Λίλη Λαμπρέλλη:  «Η Αγκαλιά του παπά-Στρατή της Καλλονής»- Το μεγαλείο της αλληλεγγύης στη Λέσβο των προσφύγων

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ

“Οι παππούδες μου, Μικρασιάτες από το Αϊβαλί που πέρασαν απέναντι, στη Μυτιλήνη, πριν από την Καταστροφή. Οι γιαγιάδες μου, βέρες Μυτιληνιές. Τάφοι προγόνων και στις δυο μεριές – τόσο κοντινές που τα βράδια βλέπεις τα φωτάκια ν’ ανάβουν ένα ένα από την απέναντι ήπειρο. Γεννήθηκα στον Πειραιά. Σπούδασα νομικά και κάμποση μουσική. Έκανα λίγη δικηγορία, υπήρξα για μερικά φεγγάρια δημόσιος υπάλληλος και για πολλά χρόνια (ως τον Ιούνιο του 2014) δούλεψα μεταφράστρια στο Λουξεμβούργο και τις Βρυξέλλες. Το 1998, από καθαρή συγκυρία, συνάντησα τον παραμυθά Ανρί Γκουγκό και βούτηξα στα βαθιά των παραμυθιών – δεν έχω αναδυθεί ποτέ”.  Aυτή τη φορά δεν θα μας μιλήσει για βιβλία και παραμύθια η συγγραφέας Λίλη Λαμπρέλλη, θα μας περιγράψει όσα τραγικά έζησε στο νησί της.

– Πώς βρεθήκατε στη Μυτιλήνη, πού ακριβώς, ποιες μέρες;

Η Μυτιλήνη είναι η πατρίδα μου. Μετά τον θάνατο των γονιών μου πηγαίνω σπάνια· ο οικογενειακός τάφος, το μόνο που μας έχει απομείνει στο νησί, με βαραίνει πολύ. Αρχικά είχα προγραμματίσει το ταξίδι για να συνεργαστώ με τη συγγραφέα Φωτεινή Φραγκούλη, στο Μόλυβο, για μια ελληνοτουρκική ανταλλαγή μεταξύ σχολείων της Λέσβου και των απέναντι  μικρασιατικών ακτών. Το έναυσμα για να πάω στην Καλλονή ήταν ένα άρθρο που διάβασα τον Ιούλιο για τον παπα-Στρατή Δήμου που έφυγε προχτές από τη ζωή, λίγες ώρες μετά την επικοινωνία μας για τη σημερινή συνέντευξη. Αυτό το συγκλονιστικό στην ανθρωπιά του άρθρο με έκανε να αναζητήσω αμέσως στο ίντερνετ στοιχεία για την Αγκαλιά και τον Γιώργο Τυρίκο-Εργά, συγγραφέα που συνεργάζεται κι αυτός -σαν κι εμένα και τη Φωτεινή- με τον οίκο Πατάκη. Τη στιγμή που κοιτούσα τη σελίδα του στο φέησμπουκ, ο Γιώργος μου έστειλε ένα μήνυμα, του απάντησα και η Αγκαλιά μπήκε στη ζωή μου μαζί με τον παπα-Στρατή, τον Γιώργο, την Κατερίνα, την Ελένη και τον μικρό Παντελή. Πήγα στη Λέσβο δυο βδομάδες, στην καρδιά του Αυγούστου, μοιρασμένες ανάμεσα στην Καλλονή και το Μόλυβο, με περάσματα από τη Μυτιλήνη για εκδηλώσεις υπέρ της Αγκαλιάς και για να δω τους συγγενείς μου.

