναζα σε ένα, η κατάσταση παρανομίας μου απαγόρευε να γυρνάω σε πολλά, Bohem del Mar λεγόταν. Καλούσα ταξί στο σπίτι για να με πάει εκεί και μετά για να με γυρίσει.  Έπρεπε να προσέχω πάρα πολύ. Με τον ξάδελφο μου συναντιόμασταν και μιλάγαμε μόνο μέσα στο μπαρ, με τους άλλους συμπατριώτες δεν έκανα καθόλου παρέα, δεν γινόταν. Τους ήξεραν όλους στο νησί, δεν ήθελα λόγω της παρανομίας να με ξέρουν και μένα.

Μου άρεσε να χορεύω. Με θυμάμαι να ακούω Michel Jackson και να χορεύω πάνω στο μπαρ. Δεν μπορώ να σκεφτώ το “γιατί”, δεν το ξέρω. Θυμάμαι μόνο την ευχή που μια φορά χορεύοντας στο μπαρ έκανα. Μακάρι κάποιος να μου πει κάτι…

Η σχέση μου με τον χορό; Δεν γνώριζα απολύτως καμία τεχνική. Ένα πάθος μέσα μου, εκεί μέσα κρυμμένο ανύποπτα, αυτό ήταν ο χορός. Ένα πάθος όμως που ένιωθα, ήξερα, ότι κάθε μέρα γινόταν και πιο ισχυρό. Άσβεστο.

Ένα από τα βράδια στο μπαρ γνώρισα την Αγγελική. Χορεύτρια, καθηγήτρια χορού, η σχολή της στη Σύρο. Μας σύστησε ένας φίλος, ο Κωνσταντίνος, αρχίσαμε να τα λέμε. Μου πρότεινε να παρακολουθήσω μαθήματα χορού στη σχολή της…

Εκπαίδευση στη τέχνη χορού.

*Ήμουν χαρούμενος. Επειδή δούλευα και χόρευα. Ταυτόχρονα, εξακολουθούσα να είμαι ένας παράνομος, όμως πλέον με έναν τρόπο είχα αποδεχτεί μέσα μου την παρανομία, δεν ήταν πια τόσο μεγάλο πρόβλημα.

Είχαν περάσει δυο μήνες. Όταν η Αγγελική με πλησίασε και μου είπε ότι μια πρώην δασκάλα της στην Αθήνα θα μπορούσε να με βοηθήσει να προχωρήσω, να εξελιχτώ στον χορό. “Επειδή τα πας πολύ καλά”, αυτά ήταν τα λόγια της, “και αφομοιώνεις πολύ γρήγορα όλες τις πληροφορίες”…

Nardi 4

“Πηγαίνω στην Αθήνα για τρεις μέρες”, αυτό είπα στον ξάδελφο μου και στην δουλειά, “τρεις μέρες και μετά θα έρθω πίσω”.

Στην Αθήνα συνάντησα την Αλίκη, έτσι λεγόταν η πρώην δασκάλα της Αγγελικής, το ίδιο βράδυ έκανα ένα μάθημα χορού στη σχολή της.

Μιλήσαμε. Της είπα για όλα τα προβλήματά μου. “Μην ανησυχείς”, με διαβεβαίωσε, “όλα θα ξεπεραστούν, όλα θα γίνουν, όμως χρειάζεται χρόνος”.

Ξεκίνησα τα μαθήματα. Η Αλίκη με βοήθησε αφάνταστα. Εξηγούσε τα πάντα με υπομονή και επιμονή αξιοθαύμαστη. Μέσα της γνώριζε καλά όλα τα βήματα που θα έπρεπε ένα προς ένα στη συνέχεια να κάνω. Το κατάλαβα αυτό όταν μετά από πολύ δυνατή δουλειά και προετοιμασία μου είπε με τρόπο που δεν σήκωνε αμφισβήτηση ότι επόμενο βήμα ήταν οι εισαγωγικές εξετάσεις που έπρεπε να δώσω στην Κρατική Σχολή χορού. Μέχρι τότε δεν ήξερα καν τι είναι η Κρατική…

Κρατική Σχολή χορού στην Αθήνα.

*Έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις και πέρασα στο “προπαρασκευαστικό”. Κατόπιν αυτού έγινα νόμιμος, πήρα τα χαρτιά μου, την σπουδαστική βίζα μου. Η χαρά μου ήταν προφανώς μεγάλη. Ταυτόχρονα, όμως, δεν καταλάβαινα τι μου συνέβαινε…

Οι εποχές εξακολουθούσαν δύσκολες. Πολύ δύσκολες. Δεν είχα σταθερή δουλειά, δεν είχα σπίτι, κοιμόμουνα σε σχολές χορού και σε θέατρα.

