Μαρία Παλάσκα: Χριστούγεννα στην Λυρική με Τζάκομο Πουτσίνι

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

Η σοπράνο Μαρία Παλάσκα είναι μια νέα και ταλαντούχα μονωδός της όπερας και του κλασσικού τραγουδιού. Με την πλούσια σε ηχοχρώματα φωνή της, την τεχνική της  αρτιότητα και το υποκριτικό ταλέντο που την χαρακτηρίζει, θα μας ταξιδέψει επί σκηνής, ως Μουζέττα στην όπερα “Μποέμ” του Πουτσίνι. Έχει σπουδάσει κλασσικό τραγούδι και μελοδραματική τέχνη, αρχικά στην Ελλάδα και στην συνέχεια στο εξωτερικό όπου μέχρι σήμερα δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά. Βρίσκεται το διάστημα αυτό στην Αθήνα ως σολίστ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, όπου θα ερμηνεύσει έναν από τους βασικούς ρόλους στην όπερα “Μποέμ” κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στις 8, 13, 20, 24, 27 Δεκεμβρίου.

-Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το κλασσικό τραγούδι, ξεκινώντας σε μια χώρα που δεν διαθέτει ισχυρό υπόβαθρο στον τομέα αυτό;

Από πολύ μικρή οι οπερατικές ηχογραφήσεις ασκούσαν μια τεράστια γοητεία πάνω μου. Μάλλον αυτό ήταν και το έναυσμα, διότι σαν παιδί προσπαθούσα να μιμηθώ αυτό που άκουγα.. Όταν ξεκίνησα μαθήματα κιθάρας και πιάνου στο Δημοτικό ωδείο Βέροιας το τραγούδι ήταν για μένα ένα κρυφό όνειρο και το υποχρεωτικό μάθημα χορωδίας. Πηγαίνοντας όμως Θεσσαλονίκη για σπουδές στη φιλοσοφική, αποφάσισα να ξεκινήσω παράλληλα και κλασικό τραγούδι. Πήγα να με ακούσει η Κατερίνα Καρατζά η οποία και με πήρε στην τάξη της στο Σύγχρονο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Από εκεί ξεκίνησαν όλα..

Στην Ελλάδα σίγουρα δεν υπάρχουν οι υποδομές και η παράδοση της Δυτικής  Ευρώπης. Στην επαρχία επίσης είναι δύσκολο να σε ακούσει κάποιος ο οποίος γνωρίζει το αντικείμενο και μπορεί να συμβουλέψει ένα νέο παιδί που έχει φύση και θέληση. Ίσως έτσι χάνεται κάποιος χρόνος καθ ότι πολλοί ξεκινούν αργά με το τραγούδι, από την άλλη η φωνή παραμένει υγιής και ακατέργαστη ώσπου να ωριμάσει το σώμα. Εύχομαι στο μέλλον να ενισχυθεί η μουσική παιδεία στη χώρα μας.

-Τι σας εμπνέει;

Με εμπνέει η φύση (ιδίως η ελληνική), η ιστορία και οι άνθρωποι που ακολουθούν την προσωπική τους αποστολή.

-Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε / αντιμετωπίζετε, και πως τις υπερβαίνετε;

Πάντοτε μου φαίνονται δύσκολες οι φάσεις που ένας κύκλος κλείνει κι ένας επόμενος πρέπει να ανοίξει. Νομίζω ισχύει για όλους μας. Το πέρασμα από το να είσαι φοιτητής στο να γίνεις επαγγελματίας και μάλιστα ελεύθερος.. να βρίσκεις συνεργασίες, ατζέντη και να πρέπει να συνεχίσεις να εξελίσσεσαι τραγουδιστικά. Το βρίσκουμε όλοι μπροστά μας. Δεν υπάρχουν μυστικά μόνο δουλειά κι επιμονή.

