Λίλη Λαμπρέλλη:  «Όσο σκοτεινή κι αν είναι η νύχτα, αύριο πάλι θα ξημερώσει»

 

 

 

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Το κοράκι είναι για μένα μια ξέχωρα γοητευτική, αμφίσημη μυθική μορφή: από τη μια του θανάτου και των σκοτεινών οιωνών, από την άλλη προοίμιο φωτός. Γι’ αυτό και κούρνιασε ανάμεσα στα σπάνια παραμύθια αυτής της μικρής συλλογής. Γιατί όλα, εκτός από το ευτράπελο, οδηγούν απ’ το σκοτάδι στο φως – από το «οχ, καημός» στο «φτου, ξελευτερία». Έρχονται από πολλά μέρη του κόσμου – από τον Αρκτικό Κύκλο, τους Ινδιάνους Κρι του Καναδά, τους Βέρβερους της Καβυλίας, τις Χίλιες και μια νύχτες, την ανατολική Αφρική, το Θιβέτ. Στην καρδιά του βιβλίου, η Ελλάδα, με δυο υπέροχα μαγικά παραμύθια από την πατρίδα μου, τη Λέσβο. Την αφήγηση όλων των παραμυθιών ακολουθεί επίμετρο με τον σχολιασμό τους. Αν κάποια σας τραβάνε απ’ το μανίκι, ζωντανέψτε τα με φωνούμενο λόγο. Το να τα λέμε είναι ο μόνος τρόπος να επιστρέψουν στον κόσμο της προφορικότητας που τους έδωσε πνοή. Όσοι δεν έχετε εμπειρία στην αφήγηση, θυμηθείτε πως τα παραμύθια κάνουν καλό – και σ’ αυτόν που τα λέει και σ’ αυτόν που τ’ ακούει. Τολμήστε. Η μόνη σίγουρη «τεχνική» είναι να τα πείτε με την καρδιά σας. Αρχή των παραμυθιών. Καλησπέρα της αφεντιάς σας! Μιλάμε με την Λίλη Λαμπρέλλη, με αφορμή το νέο της βιβλίο «Η νύχτα του κορακιού», εκδόσεις Πατάκη.

-Παραμύθια πανανθρώπινα και ιαματικά;

Ναι, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, τα λαϊκά παραμύθια είναι πανανθρώπινα, με την έννοια ότι οι πάμπολλες προφορικές παραδόσεις του μικρού μας πλανήτη μιλάνε για τα ίδια πράγματα. Το βασικό θέμα των μαγικών παραμυθιών (που είναι η σημαντικότερη κατηγορία λαϊκών παραμυθιών) είναι η ενηλικίωση -βιολογική και ψυχική – δηλαδή το «μεγάλωμα» επί της ουσίας. Όμως, τα παραμύθια δεν μας τάζουν ότι αυτό το μεγάλωμα γίνεται δωρεάν, χωρίς απώλειες, χωρίς οδύνη. Αντίθετα, μας λένε ότι ο μόνος τρόπος να μεγαλώσουμε είναι να διαχειριστούμε απώλειες προνομίων, απώλειες προσώπων, δοκιμασίες λογιών λογιών. Ρόλος τους είναι να αναδύσουν τις κρυμμένες μας δυνάμεις. Πάνω απ’ όλα, να θεραπεύσουν το τραύμα του ανείπωτου – την ανείπωτη οδύνη της κάθε απώλειας – με τη δύναμη του φωνούμενου λόγου.

-Η νύχτα του κορακιού, με σκοτεινά παραμύθια δεν είναι κάπως τρομακτικό;

Ο τίτλος του βιβλίου είναι παρμένος από ένα από τα δέκα παραμύθια («Το κοράκι») που μιλάει για το κακό νυχτερινό προαίσθημα που χάνεται με το πρώτο φως. Κανένα από αυτά τα παραμύθια δεν είναι στ’ αλήθεια τρομακτικό. Όλα ξεκινάνε με κάποιο ζητούμενο (την αρχική έλλειψη κατά Προπ) και τελειώνουν με τον θρίαμβο της ζωής στις όποιες δυσκολίες. Θα έλεγα πως είναι παραμύθια παρηγορητικά και ενισχυτικά, που δείχνουν το δρόμο για την εμπιστοσύνη στη ζωή.

