Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ
Χτες, ενώ κοιτούσα κλεφτά την όμορφη Ελένη στο βάθος να μου χαμογελά πικρά ανάμεσα στις αλυσίδες της, άρχισε να μιλά ο νεαρός γιατρός: να περάσουμε, έλεγε ξαναμμένος, από την προϊστορία στην Ιστορία, από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό, να αλλάξουμε τον κόσμο από τη βάση προς την κορυφή… Τα λόγια του ηχώ της υποταγμένης νιότης μου, της νιότης τόσων και τόσων παραδομένων στον αμετακίνητο στις σταθερές του κόσμο.
«Όσο πίσω κι αν πάμε δε θα συναντήσουμε μηδενική αρχή
Αρχινισμένος από πάντα ήταν ο κόσμος
με τη σπορά και το θερισμό
την εξουσία και την υποταγή
τον έρωτα και την ταπείνωση του φύλου
τον θρίαμβο της ισχύος και τη μελαγχολία της ομορφιάς
Τις ανοιχτές φτερούγες των ανέμων
και τους κουπολάτες στο κουπί δεμένους
Περίλυπο το σύμπαν
κι όλοι οι λαοί ηττημένοι
Μα άκου, ψυχή μου, των νεκρών τα έγια μόλα»
Ενώ μιλούσε ο νεαρός ένιωσα να ξεμακραίνει η φωνή του, όπως λίγο πριν λιποθυμίσεις. Πήρα να γίνομαι όλος δάκρυα. Από τα μάτια έφτασαν και πλημμύρισαν τ’ αυτιά, ύστερα ανέβηκαν στο επίκεντρο του κρανίου κι έπνιξαν τον συνήθως ψύχραιμο Άνακτα εγκέφαλο. Μην το ψάχνεις, διανοητική έκπτωση λέγεται, η ευσυγκινησία είναι πρώιμο σημείο ανοίας -ακούω κάποιον ειδικό να μου ψιθυρίζει.
Σε ποιο κενό, από την άγνοια στην επίγνωση της πραγματικότητας, από την ασυνεσία της νιότης στην, άχρηστη πια, σύνεση της μέσης ηλικίας, γκρεμίζονται στο βάραθρο της συντριπτικής επίγνωσης οι ψυχές;
Πάντως τον νεαρό ονειροπόλο τον πήραν τρυφερά προς την έξοδο της ΜΕΘ οι νοσηλεύτριες, ενώ εγώ έμεινα πίσω βουρκωμένος. Χωρίς να ξέρω αν ήταν για την Ελένη, την κάθε Ελένη που άδικα παραπονιέται για τη ματαίωσή της ή για τη ματαίωσή μου από τη δίκαιη προσδοκία μιας κάποτε Ανθρωπότητας, πέρα από τη βαρβαρότητα.
«Ά, τι μακάριοι όσοι δεν είναι σαν κι εμάς αντιδογματικοί
πιστοί της ποίησης φλεγόμενοι μα μη καιόμενοι
που τους εδόθη η χάρη της εύλογης απόστασης από την πληγή και το ουρλιαχτό
στο μέσο του ύψους στο μέσο του ύψους
Κι έτσι πηγαίναμε και βουή κι ανθόσκονη σήκωναν οι μιλιές μας και μας τύλιγαν
ωσότου κέκλινεν η ημέρα
κι εκεί ανάμεσα Φιλοθέη και Χαλάνδρι μ’έπνιξαν τα δάκρυα και χωρίσαμε
διέστην απ’ αυτών
ο δρόμος μου έστριβε για το Αmager.»
*Οι στίχοι στα εισαγωγικά είναι του Βύρωνα Λεοντάρη -ιερή η μνήμη του.
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here