-Τα σημαντικότερα βήματα στην έως τώρα σταδιοδρομία σας;

Η συμμετοχή μου ήδη από τις σπουδές στη χορωδία της τότε όπερας Θεσσαλονίκης και τα πρώτα σόλι που έκανα μου έδωσαν από πολύ νωρίς την εμπειρία της σκηνής κι έτσι πήρα την απόφαση ότι θα φύγω και στο εξωτερικό για μεταπτυχιακές σπουδές.

Οι σπουδές όπερας και λήντ στη Μουσική Ακαδημία της Στουτγάρδης και κατόπιν η συνεργασία μου με τη Staatsoper Stuttgart που ήταν το πρώτο μου συμβόλαιο και με έφερε σε μια από τις μεγαλύτερες σκηνές της Γερμανίας.

Η συνεργασία μου με το Μάρκελλο Χρυσικόπουλο σε παραγωγές με την Καμεράτα και με τους Latinitas Nostra και φυσικά η ακρόαση στη Λυρική και η πρόταση για Μουζέττα το 2015.

-Πείτε μας για τις τρέχουσες εμφανίσεις σας στην Αθήνα.

Τέλη Νοέμβρη συμμετείχα ως Περσεφόνη στον Ορφέα του Μοντεβέρντι στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε σκηνοθεσία του Θάνου Παπακωνσταντίνου και διεύθυνση του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. Το Δεκέμβρη και για πέντε παραστάσεις θα ερμηνεύσω τη Μουζέττα στη Μποέμ σε σκηνοθεσία Graham Vick και διεύθυνση Hλία Βουδούρη/ Bλαδίμηρου Συμεωνίδη στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

-Σε σύντομο χρονικό διάστημα θα ερμηνεύσετε δυο ετερόκλητους ρόλους του ρεπερτορίου σας. Πως αντιμετωπίζετε την πρόκληση αυτή;

Δεν είναι δεδομένο να τραγουδά κάνεις σχεδόν ταυτόχρονα Μοντεβέρντι και Πουτσίνι. Από τη μια το μπαρόκ και από την άλλη η μεγάλη ορχήστρα του Βερισμού. Χρειάζεται φωνητική ευελιξία και γνώση του στυλ. Προσωπικά μου αρέσει το μπαρόκ ρεπερτόριο να τραγουδιέται με λίγο περισσότερο «ψωμί” στη φωνή και  από την άλλη μια πιο ανάλαφρη προσέγγιση του Πουτσίνι που είναι δυνατή στη Μποέμ. Άλλωστε μια ματιά στις παρτιτούρες του συνθέτη δείχνει ξεκάθαρα και την πρόθεση του. Από εκεί και πέρα είναι θέμα μαέστρου και επιλογής καστ. Είμαι πολύ χαρούμενη που μου δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχω στις δύο αυτές παραγωγές.

-Οι σπουδές σας ως αρχαιολόγος έχουν επηρεάσει την σκέψη και την ερμηνεία  σας;

Οι σπουδές μου επηρέασαν σίγουρα τη σκέψη και ερμηνεία μου. Η γνώση της ιστορίας και αισθητικής μιας εποχής ή ενός τόπου βοηθά το να μπαίνει κάποιος πιο γρήγορα σε ένα σκηνοθετικό κόνσεπτ ή σε ένα ρόλο.

-Τι θα συμβουλεύατε ένα νεώτερο άτομο, στην Ελλάδα του σήμερα που έχει ταλέντο και θέλει να ασχοληθεί με την όπερα;

Το πιο σημαντικό είναι η σωστή επιλογή δασκάλου και οι καλές μουσικές βάσεις. Από κει και πέρα η επαφή με το θέατρο, τις συναυλίες αλλά και το διάβασμα (λογοτεχνία, ιστορία) ώστε να μπορούν πιο εύκολα να φανταστούν αυτά που δεν έχουν ζήσει. Επίσης να μην ξεχνούν να επιδιώκουν όμορφες συνεργασίες με συναδέλφους ήδη από τις σπουδές που αργότερα μπορεί να φέρουν κάτι πολύ δημιουργικό.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here