– Τι είναι η Αγκαλιά;

Η Αγκαλιά είναι μια μικρή, μη επιδοτούμενη ΜΚΟ, που ξεκίνησε από έναν μόνον άνθρωπο, τον παπα-Στρατή Δήμου, έναν σπανιότατο ιερέα που χτες έγινε η κηδεία του. Όταν τον συνάντησα, οδηγούσε ακόμα το παλιό του αυτοκίνητο,  με ένα μόνο γερό μάτι, γιατί η αρρώστια είχε απλωθεί, και με τη μπουκάλα του οξυγόνου δίπλα. Τον άκουσα να μιλάει για αγάπη και ειρήνη κι αυτές οι φθαρμένες λέξεις, βγαλμένες από το στόμα του, ξανάγιναν φρέσκιες σαν ανοιξιάτικο αεράκι. Τον άκουσα να μιλάει, πάλι με τα σωληνάκια στη μύτη και την έγνοια μήπως τελειώσει το οξυγόνο, για αλληλεγγύη ανεξάρτητα από θρησκεία, και η φωτεινή του αύρα έδινε νόημα στο αυτονόητο.

παπα στρατης

 

Αυτός ο λαμπερός άνθρωπος οραματίστηκε την Αγκαλιά που στην πορεία της επεκτάθηκε με τρεις νέους ακτιβιστές -τον κατά δήλωσή του αντικληρικό και καρδιακό φίλο του παπα-Στρατή, Γιώργο Εργά, άνθρωπο εμπνευσμένο, τη γυναίκα του, Κατερίνα Σελάχα που με τη γλυκύτητα και τη συγκρότησή της είναι το στήριγμα όλων, και την αδελφή της, Ελένη, διακριτική και γενναιόδωρη που όμως περιμένει το πρώτο της μωρό και δεν θα μπορεί για κάμποσο καιρό να συνεχίσει τη σκληρή, σκληρότατη δουλειά που πρόσφερε ως τώρα. Μασκώτ της ομάδας, ο μικρός, απίστευτα χαρισματικός Παντελάκος! Στην ουσία, η Αγκαλιά με την εγκυμοσύνη της Ελένης και τον θάνατο του παπα-Στρατή, είναι δυο άνθρωποι· ο Γιώργος και η Κατερίνα.

– Είχε συμμετοχἠ εθελοντών; Ο κόσμος της περιοχής, πώς το δέχεται;

Τον Αύγουστο οι εθελοντές ήταν ελάχιστοι, παρά τις πολλές προσφορές του κόσμου. Το πρόβλημα με τις προσφορές υλικού είναι ότι πράγματα που σε ένα κανονικό σπίτι αντέχουν πολλά χρόνια, όπως οι κουβέρτες και οι κουρελούδες, στην Αγκαλιά, αν λερωθούν με αίμα ή ούρα (πολλά τα πληγωμένα πόδια, πολλά τα μικρά παιδιά), θα πρέπει να πεταχτούν γιατί δεν υπάρχει τρόπος να πλυθούν και να αποστειρωθούν. Οπότε οι ανάγκες για τέτοια είδη είναι τεράστιες και συνεχείς.

Για τα μωρά θα ήταν χρήσιμο να υπάρχουν σεντονάκια για να μην κοιμούνται κατάσαρκα στις κουβέρτες όπου κοιμήθηκαν δεκάδες ή και εκατονάδες άλλοι. Όμως ακόμα κι αν υπήρχαν σεντόνια, πώς θα πλυθούν αφού και πλυντήριο να υπήρχε στην Αγκαλιά, δεν υπάρχει ηλεκτρικό. Αλλά και όλα αυτά να είχαν λυθεί, χρειάζονται χέρια, πολλά επιδέξια χέρια αυτόνομων και δυνατών σωματικά και ψυχικά ανθρώπων. Όμως αφού δεν υπάρχει ούτε κατά διάνοια υποδομή φιλοξενίας και διατροφής εθελοντών, αλλά όποιος έρχεται να βοηθήσει και δεν έχει στέγη στο νησί θα πρέπει να καλύψει μόνος τα εισιτήρια και τα έξοδα της διαμονής του, καταλήγουμε στο αυτονόητο, ότι η μόνη ελπίδα για αποτελεσματικούς  εθελοντές  έρχεται από την ίδια τη Λέσβο.