Οι όποιες δουλειές έβρισκα και έκανα παράλληλα με τις σπουδές στην Κρατική ήταν δύσκολες. Σερβιτόρος, μπάρμαν, τέτοιες. Κοιμόμουνα ελάχιστα. Κάποιες στιγμές ένιωθα ότι δεν άντεχα, δεν μπορούσα άλλο αυτή την κούραση. Δυσκολίες χωρίς τέλος, η μια πίσω από την άλλη…

Όμως η Κρατική Σχολή χορού, η ζωή σε αυτή, ήταν σε ότι αφορά την σχέση μου με την τέχνη του χορού, τον χορό εντός μου, ένα μεγάλο μάθημα. Έμαθα πολλά. Από όλους τους καθηγητές μου. Τους αγάπησα όλους, ποτέ δεν κριτίκαρα, απλά δούλευα, συνέχεια δούλευα. Ήταν τόσο μα τόσο ωραίες αυτές οι δυσκολίες…

Η Κρατική με δυνάμωνε, ολοένα και περισσότερο. Ήμουν, πάντα είμαι μέχρι και σήμερα, καλός παρατηρητής. Είναι τέχνη, μια άλλη τέχνη, να μπορείς και να ξέρεις να παρατηρείς. Σέβομαι τους ανθρώπους που κάνουν κριτική, ιδιαίτερα αυτούς που ξέρουν τι και γιατί κρίνουν, όμως είναι πολύ ωραία – πιστέψτε με – η τέχνη της παρατήρησης. Προϋποθέτει καλή σχέση με την ελευθερία, είναι μια άλλη ζωή…

Αυτό, η τέχνη να παρατηρώ, με βοήθησε πολύ στην κρατική. Απίστευτο μέρος, απίστευτοι άνθρωποι. Μέσα από αναμετρήσεις, αλήθειες, διεκδικήσεις, αυτό το μέρος, αυτό οι άνθρωποι, έχουν κάτι ικανό να σε μετασχηματίσει σε ξεχωριστό, αληθινά και βαθιά ευαίσθητο…

Με το πέρασμα του χρόνου άρχισα να κάνω κάποιες μικρές δουλειές που μου έδιναν κάποια χρήματα, όπως λίγη τηλεόραση. Γνώρισα ανθρώπους που καθένας με τον τρόπο του με βοήθησαν. Μέσα μου κουβαλάω για τον καθένα τους ένα μεγάλο “ευχαριστώ”…

Ήμουν τυχερός. Που συνάντησα στην Ελλάδα αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους. Που καθένας με τον τρόπο του με βοήθησαν πολύ για να είμαι σήμερα εδώ που είμαι. Αυτό το “ευχαριστώ” – δεν είναι σχήμα λόγου – βγαίνει από τα βάθη της καρδιάς μου.

Μια κουβέντα για την Παυλίνα. Πόσο μα την αλήθεια πολύτιμη η βοήθειά της! Μου είχε παραχωρήσει ένα μέρος όπου μπορούσα να έχω τα πράγματά μου. Μέχρι τότε δεν είχα καμιά τέτοια “βάση”, ήμουν διαρκώς σκορπισμένος σε κομμάτια. Η βάση, το σπίτι, η βάση που προσφέρει ένα απλό σπίτι, είναι κάτι πολύ σημαντικό. Η δική μου, η πραγματικά δική μου, άργησε να έρθει. Ήρθε μετά από πολλά χρόνια…

nardi 6

Από το πρώτο κιόλας χρόνο των σπουδών στην Κρατική ξεκίνησα να χορεύω με τους Hellenic Dance Company. Ήταν πολύ σπουδαίο, μπόρεσα να εγγράψω στο σώμα το νου και την ψυχή, ώρες επί ωρών χορού.

Μπήκα το 2006 στην Κρατική Σχολή χορού της Αθήνας και αποφοίτησα το 2010.

Επόμενη φάση. Στην Ευρώπη, στον κόσμο ολάκερο…

*Από το 2011 άλλη φάση της ζωής μου. Έφυγα από την Ελλάδα, νέες περιπέτειες. Στην Ευρώπη και αλλού, σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Χορεύοντας με μεγάλες ομάδες χορού απευθυνόμενες στο παγκόσμιο κοινό.

