Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων

Το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM), στην προσπάθειά του να αναδείξει τον ρόλο των μουσείων στη σύγχρονη κοινωνία, καθιέρωσε τη 18η Μαΐου ως Διεθνή Ημέρα Μουσείων. Κάθε χρόνο, παράλληλα με το γενικότερο μήνυμα του εορτασμού, διερευνάται σε όλες τις χώρες-μέλη του ICOM, με ομιλίες και εκδηλώσεις, ένα ειδικό θέμα που συνδέεται με τα μουσεία και τον πολιτισμό. Αυτή τη χρονιά το θέμα είναι «Μουσεία για μια βιώσιμη κοινωνία».

Στην Ελλάδα, η κοινωνία της οποίας δοκιμάζεται σκληρά από την οικονομική κρίση, το θέμα της φετινής Διεθνούς Ημέρας Μουσείων είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Σε μια εποχή όπου τα μουσεία γνωρίζουν τεράστια άνθιση παγκοσμίως, κάτι που καταγράφεται με την  άνοδο του αριθμού των επισκεπτών διεθνώς, τα ελληνικά μουσεία ως χώροι πολιτισμού, παιδείας και ψυχαγωγίας καλούνται να ανταποκριθούν σε προκλήσεις που αφορούν άμεσα τη βιωσιμότητα της ελληνικής κοινωνίας και την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας.

Η διαχείριση του πολιτιστικού μας κεφαλαίου ήταν ένας από τους πολλούς τομείς, του οποίου οι αδυναμίες και οι ελλείψεις αποκαλύφθηκαν από  την οικονομική κρίση. Κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο καθώς επί χρόνια ο Πολιτισμός στην Ελλάδα αντί να αντιμετωπίζεται από την Πολιτεία ως δυναμικός παράγοντας προόδου και μοχλός πνευματικής και οικονομικής ανάπτυξης αντιμετωπίστηκε μάλλον ως περιττή δαπάνη και πολυτέλεια.

Η κατάσταση αυτή φυσικά αντανακλάται και στα δημόσια μουσεία που είναι τα σημαντικότερα της χώρας καθώς κατέχουν (και ορθώς κατέχουν) τους πολυτιμότερους θησαυρούς της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Φυσικά τα βήματα προόδου που έχουν γίνει στο παρελθόν είναι σημαντικά. Με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες πολλά μουσεία ανακαινίστηκαν ή και επεκτάθηκαν, προγράμματα ΕΣΠΑ αξιοποιήθηκαν για την ψηφιοποίηση των συλλογών, ο κλάδος της μουσειολογίας αναπτύχθηκε και βοηθησε τα ελληνικά μουσεία. Σε όλα αυτά το ελληνικό τμήμα του ICOM έπαιξε καταλυτικό ρόλο συνεπικουρώντας την Πολιτεία.

Όμως, στις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού δημοσίου και την απουσία στοχευμένης πολιτιστικής πολιτικής από το Υπουργείο Πολιτισμού ήρθε να προστεθεί η οικονομική κρίση φέρνοντας σκληρή περικοπή πόρων και υποστελέχωση οδηγώντας έτσι τα πράγματα στα άκρα. Απότελεσμα αυτών είναι τα περισσότερα δημόσια μουσεία της Ελλάδας,  όπως και πολλοί αρχαιολογικοί χώροι, να έχουν σήμερα υποβαθμισμένες υπηρεσίες και να μην μπορουν ακολουθήσουν τις διεθνείς εξελίξεις και να ευθυγραμμιστούν με τα νέα πρότυπα του χώρου.

Ξεκινώντας από το ωράριο και φτάνοντας στις εγκαταστάσεις, τα πωλητήρια και τις ιστοσελίδες, η κατάσταση στα ελληνικά δημόσια μουσεία (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) είναι εμφανώς προβληματική σε σχέση με την κατάστασης στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Οι δυνατότητες και οι παροχές που προσφέρονται στον επισκέπτη είναι καταφανώς ελλιπείς ενώ η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών για το κοινό είναι πενιχρή. Επιπλέον η ίδια η μουσειακή εμπειρία στην Ελλάδα υπολείπεται κατά πολύ. Ενώ δηλαδή η σύγχρονη διεθνής πρακτική έχει μετατρέψει τα μουσεία σε «κέντρα εμπειριών» με ενεργή συμμετοχή του κοινού, με νέους τρόπους παρουσίασης των εκθεμάτων και νέες προσεγγίσεις του παρελθόντος στην Ελλάδα ένα μεγάλο ποσοστό τους παραμένει στην απλή έκθεση.

Αν αναλογιστούμε από τη μια τον πλούτο των ελληνικών δημόσιων μουσειων – ιδιώς των αρχαιολογικών –  και από την άλλη τη στασιμότητα και την εγκατάλειψη που τα χαρακτηρίζει μπορεί να μιλήσουμε για εγκληματική αδιαφορία, ιδιαίτερα στην εποχή που διανύουμε. Και αυτό γιατί η πλημμελής αξιοποίηση του πολιτιστικού κεφαλαίου των μουσείων έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων αλλά και θέσεων εργασίας που  θα μπορούσαν να δημιουργηθούν με μια διαφορετική πολιτιστική πολιτική.

Στην Ελλάδα, με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά ο Πολιτισμός, στην εξαιρετικά δύσκολη αυτή περίοδο, μπορεί να αποτελέσει παράμετρο ανασυγκρότησης και να αποδειχθεί πολύτιμο κεφάλαιο που δεν πρέπει να μείνει ανεκμετάλλευτο. Τα μουσεία αν αναβαθμιστούν μπορουν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση και να ανταποκριθούν σε στόχους με επίκεντρο την ίδια την κοινωνία και τη χώρα όπως:

α) να δώσουν ώθηση και να αναβαθμίσουν την ποιότητα ζωής μας μέσα από τη δυνατότητα πρόσβασης σε ατομικά και συλλογικά επιτεύγματα τέχνης και πολιτισμού, ιστορικά και σύγχρονα β) να συμβάλλουν καθοριστικά στο συνολικό πνευματικό μας επίπεδο ενισχύοντας την Παιδεία η οποία μακροπρόσθεμα αποτελεί τον κυριότερο μοχλό ανάπτυξης και προόδου μιας κοινωνίας, γ) να συνεισφέρουν άμεσα στην πραγματική οικονομία, ειδικά σε επίπεδο πόλεων, μέσα από τη δραστηριότητα τους προσφέροντας έσοδα και θέσεις εργασίας δ) να στηρίξουν καθοριστικά τον ελληνικό Τουρισμό, άρα και την οικονομία σε εθνικό επίπεδο, μέσω της ορθολογικής εκμετάλλευσης, ανάπτυξης και αειφορίας τους.

Η παρούσα ιστορική στιγμή που απαιτεί συστράτευση όλων των δυνάμεων προκειμένου η χώρα να βγει από την πρωτόγνωρη κρίση που βιώνει, είναι μια ευκαιρία να δούμε και τα μουσεία μέσα από άλλο πρίσμα. Με μια οπτική επενδύσης στον Πολιτισμό και ενίσχυσης των πολιτιστικών υποδομών και κυρίως με στοχευμένες και ολοκληρωμένες πολιτικές που θα περιλαμβάνουν την ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς και το άνοιγμά της προς την κοινωνία μέσω των μουσείων.

Ελένη Δουνδουλάκη

Θεατρολόγος – Σύμβουλος Πολιτιστικής Διαχείρησης

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here