– Περιγράψτε μας μια μέρα εθελοντισμού.

Κυριακή πρωί, όπου είχαμε συνεννοηθεί, λόγω της βραδινής εκδήλωσης, να μην συμμετέχουμε στο μοίρασμα του πρωινού αλλά να κοιμηθούμε  κατά βούληση· όμως, στις  7.30 ακριβώς, η καμπάνα της Αγίας Άννας, δίπλα στο μικρό μας ξενοδοχείο, για να μην πω πάνω από τα κεφάλια μας, μας  έκανε να πεταχτούμε από τα κρεβάτια μας. «Κοιμηθείτε», μου είπε η ευγενέστατη Φραντζέσκα, εθελόντρια κι αυτή που μοιραζόμουν μαζί της το δωμάτιο, «είναι πολύ νωρίς».

Όμως εγώ, ξυπνώντας απότομα, είχα ακόμα ολοζώντανο το όνειρο που έβλεπα· ότι ήμουν στην Αγκαλιά και πρόσφερα τσάι στους πρόσφυγες. «Μια και ξυπνήσαμε, ας κάνουμε την παλικαριά να σηκωθούμε, Φραντζέσκα μου, γιατί μου κόλλησε η ιδέα να φτιάξουμε τσάι στην Αγκαλιά́», της αποκρίθηκα. «Σκέψου εσύ που έχεις πιο πρακτικό μυαλό πώς θα τα καταφέρουμε χωρίς ηλεκτρικό». «Με γκαζάκι», είχε έτοιμη την απάντηση το κορίτσι και με ενθουσιασμό ντυθήκαμε βιαστικά και ορμήσαμε στο κοντινό μαγαζάκι που μόλις άνοιγε. Γκαζάκι, γυάλινη κανάτα, πλαστικά ποτήρια και κουταλάκια, φακελλάκια τσάι, μια σακούλα ζάχαρη.

Μόλις φτάσαμε, βρήκαμε την Αγκαλιά γεμάτη από μικρές ομάδες Σύριων και Αφγανών. Μοναδικό παιδί ένα εννιάχρονο κορίτσι που λατρέψαμε. Όλοι ξεθεωμένοι από το περπάτημα, αλλά χαμηλότονοι και σεβαστικοί. Κάποιοι μάς ρωτούσαν πού να φορτίσουν τα κινητά τους και ξαφνιαζόντουσαν ακούγοντας ότι δεν υπήρχε ηλεκτρικό. Λέγαμε και ξαναλέγαμε: «Δυστυχώς τα μέσα είναι ελάχιστα γιατί όλα εδώ γίνονται με ιδιωτική πρωτοβουλία». «Είμαστε όλοι εθελοντές». «Δεν υπάρχουν κρατικοί πόροι». «Η χώρα μας βρίσκεται σε βαθιά οικονομική κρίση και έχει τεράστια ανεργία». «Εσείς που θέλετε να πάτε;»… «Γερμανία», ήταν η πιο συχνή απάντηση. «Λυπόμαστε πολύ για τη χώρα σας», πρόσθεταν όσοι ήξεραν αγγλικά, ενώ οι άλλοι συγκατάνευαν με το κεφάλι.

