Του Νίκου Ράπτη

Στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουλίου του 2015, ο εξουθενωμένος Έλληνας πρωθυπουργός υποχώρησε ατάκτως στις ολονύκτιες πιέσεις των συναδέρφων του της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρωί της 13ης Ιουλίου συμφώνησε με όλα όσα διαφωνούσε έως τότε: μνημόνια, πλεονάσματα, υποθήκευση δημόσιας περιουσίας, περιοριστική πολιτική, λιτότητα, ιδιωτικοποιήσεις, εποπτεία κ.λπ. Μόνο αντάλλαγμα που απέσπασε η ελληνική πλευρά ήταν η παραμονή της Ελλάδας στην ΕΕ και το ευρώ, που απειλούνταν από τη Γερμανία. Ο συνεργάτης του Γιάννης Βαρουφάκης παραιτήθηκε αμέσως, θεωρώντας πως είχε προδοθεί η πολιτική της «επαναδιαπραγμάτευσης», για την οποία είχε λάβει ο ΣΥΡΙΖΑ εντολή από τον ελληνικό λαό.

Η πλειοψηφία των Ελλήνων δικαίωσε τον Αλέξη Τσίπρα. Ενστερνιστήκαμε το κυβερνητικό αφήγημα, πως η επαναδιαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015 απέτυχε. Αυτό που θεωρούνταν όπλο της Ελλάδας –το Grexit- ήταν τελικά η αυτό ακριβώς που επιδίωκαν οι χειρότεροι ανθέλληνες της ΕΕ.

Έκτοτε όμως μεσολάβησε ένα σημαντικό γεγονός –το Brexit. Ένα άλλο κράτος-μέλος ζήτησε αυτοβούλως να αποχωρήσει από το κλαμπ των Βρυξελλών, και ενεργοποίησε το άρθρο 50 της συνθήκης. Όπου αποκαλύφθηκε πως τα «αχαρτογράφητα νερά» της αποσύνδεσης ενός κράτους-μέλους από την ΕΕ, είναι νομικός και πολιτικός εφιάλτης. Αν και το Brexit είναι εξόχως επιθυμητό από τους σημαντικότερους «παίκτες» στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο, ο γόρδιος δεσμός της «εξόδου» είναι σχεδόν αδύνατο να λυθεί –ακόμα και να κοπεί, εδώ που τα λέμε-. Το να αποσπάσεις ένα μέλος της ΕΕ από την Ένωση είναι εγχείρημα εξίσου λεπτό, επικίνδυνο και απαιτητικό με τον διαχωρισμό σιαμαίων.

Αυτή η εξέλιξη δικαιώνει a posteriori τον Γιάννη Βαρουφάκη, όταν λέει πως τον Ιούλιο του 2015 ο Σόιμπλε «μπλόφαρε» σείοντας το φόβητρο του Grexit στην ελληνική αποστολή. Στην πραγματικότητα, η Γερμανία δεν είχε τη νομική ή την πολιτική δυνατότητα να «αποβάλλει» την Ελλάδα από την ΕΕ. Ακόμα κι αν η Ελλάδα συναινούσε στην αποχώρησή της, αυτή θα ήταν μια περιπετειώδης, μακρόσυρτη και περίπλοκη διαδικασία. Θα κρατούσε μήνες, αν όχι χρόνια. Οι άτεγκτοι δανειστές θα βρίσκονταν εκτεθειμένοι στη δυσαρέσκεια της κοινής τους γνώμης, στους υπερατλαντικούς εταίρους μας, στις αγορές, στους αντιφρονούντες εντός της ΕΕ. Η τιμωρητική αντίληψη Σόιμπλε και η γερμανική πολιτική δεν είχαν εξασφαλισμένη τη νίκη. Η διεθνής κοινότητα δεν θα καθόταν απλά να παρατηρεί την κατάρρευση μιας χώρας σαν την Ελλάδα –με το κρίσιμο ιστορικό και ιδεολογικό βάρος, τη συγκεκριμένη γεω-στρατηγική σημασία, τη λειτουργία της ως θρυαλλίδα στην παγκόσμια οικονομία.

Το πρώτο εξάμηνο του 2015, ο Τσίπρας και οι περί αυτόν θεώρησαν ως «σκληρή διαπραγμάτευση» αυτό που στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μόνο η προθέρμανσή της . Μόλις βρέθηκαν στον πραγματικό κόσμο, στην αρένα με τα θηρία, η ανθεκτικότητά τους έλιωσε, «σαν να ‘ταν από χιόνι». Οι παράγοντες της διεθνούς ζωής δεν είναι Πρυτάνεις, ούτε ψοφοδεείς ενωμοτάρχες.  Θέλει άλλες προδιαγραφές για τα βάλεις μαζί τους. Το βράδυ της 12ης Ιουλίου 2015 η «επαναδιαπραγμάτευση» δεν τελείωνε. Αντιθέτως, μόλις ξεκινούσε. Οι Έλληνες πέσαμε νοκ άουτ πιο γρήγορα κι από τον Pat Brownson.

Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει πως αν ακολουθούσαμε τη «γραμμή» Βαρουφάκη θα είχαμε καλύτερα αποτελέσματα για την Ελλάδα και την κυβερνώσα παράταξη. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει μετά βεβαιότητας το ανάποδο. Ναι μεν η ιστορία δεν γράφεται με «αν», αλλά κανείς δεν μπορεί να τα εκτοπίσει από τον πολιτικό προβληματισμό.

Ο Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός, μέλος του Πανελλαδικού Συμβουλίου των «Οικολόγων Πράσινων»

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here