Μαρία Κοντοβά: Ελλάδα και Βαλκάνια στα σχολικά βιβλία μας

 

 

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

H εικόνα του εθνικού «εαυτού» και του βαλκάνιου εθνικού «άλλου» και των αναπαραστάσεων του πολέμου και της ειρήνης μεταξύ της Ελλάδας και των βαλκανικών κρατών στο περιεχόμενο του κειμένου και του περικειμένου των ελληνικών σχολικών βιβλίων Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Γενικής, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της περιόδου 1967-2007.

Κατόπιν μιας περιεκτικής παρουσίασης των θεωρητικών ερεισμάτων της παρούσας έρευνας, έπεται η ανάλυση (κάθετη και οριζόντια συγκριτική) υπό το πρίσμα της Παιδαγωγικής της Ειρήνης των σχολικών βιβλίων Ιστορίας του μαθητή και της μαθήτριας της περιόδου αυτής, ενταγμένα στο ιστορικό, εκπαιδευτικό και πολιτικό-ιδεολογικό τους πλαίσιο. Η διμερής αυτή (συγχρονική και διαχρονική) προσέγγιση του ερευνητικού υλικού καταδεικνύει την εξάρτηση της σχολικής Ιστορίας από την πολιτική εξουσία. Η σχολική ιστορία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται –άλλοτε φανερά και άλλοτε συγκεκαλυμμένα– ως εργαλείο διάχυσης εθνικής ιδεολογίας, γεγονός που, αφενός, ενισχύει το επιχείρημα ότι η εκπαίδευση δεν είναι μια πολιτικά ουδέτερη πράξη και, αφετέρου, αναπόφευκτα οδηγεί στη διατήρηση της διάκρισης ανάμεσα στον εθνικό «εαυτό» και στο βαλκάνιο εθνικό «άλλο».

«Ελλάδα και Βαλκάνια στα ελληνικά σχολικά βιβλία Ιστορίας της περιόδου 1967-2007: Έρευνα υπό το πρίσμα της Παιδαγωγικής της Ειρήνης» της Μαρίας Κοντοβά, εκδόσεις University Studio Press.

Πρόκειται για μια πρωτότυπη συγγραφική προσπάθεια η οποία συμπληρώνει στην Ελλάδα τα σχετικά περιορισμένα ερευνητικά δεδομένα και παράλληλα προσφέρει ερευνητική τεκμηρίωση στη θεωρητική συζήτηση αναφορικά με την πολιτικο-ιδεολογική λειτουργία των σχολικών βιβλίων. • Η Μαρία Κοντοβά είναι διδάκτορας Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντά της και η αντίστοιχη ερευνητική της δράση εστιάζουν στην Παιδαγωγική της Ειρήνης, στην Έρευνα των Προδιαγραφών της Διδασκαλίας και στην Ποιοτική μεθοδολογία στην έρευνα των κοινωνικών επιστημών.

-Ελλάδα και Βαλκάνια στα σχολικά βιβλία από το 1967 έως το 2007. Πως ασχοληθήκατε με αυτό το θέμα;

Η αφετηρία της ενασχόλησής μου με τη θεματική που πραγματεύεται το παρόν βιβλίο ανάγεται στα ευρήματα της σχετικής ερευνητικής δράσης που αναπτύσσω τα τελευταία χρόνια, που συντείνουν στη διαπίστωση ότι το περιεχόμενο των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας, ακόμη και των πλέον πρόσφατων, εξακολουθεί να στηρίζει το θεματικό πυρήνα του στην αφήγηση βίαιων συμβάντων, χωρίς να τίθενται αυτά υπό το πρίσμα κριτικής, ενώ το ηθικό μήνυμα υπέρ της ειρήνης το παράγουν κυρίως οι αναφορές στις καταστροφικές επιπτώσεις των πολέμων και της βίας. Το παραπάνω σε συνδυασμό με την ευρέως αποδεκτή από τον επιστημονικό και εκπαιδευτικό χώρο θέση πως το σχολικό βιβλίο εν γένει λειτουργεί ως «δίαυλος» μετάδοσης της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας και της κυρίαρχης ιδεολογίας της εποχής του, ενέτειναν το ενδιαφέρον μου για περαιτέρω διερεύνηση της πολιτικής διάστασης του περιεχομένου των σχολικών βιβλίων, εστιάζοντας στις διαβαλκανικές σχέσεις.