Η ζωή ενός ανθρώπου της επιβίωσης, ενός τσιγγάνου. Αυτή είναι η πρώτη ύλη, το πνεύμα της ζωής που κάνω αυτά τα χρόνια. Δεν με παρασύρει κάποιος σε αυτή τη ζωή, αυτή η ζωή είμαι εγώ.

Είναι μια ζωή όπου οι εκπλήξεις, οι χαρές, οι επιτυχίες και οι δυσκολίες διαδέχονται η μια την άλλη. Νιώθω με έναν τρόπο ευγνώμων μέσα μου που γίνονταν και γίνονται έτσι τα πράγματα, που είχαν αυτή την κατεύθυνση, γιατί αυτή η κατεύθυνση είμαι εγώ.

Χρειάζεται τρέλα, ρίσκο, μπόλικη αλήθεια και εντιμότητα. Είναι απαραίτητος ο συνδυασμός της εσωτερικής δύναμης και της τύχης για να κτίσεις σε τούτη τη ζωή κάτι. Έχουν περισσότερο νόημα τα πράγματα, περισσότερο πλούτο, όταν τα διεκδικείς, όταν τα ζεις στα όρια, επικίνδυνα. Τίποτε έτοιμο, τίποτε “στο πιάτο”. Μόνο οι ανάγκες, οι βαθιές ανάγκες, να διεκδικείς στο “πιάτο” σου με αγώνα όσα περισσότερα μπορείς, να λαμβάνεις όσα περισσότερα από αυτά που χρειάζεσαι. Χωρίς ποτέ να βλάπτεις κανέναν…

*Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι μπορείς, πόσο μπορείς, αν δεν δοκιμαστείς και δοκιμάσεις. Σεβόμουνα πάντα όλες τις γνώμες, αλλά πάντα σε τούτη τη ζωή έπρεπε να παίρνω εγώ, μόνος μου, τις αποφάσεις που με αφορούν. Για τα πάντα…

Δεν εμπιστεύομαι τα λόγια, δεν βασίζομαι σε αυτά. Νιώθω εμπιστοσύνη ότι θα γίνουν τα πράγματα όταν γίνονται, όταν τα παρατηρώ να προετοιμάζονται και να εξελίσσονται. Δε νιώθω φόβο για την αποτυχία.

Αγαπώ την ζωή. Τους ανθρώπους. Έχω μεγάλο σεβασμό για αυτούς τους ανθρώπους που παλεύουν, είναι πολεμιστές της επιβίωσης. Τους διακρίνω. Είναι αυτοί που σου προσφέρουν όμορφο χαμόγελο, σου προσφέρουν αληθινά πράγματα από μέσα τους. Η αλήθεια, η σχέση με αυτή, ωριμάζει εντός.

Την πραγματική αξιοπρέπεια, την εντιμότητα, την βρίσκεις σε ανθρώπους που πάλεψαν πολύ στη ζωή τους, για τη ζωή τους. Ξέρουν τι είναι ζωή. Και είναι υπέρ-ευαίσθητοι για καθετί που είναι ζωή. Επειδή αγωνίστηκαν για να επιβιώσουν και επιβίωσαν.

Ομάδες χορού. Κάποιες από τις σημαντικότερες σε όλο τον κόσμο. Η “ματιά” της αυθεντικής μετανάστριας ψυχής …

*Είναι όλες τους μικρές κοινότητες, όλοι οι χαρακτήρες και οι δυναμικές τους συνυπάρχουν. Στη τέχνη του χορού, γενικότερα σε όλες τις υψηλές τέχνες, μια λεπτή διαχωριστική γραμμή, πάντα και παντού η ίδια, σε δοκιμάζει, σε παραμονεύει. Δουλεύουμε συνέχεια με το Εγώ, όμως δεν πρέπει να ξυπνάς το Εγώ. Αναγκαία συνθήκη για την ισορροπία διαρκείας με τον εαυτό.