-Τι σας γοήτευσε στο κοράκι;

Το κοράκι είναι οικουμενικό σύμβολο γι’ αυτό και το βρίσκουμε σε πολλές προφορικές παραδόσεις του κόσμου. Με γοητεύει η αμφισημία ότι είναι σκοτεινό με τα ολόμαυρα φτερά του και συγχρόνως, προοίμιο φωτός. Στο συγκεκριμένο παραμύθι από τον Αρκτικό Κύκλο, το κοράκι συμβολίζει την εύλογη ανησυχία που μεταλλάσσεται σε κακό προαίσθημα, πράγμα που μου είναι οικείο. Δεν με γοήτεψε μονάχα, αλλά ήταν λυτρωτικό για μένα. Σίγουρα δεν απευθύνεται στους ζηλευτούς, αθεράπευτα αισιόδοξους αλλά σε κείνους που κάποιες στιγμές έχουν ανάγκη ν’ ακούσουν:  «Σταμάτα να σκας, όλα θα πάνε καλά. Όσο σκοτεινή κι αν είναι η νύχτα, αύριο πάλι θα ξημερώσει.»

-Τι κοινό έχουν όλες αυτες οι ιστορίες;

Το κοινό σ’ όλες αυτές τις ιστορίες είναι πως είναι λαϊκά παραμύθια, δηλαδή λόγια πολλών ανθρώπων (για να μην πω όλων των ανθρώπων) και, όπως τα περισσότερα λαϊκά παραμύθια, είναι ιστορίες που οδηγούν από το σκοτάδι στο φως. Με άλλα λόγια, ιστορίες που ξεκινούν με ανυπέρβλητες δυσκολίες και καταλήγουν με την υπέρβασή τους, συχνά με τρόπο αναπάντεχο και με αποτέλεσμα που ξεπερνάει κάθε αρχική προσδοκία (για παράδειγμα, ο μοναχικός ήρωας παντρεύεται την πεντάμορφη του κόσμου).

-Τα μυστικά της σίγουρης τεχνικής για να αφηγηθεί κάποιος ένα παραμύθι;

Πιστεύω ότι οποιαδήποτε τεχνική δημιουργεί εμπόδιο ανάμεσα σ’ αυτόν που μιλάει και σ’ αυτόν που ακούει, ιδίως αν ο εκφερόμενος λόγος έχει την παλαιότητα και, τολμώ να πω, την «ιερότητα» του λαϊκού παραμυθιού. Εγώ προσωπικά, από τους δασκάλους μου στην τέχνη της αφήγησης, δεν παρέλαβα άλλη τεχνική πέρα από το «να αφηγούμαι ολόψυχα» κι αυτήν παραδίδω. Αφού λοιπόν δεν υπάρχει τεχνική δεν υπάρχει και σιγουριά – κι αυτή είναι η γοητεία της αφήγησης: το ρίσκο.  Θα πω για μια ακόμα φορά τα λόγια της μεγάλης ανθρωπολόγου Νικόλ Μπελμόν πως «η αφήγηση είναι πλασμένη από ατέλειες». Ας τολμήσουμε λοιπόν να διακινδυνέψουμε, με την ελπίδα κάποιες ατελείς στιγμές μας να έχουν τη δύναμη να ξαφνιάσουν -κι εμάς και τους άλλους. Για μένα, η αναζήτηση τεχνικής στην αφήγηση μοιάζει με την αναζήτηση τεχνικής για να πούμε στο παιδί μας «σ’ αγαπώ». Οι παραμυθάδες ας αναλάβουμε την ευθύνη μιας «άτεχνης» αλλά ολόψυχης αφήγησης. Η όποια τεχνική οδηγεί σε μια προβλέψιμη αφήγηση και η προβλέψιμη αφήγηση είναι μια κακή αφήγηση. Μια ασφαλής συμβουλή για την τέχνη της αφήγησης:  πέρα από την ποιότητα του «προφορικού» του κειμένου, ο παραμυθάς ας μην έχει την ψυχική διάθεση της «παράστασης», γιατί δεν παρασταίνουμε κάτι που δεν είμαστε. Είμαστε ο παραμυθάς με απόλυτη ειλικρίνεια και την πρόθεση να υπηρετήσουμε το παραμύθι, όχι να μας υπηρετήσει αυτό. Με άλλα λόγια, προβάλλουμε τ ο  π α ρ α μ ύ θ ι, όχι την αφεντιά μας που λέει το παραμύθι. Σε καμιά περίπτωση δεν κάνουμε διεκπεραίωση (ούτε καν έντιμη διεκπεραίωση). Είμαστε παρόντες με όλο μας το είναι και υπηρετούμε με πάθος τον παραμυθιακό λόγο. Όπως λέει κι ο δάσκαλός μου, Ανρί Γκουγκό, η μόνη φιλοδοξία του παραμυθά είναι να είναι καλός υπηρέτης του παραμυθιού.