-Ιστορία συγκρούσεων με τους γείτονες το παρελθόν μας;

Κοινό τόπο στις έρευνες που έχουν διεξαχθεί διεθνώς συνιστά η διαπίστωση ότι η επιλογή και οι αρχές μετάδοσης των περιεχομένων μάθησης και διδασκαλίας των περισσότερων σχολικών βιβλίων Ιστορίας αποβλέπουν στη δημιουργία εθνικής ταυτότητας, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αντίθεση του εθνικού «εαυτού» με τον «άλλο» και ιδιαίτερα το «γείτονα». Αφετηρία της σχολικής Ιστορίας δεν είναι τα στοιχεία που ενοποιούν ούτε η αμφίδρομη, αν και σίγουρα όχι απαλλαγμένη από συγκρούσεις σχέση με τον «άλλο», αλλά η ιστορία του «άλλου» ως εχθρού, που παρουσιάζεται ως αντίποδας της δικής «μας» εθνικής ιστορίας. Μια τέτοια αντίληψη έχει ως συνέπεια να προσλαμβάνουν και να κατανοούν οι μαθητές και οι μαθήτριες το ιστορικό παρελθόν ως «ιστορία συγκρούσεων», καθώς οι περίοδοι ειρήνης τείνουν να εμφανίζονται ως μεταβατικές περίοδοι στρατιωτικής ανασυγκρότησης και προετοιμασίας για την επόμενη σύγκρουση, ενώ συχνά η παρουσίαση των εθνικών αντιθέσεων στα σχολικά βιβλία στηρίζεται σε μια προσέγγιση, η οποία διαχωρίζει τους «νόμιμους» από τους «παράνομους» και τους «δικαιολογημένους» από τους «αδικαιολόγητους» πολέμους. Βάσει αυτής της προσέγγισης οι δικές «μας» μόνον μάχες παρουσιάζονται ως αυτές που μπορούν να νομιμοποιηθούν, ενώ η βαρβαρότητα και οι εθνικοί διωγμοί αποδίδονται στους «άλλους». Στο πλαίσιο αυτό, δεδομένης της διάχυτης αντίληψης ότι τα Βαλκάνια είναι μια περιοχή επισφαλής και ιδιαίτερα φορτισμένη λόγω των προγενέστερων περιστατικών πολεμικής βίας, αλλά και των υφιστάμενων διπλωματικών αντιπαραθέσεων, κρίθηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η έρευνα της σχολικής ιστορικής αφήγησης αναφορικά με τα Βαλκάνια, η οποία είναι πρωτίστως πολιτική και δίνει βαρύτητα στις συγκρούσεις.

-Γιατί παρουσιάζονται στα βιβλία της Ιστορίας  η επιθετικότητα και η βία ως φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας;

Η πολεμική βίαιη δράση στην αφήγηση των σχολικών βιβλίων Ιστορίας τείνει να εκλογικεύεται ανάλογα με τα συμφέροντα του κάθε κράτους. Άλλωστε, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην ελληνική πραγματικότητα, οι πόλεμοι και οι διακρατικές συγκρούσεις περιγράφονται από την κρατική προοπτική, λόγω, αφενός, του συγκεντρωτικού εκπαιδευτικού συστήματος και, αφετέρου, του κρατικού μονοπωλίου στη συγγραφή και αξιολόγηση του ενός και μοναδικού για κάθε μάθημα σχολικού εγχειριδίου, γεγονότα που προσέδωσαν στην ελληνική σχολική Ιστορία αρκετά συχνά χαρακτήρα προπαγανδιστικό και μετέτρεψαν την αφήγηση σε «ιδεολογικό κήρυγμα», οδηγώντας στην εκδήλωση πολωτικών φαινομένων. Έτσι, η μελέτη των σχολικών βιβλίων Ιστορίας μπορεί να αποκαλύψει πολλές από τις φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως η επιθετικότητα, η ενθάρρυνση πράξεων βίας απέναντι στον «άλλο», η ανάδειξη του έθνους σε απόλυτη και υπερβατική αξία και σε αντικείμενο λατρείας.