Δουλειά, διαρκώς δουλειά, και σεβασμός. Στην δουλειά όλων. Φυσικά υπάρχει πρόκληση, φυσικά υπάρχει ανταγωνισμός. Όμως υπάρχει καλός και κακός ανταγωνισμός…

Στο παιχνίδι με το Εγώ, στο παιχνίδι του Εγώ, η υψηλή Τέχνη, η διεκδίκησή της, δεν επιτρέπει τον όποιο “άλλο” σε ρόλο ανταγωνιστή. Μόνος με τον εαυτό σου, αυτόν έχεις ως μέτρο. Όχι ως ανταγωνιστή, ως μέτρο. Είναι το μόνο υψηλό, το μόνο αυθεντικό μέτρο. Υψηλή τέχνη, αυθεντική τέχνη, είναι το μέτρο της διαρκούς της διεκδίκησης. Μόνο αυτό, κανένα άλλο…

Μόνοι. Εμείς. Ο καθένας μας. Εμείς, είτε το μαύρο, είτε το άσπρο πρόβατο. Επιλογή μας η θέση που αναγνωρίζουμε ως δική μας, επιλογή μας η διεκδίκησή της…

Το ένστικτο της υψηλής τέχνης, η υψηλή τέχνη του ενστίκτου.

*Το ένστικτο της υψηλής τέχνης καλλιεργείται διαρκώς, μόνο έτσι – διαρκώς εξελισσόμενο – μπορεί να υπάρχει. Υπάρχει, όμως, μια πρώτη ύλη, μια ισχυρή τέχνη εντός που πασχίζει να εκφραστεί και εκφράζεται πολύ δύσκολα, πάρα πολύ δύσκολα, μόνο μέσα από τα δύσκολα, μόνο αν ωριμάσει μέσα από τα δύσκολα. Η πρώτη ύλη, η ισχυρή τέχνη εντός μας, η τέχνη του ενστίκτου, είναι η διαρκής και εν δυνάμει ικανότητά μας να εκραγούμε, η αυθεντική πρώτη ύλη της έκρηξης. Χρειάζεται διαρκή προσοχή, προστασία, μπόλικη δουλειά για να κρατιέται ζωντανή, ενεργή.

Δεν γεννιέσαι με το ένστικτο της υψηλής τέχνης, εγγράφεις διαρκώς πληροφορίες από τους άλλους, έτσι το προσεγγίζεις. Αντίθετα, η υψηλή τέχνη του ενστίκτου είναι από τη στιγμή της γέννησης εντός, είναι εσύ. Το ένστικτο της υψηλής τέχνης όταν η τέχνη του ενστίκτου δεν είναι ζωντανή, είσαι … οι άλλοι.

Επιστροφή στις ρίζες, στους τόπους της πρωταρχικής μνήμης…

*Θα αργήσω λίγο ακόμα να επιστρέψω στις ρίζες μου, να συναντηθώ ξανά με τις αφετηρίες μου. Νιώθω ότι έχω πολλά να κάνω μέχρι να το αποφασίσω, δεν είμαι έτοιμος, χρειάζομαι χρόνο…

Χρόνος. Γνωριμίας με τον εαυτό από απόσταση, συνείδησης αυτού που σε συνδέει με την αρχή σου, τις ρίζες σου. Όμως θα έρθει η στιγμή. Το ξέρω. Το θέλω.

Έχει πολλά εκεί που με αφορούν. Να δώσω και να πάρω. Όχι ακόμα, είναι ακόμα νωρίς. Χρειάζομαι ακόμα να βλέπω από απόσταση. Ζούσα 18 χρόνια εκεί, στο κέντρο. Νιώθω σα να κινούμαι πλέον στην περιφέρεια και να παρατηρώ, από έξω προς τα μέσα. Αναζητώ ολοένα και πιο επίμονα απαντήσεις σε ερωτηματικά. Για τον τόπο εκεί, τις αφετηρίες, τις αρχές μου. Για τις αρχές μου και εμένα. Γιατί ήθελα πάντα όσο ήμουνα εκεί να δραπετεύσω;

Στην καρδιά της πολιτιστικής Ευρώπης. Στα υψηλότερα επίπεδα της αποδοχής, της καλλιτεχνικής αναγνώρισης.

*Εδώ και έναν χρόνο ζω σε διαμέρισμα στο Βερολίνο. Ένα διαμέρισμα το κουδούνι του οποίου γράφει το όνομά μου. Το δικό μου και της κοπέλας μου. Δεν είχα σπίτι με το όνομά μου. Για πολλά χρόνια…

Έχω πολλά, πάρα πολλά σκορπισμένα πράγματα. Βαλίτσες, ρούχα, τέτοια. Σε πολλές χώρες…

Δεν επέλεξα ποτέ να ζω σε διαμέρισμα στο Βερολίνο. Φαντάζει απίστευτο να το σκέπτομαι και να το λέω αλλά έτσι είναι. Έγινε, έτυχε. Μέσα που εξακολουθώ να νιώθω ότι “ανήκω” στον ήλιο ή στον ωκεανό. Παντού ή πουθενά; Πουθενά.

