Μ. Σοφιανού – Φ. Στεφανίδη: «Προίκα και ποίηση στην Ύδρα»

Εικ. ΑΡΧΙΚΗ

 

 

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

Την Τετάρτη, 23 Αυγούστου, παρουσιάζονται στον χώρο του Ιστορικού Μουσείου-Αρχείου Ύδρας δύο βιβλία. «Η Προίκα», έργο σε συνεργασία με την Μιράντα Σοφιανού, και η διπλή ποιητική συλλογή «Το νήμα βαστάει γερά – Φούγκα σε χρώμα κόκκινο» της Μιράντας Σοφιανού. Μιλάμε με τη Φωτεινή Στεφανίδη για τα βιβλία και την εκδήλωση.

Η «Προίκα»;

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Φοίνικα στην ελληνική και αγγλική γλώσσα σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Ντούμα. Στις 288 σελίδες του παρουσιάζονται έργα κεντητικής, ραπτικής και υφαντικής τέχνης προερχόμενα από την Κωνσταντινούπολη και την Πέργαμο της Μικράς Ασίας. Τα κεντήματα, τα υφάσματα και τα ενδύματα αυτά ανήκουν στην οικογενειακή συλλογή Σοφιανού και συμπληρώνουν μια πλήρη προίκα. Τσεβρέδες, τραπεζομάντιλα, κουρτίνες, κάθε λογής εργόχειρα, κρεβατόγυροι, καλύμματα, σεντόνια, υφαντές κουβέρτες, φορεσιές, μαντίλια, γιλέκα, πουκάμισα, εσώρουχα, μαξιλάρια, υφάσματα άραφτα, χαρτιά με προσχέδια, κλωστές, μοτίβα, ένα υλικό πλούσιο και ζωντανό, βγαίνει στο φως με αυτήν την έκδοση εκατό χρόνια από τον ερχομό της συλλογής στην Ελλάδα, πριν από τον πρώτο διωγμό, αυτόν του 1914.

Πώς υλοποιήθηκε το βιβλίο αυτό;

Η συλλογή άρχισε να συνομιλεί κομμάτι κομμάτι με τη Μιράντα Σοφιανού από το 1996, τότε που ανοίχτηκαν τα σεντούκια της Αλεξάνδρας Σοφιανού, της μικρότερης κόρης του Αριστόδημου και της Μυρσίνης. Κατά καιρούς, στις μεταξύ μας κουβέντες υπήρχε αναφορά σε κομμάτια που εκείνη ξεχώριζε. Ξεκινώντας από αυτά μια πρώτη φωτογράφιση, προέκυψε η ανάγκη της καταγραφής.

Και οι δυο μας συμφωνήσαμε σε μια εικαστική απόδοση του υλικού, που απέδιδε περισσότερο την αίσθηση που έχουν τα κεντήματα και τα λογής εργόχειρα, όταν κάποιος τα βγάζει ένα ένα από το σεντούκι, χωρίς χρονολογική σειρά και επιστημονική διάθεση, μόνο για να τα θαυμάσει, να τα αγγίξει, να τα ακούσει, να ταξιδέψει στον κόσμο τους. Εκεί, πλησιάζοντας το βλέμμα της φωτογραφικής μηχανής, είχαμε πολλές αποκαλύψεις. Όλες υπέρ ενός ανεπτυγμένου πολιτισμού, που σε απλά θέματα ‒όπως, ας πούμε, η ένωση δύο υφασμάτων ή το ράψιμο ενός κουμπιού‒ έβρισκε λύση φαινομενικά απλή, αλλά πόσο σύνθετη σε σκέψη, πόσο ενδιαφέρουσα και λειτουργική. Υποδειγματική. Γι’ αυτό και προτιμήσαμε τα κεντήματα σε λεπτομέρεια και κίνηση και όχι ολόκληρα, στατικά και απόμακρα.

Τα κείμενα;

Η στενή αυτή επαφή οδήγησε αναγκαστικά στην έρευνα, ανέσυρε μνήμες από γιαγιάδες, μητέρες, θείες, και άρχισε η συλλογή να αποσαφηνίζεται σε κάποιο βαθμό. Μέσα από αυτό το ψάξιμο, πήραμε χαρά ανακαλύπτοντας τεχνικές, σκέψεις, λύσεις εικαστικές και τεχνικές που έδωσαν οι συγκεκριμένες γυναίκες. Έγιναν μέσα μας εικαστικοί και μουσικοί συσχετισμοί. Αγγίζοντάς τα, νιώθαμε τα φυσικά υλικά. Αγαπήσαμε τις φθορές του χρόνου και της ταλαιπωρίας τους κατά τις μετακινήσεις, και δώσαμε έμφαση σ’ αυτές. Έντονα νιώσαμε τα προικιά της Περγάμου να αναδίδουν ευωδιά σπιτιού και απόλυτης νοικοκυροσύνης, καθώς ήταν άριστα διατηρημένα. Λιγοστά ίχνη που βρέθηκαν επάνω τους (χρώμα σε κουμπί από παιδικό χέρι, και μελάνι από την αποτύπωση σχεδίου σε μαντίλι) έδωσαν το ανθρώπινο διαδραστικό στοιχείο, απέδειξαν ότι το υλικό μας είναι ζωντανό. Όλα αυτά τα στοιχεία αποτυπώθηκαν με λόγο.