-Δώστε μας κάποια παραδείγματα όπου η σχολική ιστορία εναρμονίζεται με τους εθνικούς στόχους της Ελλάδας;

Καταρχάς, να επισημάνω ότι κύριο επιχείρημά μου είναι πως η εκπαίδευση δεν είναι πολιτικά και παιδαγωγικά ουδέτερη πράξη. Δεδομένης της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης, άλλοτε δίνει «λογικές» εξηγήσεις για την καταπίεση που ασκεί το σύστημα στον κόσμο, έτσι ώστε η υπάρχουσα κατάσταση να διατηρηθεί, ενώ άλλοτε προσφέρει τη δυνατότητα του κριτικού στοχασμού, που αμφισβητεί τις απόψεις που δικαιολογούν και κάνουν αποδεκτές τις παραπάνω εξηγήσεις. Βέβαια, η δεύτερη δυνατότητα που εμπερικλείει το δυναμικό της εκπαίδευσης παραμένει, κατά τη γνώμη μου, σε μεγάλο βαθμό ζητούμενο. Επομένως, η σχολική εκπαίδευση ως ο κύριος φορέας άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής αναλαμβάνει έναν ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο, ο οποίος αποτυπώνεται στους σκοπούς της εκάστοτε βαθμίδας, στους στόχους των επιμέρους μαθημάτων, όπως διατυπώνονται στα προγράμματα σπουδών, αλλά και στην επιλογή, οργάνωση, διάταξη και ιεράρχηση του περιεχομένου των σχολικών βιβλίων, που συνιστούν έως και σήμερα τα κύρια κρατικά μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής της γνώσης. Με άλλα λόγια, η γνώση η οποία εμπεριέχεται στα σχολικά βιβλία αποτελεί επιλογή από ένα σώμα δυνατής κοινωνικής γνώσης και αρχών που ανασυντίθενται στο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο.

Σε ό, τι αφορά τώρα στη σχολική ιστορία και βάσει πολυπληθών ερευνών φανερώνεται ότι   από τη θεσμοθέτηση του εκπαιδευτικού συστήματος στο ελληνικό κράτος έχει προαγάγει την πολιτική νομιμοφροσύνη και έχει «δικαιώσει» τις υφιστάμενες σχέσεις εξουσίας, πραγματώνοντας τον εθνοποιητικό ρόλο που του έχει ανατεθεί. Το σχολικό βιβλίο ιστορίας παραμένει συνυφασμένο με τα ιδεολογικά συμφραζόμενα της εκάστοτε κυβέρνησης, με την άσκηση κοινωνικού ελέγχου και τη διασφάλιση της νομιμοποίησης των πολιτικών και κατ’ επέκταση εθνικών στόχων και για το λόγο αυτό συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του συνόλου της κοινωνίας και αποτελεί συχνά πεδίο ιδεολογικοπολιτικών αντιπαραθέσεων. Πρόσφορο πεδίο πολιτικής διαμάχης κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου αποτέλεσε το εγχειρίδιο των Χ. Θεοδωρίδη και Α. Λαζάρου «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία» που εκδόθηκε στα 1923 και έφερε αντιμέτωπες δύο κοσμοθεωρίες, καθώς το περιεχόμενο του περιελάμβανε πολλά