-Ο ιδανικός αφηγητής τι ταλέντα έχει;

Πιστεύω ότι δεν χρειάζονται ιδιαίτερα ταλέντα. Θα έλεγα ότι απαιτείται μια βασική μαστοριά (ας την πούμε ταλέντο): το γλωσσικό αισθητήριο. Επίσης, κάποιες ψυχικές ιδιότητες. Ως προς το γλωσσικό αισθητήριο, ο παραμυθάς πρέπει να ξέρει πολλές λέξεις και να έχει κάποια ευχέρεια να ταιριάζει τις λέξεις.  Το σημαντικό είναι να μη χρησιμοποιεί χύδην γραπτό ή τηλεοπτικό λεξιλόγιο (λέξεις κοινότοπες, φθαρμένες, βαρύγδουπες, επιστημονικές, υπερβολικά λυρικές…) αλλά να θυμάται πάντα ότι υπηρετεί την προφορική λογοτεχνία. Ο καλύτερος τρόπος να εξοικειωθούμε με την προφορική λογοτεχνία είναι να ακούμε σπουδαίους παραμυθάδες (επώνυμους κι ανώνυμους που δεν τους περνάει από το μυαλό ότι είναι μάστορες της προφορικότητας) και να διαβάζουμε πολλές καλές παραλλαγές παραμυθιών. Ασφαλής πηγή είναι o κατάλογος Γεωργίου Μέγα «Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών» (Άννα Αγγελοπούλου, Μαριάνθη Καπλάνογλου, Εμμανουέλα Κατρινάκη) που υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή.

Ως προς τις ψυχικές ιδιότητες, ο αφηγητής δεν χρειάζεται να είναι κάτι πολύ ξεχωριστό. Απλά, να μην είναι εμπαθής αλλά παθιασμένος, να μην είναι αλαζονικός ή ανταγωνιστικός, αλλά να έχει μια στοιχειώδη συγγένεια με τους ήρωες των παραμυθιών, που χαρακτηριστικά τους είναι η αποφασιστικότητα, η γενναιοδωρία, η αντοχή, η ενσυναίσθηση και κάποια ταπεινότητα. Τέλος, να είναι ξεροκέφαλα ελεύθερος και να έχει μεγάλο μεράκι για την προφορική λογοτεχνία.

-Μετα τα κοντολαίμικα κοτσίφια, τα νερά, τις στρίγγλες τι εχει σειρά;

Έχω ήδη υπογράψει με το εκδοτικό μου σπίτι για ένα βιβλίο με τίτλο: «Τι λες πως είναι το πιο πολύτιμο  στον κόσμο;» Η αλήθεια είναι ότι το έγραψα για να δώσω απάντηση σε κάτι που καίει εμένα, αλλά θα μπει στο ράφι με τα βιβλία για παιδιά, δηλαδή τους μικρούς σοφούς που διαισθητικά γνωρίζουν τα πάντα. Με άλλα λόγια, είναι μια ιστορία για τα παιδιά, που έχει κάτι να πει και στους μεγάλους,  επειδή συχνά μας επιβάλλονται «πολύτιμοι» στόχοι και ξεχνάμε ν’ αναρωτηθούμε τι μας είναι στ’ αλήθεια πολύτιμο. Τα παιδιά έχουν βαθιά μέσα τους την απάντηση, μόνο που δεν το ξέρουν.

 

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here