Μαύρος θάνατος στον μεσαίωνα των προκαταλήψεων

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Όπως στην αρχαιότητα, έτσι και στον Μεσαίωνα, αργότερα, ένα και μόνο κύμα μαύρης πανώλης (Black Death), άφηνε σταθερά αποτυπώματα της προηγηθείσας θανατηφόρου πανδημίας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα αναγραφόμενα  από τον Θουκυδίδη, οι συνηθισμένες κατηγορίες εναντίον των Εβραίων, των ζητιάνων  στη Ναρμπόν στη νότια Γαλλία και των Καταλανών στη νήσο της  Σικελίας κατά την εποχή του Μαύρου Θανάτου, γεμίζουν πραγματικά μεγάλο αριθμό χρονικών καταγραφών. Τα σχετικά αρχεία καταδεικνύουν ότι πάνω από χίλιες εβραϊκές κοινότητες εξαφανίστηκαν μεταξύ των ετών 1348 και 1350 μ.Χ., και το ακόμα χειρότερο ήταν το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός ανδρών, γυναικών και παιδιών κάηκαν σε απομονωμένα νησιά ή σε συναγωγές, κατηγορούμενοι για εσκεμμένη δηλητηρίαση φρεατίων ώστε  να εξαφανίσουν από τον γεωγραφικό  χάρτη τον χριστιανισμό.

Ήταν η εποχή κατά την οποία ο μεγάλος μουσουλμάνος ταξιδευτής Ιμπν Μπαττούτα γύριζε στη γενέθλια πόλη του, την Ταγγέρη.  Είχε ξεκινήσει σε ηλικία εικοσιενός ετών με σκοπό να μεταβεί στη Μέκκα για το γνωστό προσκύνημα, αλλά το ταξίδι του δεν σταμάτησε μόνο εκεί. Για είκοσι πέντε χρόνια περιπλανήθηκε σε Αίγυπτο, Συρία, Ιράκ, Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, στις περιοχές του Μεγάλου Χαν των Μογγόλων, την Ινδία μέχρι και την Κίνα. Το 1349, διέφυγε ως εκ θαύματος τον θάνατο από την πανούκλα στη Συρία. Στο τέλος του 1348, βρισκόταν στη Δαμασκό. Εκεί βίωσε, όπως μας αποκαλύπτει,  ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα ευσέβειας που διέκρινε τους κατοίκους της, όλων  των θρησκευτικών πεποιθήσεων, ειδικά τότε, στη διάρκεια συγκεκριμένα της  μεγάλης επιδημίας της πανούκλας. Ας αφήσουμε τον μεγάλο ταξιδευτή να μας εξιστορήσει με τα δικά του λόγια την σχετική εμπειρία του: «… ο κόσμος νήστεψε για τρεις συνεχείς ημέρες, η τελευταία από τις οποίες ήταν Πέμπτη,  μετά μαζεύτηκαν   όλοι στο Μεγάλο Τζαμί, οι εμίρηδες, οι σαρίφ, οι καντί, θεολόγοι και  όλες οι τάξεις του κόσμου, μέχρι που το μέρος δεν χωρούσε άλλους, κι’ έτσι πέρασαν εκεί το βράδυ της Πέμπτης με λιτανείες και προσευχές. Μετά την πρωινή προσευχή, την άλλη μέρα, πήγαν όλοι πεζοί,  κρατώντας το Κοράνιο στα χέρια τους, και οι εμίρηδες ξυπόλυτοι. Στην πομπή προσχώρησε και ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι. Οι Εβραίοι ήρθαν με το Βιβλίο του Νόμου, οι Χριστιανοί με το Ευαγγέλιο, όλοι τους μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Όλοι αυτοί ικετεύοντας και κλαίγοντας και ζητώντας την εύνοια του Θεού μέσα από τα βιβλία Του και τους Προφήτες Του, έφτασαν στο Τζαμί με τα Ίχνη, και παρέμειναν εκεί ικετεύοντας και επικαλούμενοι το Θεό, μέχρι το μεσημέρι….». Και συνεχίζει ο πρωτοπόρος ταξιδευτής του μεσαιωνικού μουσουλμανικού κόσμου, Μπαττούτα, την θαυμαστή αφήγησή του δίνοντάς μας κάποια νούμερα των συνολικών θανάτων των μεγάλων πόλεων που βρίσκονταν στην εμβέλειά του ή τουλάχιστον όσα έφταναν στ’  αυτιά του, «…. Μετά επέστρεψαν στην πόλη και τέλεσαν τη λειτουργία της Παρασκευής και ο Θεός ελάφρωσε   τη θλίψη τους, γιατί ο αριθμός των θανάτων στη Δαμασκό σε μια μέρα, δεν έφτασε ούτε τα δύο χιλιάδες, ενώ στο Κάϊρο και στο Παλιό Κάϊρο έφτασε τις εικοσιτέσσερις χιλιάδες την ημέρα…». Είναι προφανές από τα λεγόμενά του ότι οι όποιες διαφορές των μουσουλμάνων, των Εβραίων και των Χριστιανών που κατοικούσαν στη Δαμασκό, είχαν εξαλειφθεί μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο της πανούκλας.