στοιχεία κοινωνικής ιστορίας, εκφράζοντας σοσιαλιστικές τάσεις στο πλαίσιο του Εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Η καθεστωτική μεταβολή της 4ης Αυγούστου 1936 και η συνακόλουθη ίδρυση του Οργανισμού Εκδόσεως σχολικών Βιβλίων  το 1937 με τον ΑΝ 952 οδήγησαν στην «παραμόρφωση» του περιεχομένου του εν λόγω βιβλίου με σκοπό την ενίσχυση των ιδεολογικών παραδοχών της δικτατορίας. Η αριστερά στην κατοχή, οικοδομώντας την αντιστασιακή της ιδεολογία, προσαρμόζει τα περιεχόμενα μάθησης και διδασκαλίας στους σκοπούς της και ανασυνθέτει το παρελθόν. «Ο εμφύλιος και το μετεμφυλιακό κράτος επιβάλλουν αποκλεισμούς, παρασιωπήσεις και στρεβλώσεις, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον ηθικό, πολιτικό και εθνικό φρονηματισμό σε βασικούς σκοπούς του μαθήματος». Ανάλογη μεταχείριση υπέστη και επί δικτατορίας των συνταγματαρχών, οι οποίοι ανέθεσαν στον ΟΕΣΒ «να καθαρίσει τα βιβλία από όσα στοιχεία δε συμφωνούσαν με το νόημα και την αγωγή του Γ΄ Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», ενώ με τη μεταπολίτευση το συγκεκριμένο εγχειρίδιο μεταγλωττίζεται και επιβιώνει ως το 1982 εξακολουθώντας ωστόσο, να καλύπτει χρονικά την περίοδο έως το 1918. Αντίστοιχο παράδειγμα αποτελεί το σχολικό εγχειρίδιο των Κ. Καλοκαιρινού και Α. Καλογεροπούλου «Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική 146 π.Χ. – 1453 μ.Χ.» της Β΄ Γυμνασίου, που αποσύρθηκε με υπουργική απόφαση στις 1/12/1965 λόγω του ότι «εξέφραζε απόψεις ιστορικού υλισμού στην ανάλυση της βυζαντινής φεουδαρχίας και περιελάμβανε χάρτη της εποχής του Βουλγαροκτόνου που παραχωρούσε μεγάλη έκταση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία». Ωστόσο, επανήλθε στις σχολικές αίθουσες διορθωμένο το 1976.

Κάθε νέο βιβλίο ιστορίας που εισάγεται στο σχολείο, όταν το περιεχόμενό του διαφοροποιείται από την «κυρίαρχη» αφήγηση, τίθεται στο πρίσμα της κριτικής από κόμματα, πολιτικούς, ομάδες τοπικών ή κοινωνικών συμφερόντων, εκκλησιαστικούς ή παρεκκλησιαστικούς κύκλους και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι εν λόγω αντιπαραθέσεις ευνοημένες από τις κατά καιρούς ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες επιτείνουν την ιδεολογική παρέμβαση στο περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων ιστορίας, η οποία συχνά, μάλιστα, φτάνει σε σημεία λογοκρισίας από την πλευρά της εξουσίας. Αντίστοιχο παράδειγμα συνιστά το βιβλίο «Ιστορία Νεότερη, Σύγχρονη, Ελληνική, Ευρωπαϊκή και Παγκόσμια» για τη Γ΄ Γυμνασίου, το οποίο γράφτηκε το 1982 από το Β. Κρεμμυδά αντιμετώπισε περιπέτειες ήδη κατά την πορεία του από το συγγραφέα στο Παιδαγωγικό ινστιτούτο και στη συνέχεια στον Οργανισμό Εκδόσεων διδακτικών Βιβλίων, καθώς όπως υποστήριξε ο ίδιος ο συγγραφέας υπέστη παραχάραξη λόγω της συμπλήρωσης από άγνωστο «δράστη» μιας παραγράφου, που κάνει λόγο για έναρξη της Επανάστασης του 1821 στην Αγία Λαύρα, για λάβαρα της επανάστασης κ.λπ. Επιπλέον, στο πλαίσιο της ιδεολογικής «κάθαρσής» του και στην προσπάθεια εξάλειψης του όρου «καπιταλισμός», αφαιρέθηκε ολόκληρο το έκτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η Ευρώπη το 19ο αιώνα: Η οργάνωση του καπιταλισμού». Τελικά, κατέληξε να κρίνεται ως αντι-ιστορικό, αντιεπιστημονικό, αντιπαιδαγωγικό λόγω μεθοδολογίας και γλώσσας, προϊόν του μαρξισμού. Ακόμη, κατηγορήθηκε για λάθη, γλωσσικές ατέλειες, δυσκολίες στην κατανόηση, αλλά και για την ελάχιστη έκταση που αφιέρωνε στην ελληνική ιστορία. Παράλληλα, δέχτηκε πυρά και από την αριστερή σκοπιά, που του απέδιδε κατηγορίες όπως «η επισήμανση ρεφορμιστικών θεωριών για το κράτος πρόνοιας, η αποσύνδεση του ιμπεριαλισμού από τον καταναλωτισμό, ο φιλοδυτικισμός, ψευδολογίες για την ΕΟΚ, εχθρότητα προς την εργατική τάξη, αγνόηση της σημασίας της ταξικής πάλης».