Σε λίγο κατέφθασαν η Κατερίνα με την Ελένη για να μοιράσουν τυποποιημένα κρουασάν, μπανάνες, μπουκαλάκια νερό, φάρμακα. Η Φραντζέσκα κι εγώ, αφού στήσαμε μια μικρή παιδική γωνιά και χωρίσαμε σε κατηγορίες κάμποσες σακούλες με ρούχα, αρχίσαμε να βράζουμε νερό στο γκαζάκι και σε λίγο η πρώτη κανάτα τσάι κυκλοφορούσε ανάμεσα στις κουβέρτες και τις κουρελούδες. Το τι ευχές εισπράξαμε, δε λέγεται, για μας και για τη χώρα μας. Όταν η τελευταία κανάτα τσάι έμεινε γεμάτη, φύγαμε να ετοιμαστούμε για τη βραδινή  εκδήλωση. Κι όταν τους αναζητήσαμε για να τους πάρουμε μαζί μας, η Αγκαλιά ήταν άδεια. Είχε περάσει το λεωφορείο από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα και τους πήγε να κοιμηθούν κατάχαμα στο λιμάνι της Μυτιλήνης, για να μπουν στην ουρά σαν ξημερώσει, να καταγραφούν μες στη βδομάδα, να πάρουν σειρά για το πλοίο που πάει Πειραιά, ύστερα για τα τρένα προς βορρά, κι έπειτα να χωθούν στα βαθιά Βαλκάνια, με την ελπίδα κάποιοι να φτάσουν κάποτε στην πολυπόθητη Γερμανία.

Και σουρούπωσε και κατέφθασε ο πολύς Κώστας Ζαφειρίου, συγγραφέας, αυλητής, τραγουδοποιός  και γητευτής κι έγινε γιορτή μεγάλη στην αυλή της Κατερίνας και της Ελένης, με ομιλία του παπα-Στρατή που ράγιζε τις πέτρες, συγκλονιστικές αφηγήσεις από το ημερολόγιο της Αγκαλιάς από τον Γιώργο, την Κατερίνα και την Ελένη, ολοζώντανες μαρτυρίες προσφύγων, λαϊκά παραμύθια από μένα και τραγούδια από τον εκπληκτικό Κώστα Ζαφειρίου, με τον Άλλον Άνθρωπο να μαγειρεύει για πάνω από 250 άτομα και με αντίτιμο για τη συμμετοχή του κόσμου, τις κουβέρτες ή κουρελούδες που θα έφερναν από τα σπίτια τους για να καθίσουν πάνω στο γρασίδι, για τους πρόσφυγες της Αγκαλιάς. Και φάγαμε από τη μαγειριά του Άλλου Ανθρώπου και ήπιαμε νεράκι δροσερό και γίναμε όλοι ένα, με τρόπο μαγικό.

-Η επικοινωνία με τους πρόσφυγες; Τους ηλικιωμένους; Τα μικρά παιδιά; Κάποιο περιστατικό;

Δευτέρα πρωί. Αδειανή η Αγκαλιά. Ετοιμαζόμασταν να φύγουμε, όταν μπήκε μια μικρή ομάδα Σύριων. Πρώτοι δυο νεαροί τόσο καλοβαλμένοι που τους περάσαμε για εύπορους τουρίστες. Ο ένας, με τέλεια αγγλικά, με μάνα γιατρό και πατέρα γλύπτη, σπούδαζε αρχαιολόγος. Η μάνα του νεαρού δούλευε ήδη σε νοσοκομείο στη Δανία που ήταν ο τελικός τους προορισμός. Αμέσως μετά, τέσσερις άνδρες μʹ ένα κοριτσάκι 18 μηνών που το κουβαλούσε στην πλάτη ο πιο ηλικιωμένος. Μας είπαν πως έρχονται από Πέτρα και ακολουθούν γυναίκες και παιδιά. Τηλεφωνήσαμε στην Κατερίνα που ήρθε αμέσως με σάντουιτς, γάλα, ρούχα για το μωρό. «Ποιος είναι ο πατέρας;» ρώτησε. Ο ηλικιωμένος Σύριος σήκωσε το χέρι. «Η μητέρα και η γιαγιά της Μάσα είναι στο δρόμο», είπε δείχνοντας τη μικρή που κρυβόταν πίσω από την κολώνα για να κλάψει, χώνοντας το μουτράκι της στο παλιό στρώμα, μην πιάσει χώρο, μην ενοχλήσει.