Η τεκμηρίωση;

Επιλεκτική βιβλιογραφία και οικογενειακή εμπειρία βοήθησε στην περιγραφή των κεντημάτων. Τραγούδια από τη Μικρασία και την Ανατολική Θράκη υμνούν στάδια αυτής της εργασίας και τα συμπεριλάβαμε. Επιλέξαμε ακόμη αποσπάσματα έργων από Μικρασιάτες και Μυτιληνιούς πεζογράφους και ποιητές ‒ δένουν τόσο φιλικά με τον τόπο, με τις γυναίκες και με τα χρώματα και τα θέματα των κεντημάτων. Κάποιες αρχαίες τεχνικές που συναντήσαμε ανέσυραν αποσπάσματα από αρχαιότερα έργα λόγου.

Οι φωτογραφίες;

Όλες οι φωτογραφίσεις έγιναν με φως ημέρας, για να αποκαλυφθούν κατά το δυνατόν οι απαλές γραμμές, οι λάμψεις και ο λυρισμός των τόπων προέλευσης των κεντημάτων. Η επεξεργασία των φωτογραφιών που έγινε ήταν ελάχιστη και μόνο για την καλύτερη εκτύπωσή τους.

Στο λεύκωμα συμπεριλάβαμε περίπου το ένα τρίτο των έργων της συλλογής. Προτιμήσαμε να παρουσιάσουμε λιγότερα, για καλύτερη ανάδειξη, παρά το σύνολο, όπου θα ήταν δύσκολο να αναδειχτούν και να ξεχωρίσουν όλα.

Το ποιητικό βιβλίο;

Σημειώνουμε ότι και αυτό το βιβλίο κυκλοφορεί και στα αγγλικά σε βιβλιοφιλική έκδοση λίγων αντιτύπων σε μετάφραση της Jane Ασημακοπούλου με λίγα σχέδιά μου και ένα χαρακτικό στο κόσμημα εξωφύλλου.
Παραθέτω δυο σύντομα ποιήματα της Μιράντας Σοφιανού από τις συλλογές:

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΓΙΝΕ ΒΡΟΧΗ

Έγινε άνεμος και σκορπίστηκε.

Ένα μέρος του έγινε γιασεμί,

το δεύτερο τρία κλαδιά ενός δέντρου, με βαθιές γερές ρίζες.

Έγινε πουλί το τρίτο.

Τόλμησε και πέρασε τον ωκεανό

κάθισε στην στέγη ενός σπιτιού

κι άπλωσε κι εκεί τις μικρές του φτερούγες.

Βιβλίο ο χρόνος δεν έγινε.

Πολλά καλά βιβλία δεν γράφτηκαν ποτέ,

είπε κάποιος που ήξερε.

 

ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ
Μικρές σαύρες περπατούν χιλιάδες χρόνια τώρα

πάνω στ’ αρχαία κομμάτια

και τα μετρούν

και κάθε χρόνο τα βρίσκουν λιγότερα.

Ποιοι θα παρουσιάσουν τα βιβλία και πότε;
Η αρχειονόμος και ιστορικός Ντίνα Αδαμοπούλου, ο ιστορικός και ερευνητής Θοδωρής Κοντάρας και ο συγγραφέας Bruce Walter στο Ιστορικό Μουσείο-Αρχείο Ύδρας την Τετάρτη 23 Αυγούστου και ώρα 20.30. Πληροφορίες στο 22980-52355

 

Print Friendly, PDF & Email

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Έτσι! Να ταξιδεύουν οι μνήμες και οι τέχνες! Μαζί τους ταξιδεύει η ψυχή, κι ο νους πλουτίζει… Καλή επιτυχία και σε τούτη την παρουσίαση!

  2. «Γιασεμιά και καμπανούλες θα σου βάλω για κορώνα» έγραφε ο Λόρκα και τα κορίτσια τα κεντούσαν στα μαξιλάρια τους και τα πουκάμισα τους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here