-Οι περισσότερο αρνητικά φορτισμένες αναφορές εντοπίζονται  στα βιβλία του Δημοτικού;

Στα βιβλία του Δημοτικού θα έλεγα ότι εντοπίζονται πιο εύκολα  οι αρνητικές δηλώσεις για τους βαλκάνιους άλλους, διότι τίθενται στην κυρίως αφήγηση, η οποία διακρίνεται για το απλό αλλά γλαφυρό λεξιλόγιό της λόγω του νεαρού της ηλικίας των μαθητών και μαθητριών στους οποίους και στις οποίες απευθύνονται. Αντίθετα, οι σχετικές αρνητικές σημάνσεις δεν απουσιάζουν από το βιβλία της δευτεροβάθμιας με τη διαφορά ότι η κυρίως αφήγηση ουδετεροποιείται και το σχετικό βάρος μετατίθεται στο περικείμενο δηλαδή στις γραπτές και οπτικές πηγές που υπάρχουν ένθετες στα σχολικά βιβλία.

-Το Μακεδονικό πως παρουσιάζεται στα βιβλία;

Η οριστική διάλυση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας με την αναγνώριση των βορείων δημοκρατιών αναφέρεται μόνο στο πλέον πρόσφατο ιστορικό εγχειρίδιο της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου, με τη σχετική αφήγηση να εμμένει στην επισήμανση των αρνητικών διαστάσεων που σηματοδότησε για τον εθνικό «εαυτό», η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

-Ο βαλκάνιος εθνικός «άλλος»;

Διαφοροποιείται διαχρονικά και συγχρονικά η εικόνα του βαλκάνιου εθνικού «άλλου» λόγω των ιδεολογικών και πολιτικών ζυμώσεων και ανακατατάξεων που συντελούνται σε όλο το εύρος της εξεταζόμενης περιόδου (1967-2007), επομένως ο αναγνώστης και η αναγνώστρια του βιβλίου μπορεί διαβάζοντάς το να διαμορφώσει μια εικόνα αυτού του διαρκώς εναλλασσόμενου παζλ που διακρίνει τις διαβαλκανικές σχέσεις.