Μπορώ τώρα να λέω στον εαυτό μου ότι έχω πια μια βάση. Ότι άλλα αυτά τα σκορπισμένα σε όλο τον κόσμο χρόνια, έχουν φτάσει, έχουν συγκεντρωθεί σε ένα σημείο, ένα κέντρο. Στα σίγουρα το χρειαζόμουν πολύ αυτό, είναι δύσκολο διαρκώς να αιωρείσαι χωρίς ποτέ να μπορείς να αισθανθείς τα πόδια σου σε αυτή τη γη.

Από την άλλη, όμως, είναι ωραία να μπορείς να τα διεκδικείς, να τα έχεις και τα δυο. Αέρα και γη. Είναι έτσι καλύτερη η ισορροπία, η θέση ισορροπίας κάθε στιγμή για την έκρηξη. Τη φωτιά…

Δεν αισθάνομαι ότι έχω την βάση μου εδώ, ξέρω ότι δεν θα είναι για πάντα. Για πάντα είναι κυρίαρχη μέσα μου η αίσθηση του “φευγάτου”. Ίσως έχω φλέβα νομάδα μέσα μου ή τσιγγάνου, μάλλον θα πρέπει και αυτό κάποια στιγμή να το ψάξω…

Δεν μπορώ να είμαι ήσυχος, μου είναι αφόρητο να χαλαρώνω για πολύ. Ερωτοτροπεί συνέχεια μαζί μου η ανησυχία, το τραβάει το αίμα μου να ζορίζομαι.

Είμαι παντού και πάντα ένας ξένος. Μόνο κάποιες στιγμές στην Ελλάδα δεν αισθάνθηκα ξένος. Τώρα που αναμετριέμαι μέσα μου με αυτή την αίσθηση, αυτή τη μνήμη, μου μοιάζει … απίστευτη.

Η φλόγα για επιβίωση, η ανάγκη του “φευγάτου”, αυτή το τσιγγάνικο διαρκές σκίρτημα, είναι και θα είναι πάντα εκεί. Το ξέρω. Είναι αυτό που μου ανασαίνει ζωή πάντα, με “σπρώχνει” σε ότι κάνω. Να κάνω.

Ποιός είστε;

Αυτή η φλόγα για επιβίωση. Αυτός είμαι. Είμαι αυτή η φλόγα που είναι μέσα μου, ξεπηδάει από την αρχή μου, από το κέντρο της ψυχής μου. Όχι από το νου.

Πάντα ήθελα, πάντα θέλω, την αναγνώριση ως άνθρωπος. Κυρίως αυτή, πρώτα ως άνθρωπος, πολύ μετά, πολύ λιγότερο, συμπληρωματικά ως καλλιτέχνης.

Δεν κάνω μεγάλα σχέδια. Δεν κάνω σχέδια για το μακρινό μέλλον. Ο χρόνος αλλοιώνει, ακυρώνει αυτά τα μεγάλα μακρινά σχέδια και την ίδια στιγμή σε ανταμείβει δίνοντάς σου πολλά και σπουδαία αντισταθμιστικά. Αυτός είναι ο νόμος που διέπει τη δική μου σχέση με τον χρόνο. Νόμος που κτίστηκε μέσα από το πιο ώριμο, το πιο βαθύ όλων μου των “θέλω”. Θέλω τον χρόνο φίλο μου…

Η τέχνη εντός. Η σημαντικότερη όλων των παραστάσεων…

Αυτό που σαν τέχνη ορίζεται μέσα μας. Η σημαντικότερη όλων των παραστάσεων που κουβαλάμε, μια παράσταση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, παρά μόνο διαρκώς ανανεώνεται εμπλουτίζοντας αυτό που δεν του μέλλει ποτέ να ολοκληρωθεί, ολοένα δημιουργώντας νέες ατελείωτες παραστάσεις…

Ποτέ δεν ολοκληρώνεται πράγματι κάτι, ποτέ δεν φτάνεις οριστικά κάπου. Φτάνεις μόνο για να τροφοδοτήσεις το “θέλω” σου για μια νέα αρχή, πρώτη ύλη για την επόμενη έκρηξη, για να πας κάπου άλλου, κάτι άλλο να διεκδικήσεις.

Τέχνη: Δεν νοούνται, δεν υπάρχουν όρια…

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here