Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

Η Μαίρη Κόντζογλου, η πολυδιαβασμένη συγγραφέας της μπεστ σέλερ τριλογίας «Τα Παλιά Ασήμια», που συγκίνησε χιλιάδες αναγνώστες, επιστρέφει με τις Μαγεμένες, εκδόσεις Μεταίχμιο, ένα ιστορικό μυθιστόρημα που καθηλώνει από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας εμπνέεται από την άγνωστη ιστορία της απαγωγής των «Καρυάτιδων της Θεσσαλονίκης», των περίφημων Μαγεμένων του θρύλου, ή Las Incantadas, όπως τις αποκαλούσαν οι ισπανόφωνοι Εβραίοι της πόλης, και συνθέτει μια αφήγηση για τα πάθη, τους έρωτες, τις κλεμμένες αρχαιότητες και τους αγώνες της πόλης που πίστευε σε τρεις θεούς.
Η Μαίρη Κόντζογλου στήνει με τη γνωστή της αφηγηματική μαεστρία ένα συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα στην πολύβουη και κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα με επαναστάτες, αρχαιοκάπηλους και απαγορευμένους έρωτες, ένα μυθιστόρημα που θα σας αιχμαλωτίσει από την αρχή ως το τέλος. Μια σαγηνευτική ιστορία, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, που σκαλίζεται με έρωτα και αίμα στα βυζαντινά τείχη, στα υγρά λιθόστρωτα, στις συναγωγές, στα παζάρια και στα γεμάτα θρύλους και ατμούς χαμάμ της Σαλονίκης.Ένα βιιβλίο για τη Θεσσαλονίκη και τους κατοίκους της. Ένα βιβλίο για το άγνωστο στους περισσότερους μνημείο και την απαγωγή του, που είναι η πρώτη καταγραμμένη αρχαιοκαπηλία στην ιστορία της Ελλάδας.

-Οι Μαγεμένες, η απαγωγή «Καρυάτιδων της Θεσσαλονίκης»;

Πρόκειται για ένα ιστορικό γεγονός ελάχιστα, έως καθόλου, γνωστό. Οι Μαγεμένες –Las Incantadas στα λαντίνο, τη γλώσσα των σεφαραδιτών Εβραίων της Σαλονίκης ή Στοά των Ειδώλων για τους Έλληνες– είναι ένα ρωμαϊκό μνημείο το οποίο βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, εξαιρετικής ομορφιάς και μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Πιθανόν να ήταν μέρος ενός μεγαλύτερου συγκροτήματος, γυμναστηρίου κατά πάσα πιθανότητα. Το μνημείο, από τα ύστερα χρόνια του 2ου μ.Χ. αιώνα που φιλοτεχνήθηκε, το σεβάστηκαν όλοι οι κατακτητές της πόλης –και ήταν πολλοί–, όπως και οι μεγάλοι σεισμοί που τη χτύπησαν. Το 1864 ο Γάλλος παλαιογράφος Εμανουέλ Μιλλέρ, με εντολή του αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα του Γ’ και τη σύμφωνη γνώμη του σουλτάνου Αμπντούλ Αζίζ –η Σαλονίκη είναι ακόμη τουρκοκρατούμενη–, φτάνει στην πόλη για να μεταφέρει το μνημείο στο Παρίσι, παρά τη θέληση όλων των κατοίκων, είτε ήταν χριστιανοί, εβραίοι ή μουσουλμάνοι.