Μοναδικό μάθημα αξιοπρέπειας που μας σπάραξε την καρδιά. «Αν αντέχετε να πάτε με το αυτοκίνητο προς Πέτρα, ίσως τις βρείτε στο δρόμο», μας είπε η Κατερίνα. Κι εμείς, με χαρά και τα ονόματα της γιαγιάς, της μάνας και της μικρής Μάσα, γραμμένα στα αραβικά σʹ ένα χαρτόνι κολλημένο στο παρμπρίζ, κινήσαμε. Ο δρόμος άδειος από πρόσφυγες και γεμάτος στροφές. Σταμάτησα δυο φορές για να κάνει εμετό η Φραντζέσκα.

Γυρίσαμε πίσω άπρακτες, και βρήκαμε τον ηλικιωμένο Σύριο να λούζει τη μικρή στα λασπόνερα της αυλής· δεν ξέραμε τι να πούμε στους ανθρώπους, πέρα από ότι ελπίζαμε οι δυο γυναίκες να μπήκαν στο λεωφορείο των Γιατρών χωρίς Σύνορα που συναντήσαμε έξω από την Πέτρα και να κατευθύνονται στη Μυτιλήνη. Τη λύση έδωσε –όπως πάντα- ο Γιώργος. «Θα πάρουμε μαζί μας το μωρό και τον παππού του («Είστε ο παππούς έτσι δεν είναι;» «Yes», απάντησε εκείνος που λίγο πριν είχε δεχτεί σιωπηλά ότι ήταν ο πατέρας), πηγαίνοντας για την εκδήλωση στη Μυτιλήνη. «Άντε, σου το κάνω δώρο, πάρε στο δικό σου αυτοκίνητο το μωρό, αφού ξέρω ότι το θέλεις», μου είπε ο Γιώργος γελαστά.

Τελικά, ο ακούραστος και απίστευτα οργανωτικός Γιώργος είπε να τους πάρουμε μαζί μας στη Μυτιλήνη όπου θα πηγαίναμε με τον Κώστα Ζαφειρίου, τον αυλητή και γητευτή, για τη βραδινή εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο. Ο Γιώργος, μου έκανε το δώρο να μπει στο δικό μου νοικιασμένο αυτοκίνητο η μικρή. Σ’ όλη τη διαδρομή, ο θετός παππούς κι ο ξάδερφος του μωρού, στο πίσω κάθισμα, έχοντας ανάμεσά τους τη Μάσα που για πρώτη φορά χαμογελούσε, μας ρωτούσαν πώς θα μπορούσαν να βρουν τη μάνα και τη γιαγιά του μωρού. Τους λέγαμε μισόλογα ότι θα ήταν δύσκολο αν δε έχουν καταγραφεί και ότι σε λίγο θα νύχτωνε και θα τις έβρισκαν πιο εύκολα την άλλη μέρα.

 

ÅÐÅÉÓÏÄÉÁ ÓÔÏ ËÉÌÁÍÉ ÔÇÓ ÌÕÔÉËÇÍÇÓ  ÌÅÔÁÎÕ ÐÑÏÓÖÕÃÙÍ ÊÁÉ ÁÓÔÕÍÏÌÉÊÙÍ ÔÙÍ ÌÁÔ (EUROKINISSI/ÂÁÓÉËÇÓ ÌÁÈÉÏÕÄÁÊÇÓ)

 

Σε λίγο, νάτην η Μάσα, με ρούχα καθαρά και τα σγουρά μαλλάκια της πρόχειρα μαζεμένα μʹ ένα κουρελάκι, στο μικρό, νοικιασμένο μου αυτοκίνητο, να χαμογελάει για πρώτη φορά, στριμωγμένη στο πίσω κάθισμα ανάμεσα στον πατέρα-παππού και ένα νεαρό, ξάδελφο του μωρού –όλα κατά δήλωσή τους.