-Η σχολική μας ιστορία αντιμετωπίζεται μόνο  ως εργαλείο για τη διάχυση της εθνικής μας ιδεολογίας;

Σαφέστατα, όχι. Η σχολική ιστορία πέραν την πολιτικής λειτουργίας που επιτελεί, λειτουργεί παράλληλα και ως εκπαιδευτικός και παιδαγωγικός πόρος. Φυσικά όλα αυτά δε γίνονται στο κενό αλλά ουσιώδη και κεντρικό ρόλο αναλαμβάνει ο/η εκπαιδευτικός της τάξης ο/η οποίος/α καλείται να αναπλαισιώσει την προσφερόμενη, από τα βιβλία, γνώση και στη συμβολή του/ης έγκειται, κατά τη γνώμη μου, σε μεγάλο βαθμό το είδος της νέας γενιάς πολιτών που θα προκύψει. Θα είναι νέοι και νέες που σκέφτονται κριτικά και εργάζονται για την ειρήνη σε τοπικό αλλά και διεθνές επίπεδο ή άνθρωποι εμμονικά προσκολλημένοι στις βίαιες διαστάσεις του ιστορικού παρελθόντος που δε γεφυρώνουν αλλά δημιουργούν μόνο χάσματα μεταξύ των λαών.

-Ολα τα παραπάνω τα ειδατε υπο το πρισμα της Παιδαγωγικης της Ειρήνης; Με έρευνα και κριτική της Ειρήνης;

Ακριβώς, όπως επισημαίνεται και στον υπότιτλο του βιβλίου. Η Παιδαγωγική της Ειρήνης συνιστά ένα ειδικό επιστημονικό κλάδο της Παιδαγωγικής, ο οποίος βρίσκει τα θεωρητικά-επιστημονικά του ερείσματα ανάμεσα στην Επιστήμη της Αγωγής και στην Έρευνα της Ειρήνης. Αντικείμενό της συνιστά ο σχεδιασμός μιας εκπαίδευσης που αποβλέπει στην απουσία του πολέμου και της βίας. Επιδιώκει μέσω των παιδαγωγικών μεθόδων που εφαρμόζει να απαλείψει από το μυαλό των εκπαιδευομένων τις γνώσεις που στηρίζονται σε βίαια πρότυπα, να ενισχύσει το αίσθημα της ανοχής και σεβασμού της διαφορετικότητας και να αναπτύξει συμπεριφορές που θα συμβάλλουν στην εξασφάλιση της ειρήνης. Αντιλαμβάνεστε , βέβαια, ότι προκειμένου να αποβεί εφικτός αυτός ο στόχος θα πρέπει η Παιδαγωγική της Ειρήνης να τραπεί σε μακρόπνοη πολιτική επιλογή που θα διαπερνά και θα διαπνέει τα εκπαιδευτικά συστήματα του συνόλου των βαλκανικών κρατών άρα θα είναι απόρροια ειλικρινούς πολιτικού διαλόγου και αντίστοιχης δέσμευσης.

 

 

-Πόσο επίκαιρο και συνάμα διαφωτιστικό, με αφορμή και το Σκοπιανό είναι το βιβλίο σας σήμερα;

 

Το συγκεκριμένο βιβλίο συνιστά μια παιδαγωγική προσπάθεια ανάδειξης του πολιτικού κλίματος που επιδιώχθηκε και ακόμη επιδιώκεται να  διαχυθεί από τη σχολική ιστοριογραφία προς τη νέα γενιά σε διαχρονικό και συγχρονικό επίπεδο. Επομένως, θεωρώ ως άκρως ενδιαφέρουσα την ανάδειξη της σχέσης μεταξύ σχολικής ιστορίας και εξωτερικής πολιτικής σε ενδοβαλκανικό επίπεδο. Πάνω από όλα, όμως, θέλω να επισημάνω ότι πρόκειται για μια φιλειρηνική προσέγγιση και ανάγνωση των περιεχομένων των σχολικών βιβλίων ιστορίας της περιόδου 1967-2007, η οποία αναδεικνύει τα τρωτά σημεία των διμερών μας σχέσεων με τους βαλκάνιους γείτονες. Το βιβλίο αυτό, είναι μια φωνή για ειρήνη και η ειρήνη είναι πάντα επίκαιρη ιδίως σε κρίσιμες, ιστορικά και πολιτικά, περιόδους όπως αυτή που τώρα διανύουμε.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here