-Μια αληθινή ιστορία, σαγηνευτική, στα βυζαντινά τείχη, τα λιθόστρωτα, τις συναγωγές και τα παζάρια της Σαλονίκης;

Με επίκεντρο την απαγωγή των Μαγεμένων έφτιαξα μια μυθιστορία που σαν τον κισσό σκαρφάλωσε πάνω στο ιστορικό γεγονός και το σφιχταγκάλιασε. Θέλω να πω ότι το ιστορικό γεγονός της απαγωγής δεν βρίσκεται στο φόντο του μυθιστορήματος και έχει πλεχτεί μια μυθιστορία ανεξάρτητη από αυτό, αντίθετα, έχω βάλει τους ήρωες του βιβλίου να συμμετέχουν στην απαγωγή, είτε προσπαθώντας να την αποτρέψουν, κυρίως αυτό, είτε σαν συνεργοί του Μιλλέρ. Ακόμη και ο ίδιος ο απαγωγέας είναι ένας από τους ήρωες του βιβλίου.

-Με βαθύτερο μήνυμα την αποτροπή των μελλοντικών διωγμών;

Με βαθύτερο μήνυμα την αξία της γνώσης του παρελθόντος, αυτό που πολύ εύστοχα έχει πει ο Σεφέρης «σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον».

-‘Έχετε αδυναμία στο ιστορικό μυθιστόρημα. «Τα Παλιά Ασήμια», με θέμα την ανταλλαγή πληθυσμών, αγαπήθηκαν από το κοινό…

Όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται, δεν έχω αδυναμία στο ιστορικό μυθιστόρημα, την Ιστορία αγαπώ και μελετώ. Σχετικά με τη συγγραφή της τριλογίας ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ έχω να πω ότι με ενέπνευσε η ίδια η Καππαδοκία, το τοπίο και το κάτι ξεχωριστό και μαγικό που έχει αυτός ο τόπος και αρχίζοντας να μελετώ σε βάθος την ιστορία και την κοινωνία της, έγραψα την τριλογία. Εννοείται πως σε ένα βιβλίο με θέμα την Καππαδοκία δεν μπορούσα να μη θίξω το θέμα της ανταλλαγής. Σε ό,τι αφορά τις ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ με ενέπνευσε το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής τους, όταν το πληροφορήθηκα πριν 6-7 χρόνια, και φαίνεται πως πια μέσα μου υπάρχει ένας αυτοματισμός ώστε καθετί που μαθαίνω να θέλω να το καταγράψω. Βέβαια, ο δεύτερος ισχυρότερος λόγος που έγραψα για τις ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ και τη Σαλονίκη στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν να κάνω γνωστό σε περισσότερο κόσμο το γεγονός της απαγωγής τους.

-Πόσο καιρό σας παίρνει να ολοκληρώσετε ένα έργο για το οποίο πρέπει να ιχνηλατήσετε στα μονοπάτια της Ιστορίας;

Δεν υπάρχει συνταγή ούτε χρονοδιάγραμμα. Στα ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ ερευνούσα 11 μήνες πριν ξεκινήσω να γράφω, είχα μπροστά μου μια εντελώς άγνωστη κοινωνία, μια τεράστια ιστορία –από τον 6ο αιώνα π.Χ. και τους Χετταίους μέχρι το 1930 περίπου–, μια άγνωστη εντελώς λαογραφία και πολλά άλλα. Στις ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ ήταν πιο απλή η έρευνα, η μοναδική πηγή για την απαγωγή είναι ο Α. Βακαλόπουλος και τα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ του.

Το βιβλίο το έγραψα μέσα σε 18 μήνες, η ιστορία με είχε παρασύρει τόσο πολύ που έπρεπε να γράφω συνέχεια… για να δω τι θα γίνει παρακάτω.

-Γιατί το αναγνωστικό κοινό αγαπά τα βιβλία σας; 

Γιατί σέβομαι το κοινό  και είμαι ειλικρινής απέναντί του. Δεν κάνω «αρπαχτές», δεν είμαι του «τώρα που γυρίζει», δεν καταπιάνομαι με «πιασάρικα» θέματα παρά μόνο με ό,τι με εμπνεύσει, γράφω τις αλήθειες μου, ξεδιπλώνω τα συναισθήματά του και δεν νοιάζομαι αν θα κάνω μπεστ σέλερ. Αυτά νομίζω πως τα αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα ο αναγνώστης.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here