Σʹ όλη τη διαδρομή, οι δυο άντρες ρωτούσαν εμένα και τη Φραντζέσκα πού μπορούσαν να αναζητήσουν τη μάνα και τη γιαγιά της μικρούλας κι εμείς τους λέγαμε αμήχανα μισόλογα. Κάποια στιγμή τολμήσαμε να ρωτήσουμε κι εμείς ποια ακριβώς συγγένεια είχε ο ηλικιωμένος με τη Μάσα. «Καμιά συγγένεια», μας απάντησε διστακτικά. «Είμαι μόνο φίλος της οικογένειας. Υποσχέθηκα στον πατέρα να προστατεύω τις δυο γυναίκες και τη μικρή. Φοβάμαι μήπως μου πάρουν το παιδί πριν προλάβω να το παραδώσω στα χέρια της μάνας». Η ιδέα να του δώσουμε ένα κινητό να ειδοποιήσει τον πατέρα ήταν της Φραντζέσκας. Πήρε με ευγνωμοσύνη το κινητό κι έκανε ένα πολύ σύντομο τηλεφώνημα. Αμέσως μετά είχαμε κλήση από Συρία. Οι άνθρωποι μέσα στην οδύνη τους σκέφτηκαν να μη μας ξοδέψουν. Με σφιγμένη καρδιά φτάσαμε στο κατάμεστο από προσφυγιά πάρκιν του λιμανιού.

Όμως, μόλις παρκάρισα και πριν ακόμα σβήσω τη μηχανή, ακούσαμε φωνές από πίσω. Νάτες! Είναι εκεί! Κοιτάξαμε προς την κατεύθυνση που μας έδειχναν και είδαμε στα 50 μέτρα, σ’ ένα παγκάκι, μια νέα γυναίκα να σιγοκλαίει στην αγκαλιά μιας μαυροφορεμένης. Ο θετός παππούς βγήκε από την πίσω πόρτα, σήκωσε το μωρό ψηλά σαν τρόπαιο και γελώντας και φωνάζοντας, άρχισε να τρέχει προς τις δυο γυναίκες. Μόλις εκείνες γύρισαν και τον είδαν, η μάνα έβγαλε κραυγή και με λυγμούς άρχισε να τρέχει προς το μωρό της. Ξοπίσω της η γιαγιά. Τρεχάλα κι εμείς, με τον ξάδερφο, τον Γιώργο, την Κατερίνα, τον Κώστα, κλαίγοντας σαν παιδιά και τον κόσμο γύρω να μας κοιτά και νʹ αναρωτιέται τι έγινε.

Σαν έπεσε το μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, είπαμε παίρνοντας ανάσα για να σκουπίσουμε τα μάτια και να φυσήξουμε τις μύτες μας ότι κανένα μελό δεν ξεπερνάει την πραγματικότητα. Όταν επιστρέψαμε βιαστικά στα αυτοκίνητα για να τρέξουμε καθυστερημένοι στην εκδήλωση, είδαμε να τρέχει προς εμάς ο θετός παππούς, παρακαλώντας να χρησιμοποιήσει για μισό, μισό μονάχα λεπτό το κινητό για να ειδοποιήσει τον πατέρα της Μάσα. Του το δώσαμε με χαρά και απολαύσαμε τον ενθουσιασμό του όταν, λάμποντας, μετέφερε τα καλά νέα.

Χάπι εντ», είπε ο Γιώργος. «Δυστυχώς δεν γίνεται συχνά. Πόσα και πόσα μωρά χάθηκαν στη θάλασσα… Και που νά’ ξεραν ότι τώρα ξεκινάει ο Γολγοθάς…» .

Φτάσαμε στο κατάμεστο, υπερφιλόξενο βιβλιοπωλείο «Book and art» που διέθεσε όλα τα έσοδα της βραδιάς στην Αγκαλιά, με σχεδόν μισή ώρα καθυστέρηση. Βρήκαμε το κουράγιο να μιλήσουμε, να αφηγηθούμε, να τραγουδήσουμε. Κλείνοντας τη βραδιά με το τραγούδι του Κεμάλ, βάλαμε ένα ερωτηματικό.

Καληνύχτα Κεμάλ. «Αυτός ο κόσμος δεν θʹαλλάξει ποτέ;…» Καληνύχτα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here