Οι τερατωδίες, τώρα,  και τα κακουργήματα που ακολούθησαν τον Μαύρο  Θάνατο, ήταν  μοναδικό όχι μόνο στον Μεσαίωνα, αλλά και στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία των επιδημιών, όμως οι ιστορικοί, εν προκειμένω, απέτυχαν ή ίσως απέφυγαν να αναφέρουν πόσο βραχύβιες ήταν αυτές οι ακραίες αντιδράσεις ορισμένων. Ενώ οι συνεχιζόμενες κυρώσεις εναντίον των Εβραίων συνεχίστηκαν στον ύστερο Μεσαίωνα και μετά, αυτό δεν ίσχυσε  πάντοτε ούτε σε αυτούς, ούτε απέναντι σε άλλες ομάδες. Ξεκινώντας γύρω στο 1530 μ.Χ., δημιουργήθηκε ένα δεύτερο κύμα κατηγοριών και κυνηγήματος πολλών ομάδων  στη Γενεύη, την Τουλούζη,  τη Νιμ, τη Ρουέν, το Παρίσι, τη Λυών, το Τορίνο, το Μιλάνο, το Παλέρμο, καθώς και  σε μικρότερες πόλεις και χωριά.  Ωστόσο, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, οι δίκες, τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις που έγιναν όλων εκείνων που θεωρούνταν υπεύθυνοι για τη διάδοση της πανώλης,  δεν μπορούν να συγκριθούν σε κλίμακα, αριθμούς, δολοφονίες ή καταστροφές με τις αντίστοιχες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια του Μαύρου Θανάτου ή με τις εξεγέρσεις του δέκατου ένατου και του εικοστού  αιώνα που πυροδότησε η χολέρα στην Ευρώπη, η πανώλης στην Ινδία ή η ευλογιά στη Βόρεια Αμερική. Επιπλέον, να τονίσουμε, ότι αυτές οι πρώιμες σύγχρονες διώξεις για  την πανούκλα δεν ακολουθούσαν τα φημισμένα παλιά κυβερνητικά πρότυπα κυβερνήσεων, ή το υστερικό κυνήγι πληθυσμών όπως των αλλοδαπών, των Εβραίων, των ομοφυλόφιλων ή των φτωχών. Απ’ όσα πρακτικά δικών διασώθηκαν στο Μιλάνο το 1630 μ.Χ. και αποθανατίστηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα «Οι αρραβωνιασμένοι» (I promessi sposi) του Αλεσσάντρο Μαντσόνι, εκείνοι που ξεκίνησαν τις κατηγορίες ήταν φτωχές γυναίκες, ενώ αντίθετα  οι κατηγορούμενοι ήταν ντόπιοι και όχι ξένοι, και συνήθως άντρες του Μιλάνου, στους οποίους περιλαμβάνονταν τεχνίτες, ιδιοκτήτες ακινήτων, πλούσιοι τραπεζίτες και αριστοκράτες. Να σημειώσουμε, με την ευκαιρία,  ότι «Οι αρραβωνιασμένοι»  ή «Οι Λογοδοσμένοι» ή «Ιστορία δύο μελλονύμφων», του Ιταλού ρομαντικού ποιητή και μυθιστοριογράφου,   Αλεσσάντρο Μαντσόνι (Alessandro Manzoni, 1785-1873), είναι ένα από τα πιο πασίγνωστα λογοτεχνικά έργα στην ιταλική γλώσσα, που αρχικά δημοσιεύτηκε στα 1827, αλλά αναθεωρήθηκε αργότερα από τον ίδιο συγγραφέα, και είδε την τελική του μορφή κάπου μεταξύ 1840 και 1842. «Οι αρραβωνιασμένοι»,  διαδραματίζονται μεταξύ 1628 και 1630 στη Λομβαρδία κατά την περίοδο της ισπανικής κυριαρχίας, και ήταν το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα στην ιταλική λογοτεχνία. Την ίδια εποχή, σε κείνη την περιοχή,  βρισκόταν σε εξέλιξη η Μεγάλη πανούκλα του 1629-1631. Άλλο ένα χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου βιβλίου είναι ότι οι βασικοί χαρακτήρες του  είναι οι ταπεινοί και καταφρονημένοι και όχι οι πλούσιοι και ισχυροί της ιστορίας.

«… Λίγο πιο έπειτα, σε τούτο και σ’ εκείνο το χωριό, άρχισαν να αρρωσταίνουν, να πεθαίνουν άτομα, οικογένειες από αρρώστειες βαριές, παράξενες με σημάδια άγνωστα στους περισσότερους από τους ζωντανούς. Μερικοί μόνο υπήρχαν που γι’ αυτούς αυτά δεν ήταν καινούρια. Εκείνοι οι λίγοι που μπορούσαν να θυμηθούν την πανώλη που, πενήντα χρόνια πριν, είχε ερημώσει ένα μεγάλο μέρος της Ιταλίας, και ειδικά το Μιλανέζικο που ονομάστηκε και ονομάζεται πάντα η πανώλη του Αγίου Καρόλου…».

 

Βιβλιογραφία για πληρέστερη ενημέρωση

  • Ιμπν Μπαττούτα: Ταξίδια στην Ασία και την Αφρική (1325-1354). Εισαγωγή-Μετάφραση-Σημειώσεις: Σίσσυ Σιαφάκα. Εκδόσεις Στοχαστής. Άνοιξη 2000.
  • Αλεσάντρο Μαντσόνι: Οι αρραβωνιασμένοι. Ιστορία μιλανέζικη του 17ου αιώνα. Μετάφραση: Δημήτριος Αργυρίου. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1990.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here