Tου ΠΕΡΙΚΛΗ ΚΑΠΕΤΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
Λαμπρή. Μια λέξη γεμάτη κρυφές ελπίδες. Ευχές και ανταμώματα. Δάκρυα και αναμνήσεις. Προσδοκίες και διαψεύσεις.
Λαμπρή  της  νιότης. Όλα φαντάζουν όμορφα και αιώνια. Ακροβατούν ανάμεσα στο φως του  ήλιου και  την πρωινή  δροσοσταλίδα. H σμίλη του έρωτα λειαίνει  τις  ενστάσεις και γεμίζει  την καρδιά θαλασσινή δροσιά.
Η πιο λαμπρή μέρα της άνοιξης.
Οι παλιοί  Έλληνες γιόρταζαν την Έγερση του Αδώνιδος .  Οι νεότεροι Έλληνες  την Ανάσταση  του Χριστού  Σωτήρος.  Ίδια τελετουργία με διαφορετικές θρησκειολογικές αναφορές.
 Το μήνυμα είναι το ίδιο. Η ζωή που νικά το θάνατο.  Η  φύση που αναγεννάτε  μετά την αδράνεια του χειμώνα. Όλη η Μεγαλοβδομάδα είναι μια ιεραρχημένη τελετουργία. Κάθε μέρα και ένα έθιμο, κάθε έθιμο και άλλος συμβολισμός.  Τα έθιμα της Λαμπρής  τα βιώνει κανείς έντονα στα μικρά ορεινά χωριά.
Την διαφορά με την πόλη, δεν την κάνει μόνο το τοπίο. Την κάνουν κυρίως οι άνθρωποι.
Σου ανοίγουν μαζί με το σπίτι και την καρδιά τους. Έχουν την φιλοξενία  κρυμμένη στα φυλλοκάρδια τους, όπως έχουν  τον  «λαθραίο» καπνό στη τσέπη του γιλέκου τους.
Κι΄όταν έρθουν στο μεράκι, βγάζουν  τα βάσανα  τους σεργιάνι  και αρχινάν  να τραγουδάνε:

-Του τίνος μάνα θλίβετε,  τίνος μανούλα* κλαίει;
-Του Ντούλα η μάνα θλίβετε, του Ντούλα η μάνα κλαίει:
«-Σήμερα, Ντούλα μ’, Πασχαλιά, ταχιά Χριστός ανέστη,
αλλάζουν οι μάνες τα παιδιά κ’ οι πεθερές τις νύφες
κι συ, Ντούλα μ’, στη φυλακή, στα σίδερα βαλμένους.
Ντούλα μου, δεν αντρειεύεσαι τη φυλακή να σπάσεις
Να πάρεις δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
Να πάρεις σκλάβους δικαστές και άτιμους ενόρκους,
Που δεν δικάζουν ξάμηνο, που δεν δικάζουν χρόνο,
Παρά δικάζουν θάνατο στο Ντούλα το λεβέντη!
Ευτυχής  όποιος μπορεί την Λαμπροβδομάδα  να βρεθεί στην Ορεινή Ελλάδα.
Μακάριος όποιος έχει βιώσει αυτή την ξεχωριστή αυτή εμπειρία.
Περικλής Καπετανόπουλος
*Ντούλας. Δημοτικό τραγούδι του νοτιοδυτικού Μωρηά. Αναφέρεται στην μετεπανανστατική περίοδο, όταν παλιοί αγωνιστές αναγκάστηκαν να ξαναβγούν στο «κλαρί», εξ΄αιτίας της συμπεριφοράς των Βαυαρών, οι οποίοι συμπεριφέρονταν με σκαιότατο τρόπο απέναντι σε άυτούς που ελευθέρωσαν την Ελλάδα και είχαν την «ατυχία» να ζήσουν και γνωρίσουν την φτώχεια και την καραφρόνηση.
Υ.Γ: Τούτες τις λαμπροφορεμένες μέρες, μου έρχεται συχνά στο νού, το ποίημα του Γ.Σουρή.
Απάνω σε παληόσκαμνα μια κάσσα στηριγμένη**
είχ’ ένα γέροντα νεκρό με ρούχα λερωμένα,
απ’ τη μεγάλη γενεά αυτή τη δοξασμένη,
που τόσο αγωνίστηκε εις το Εικοσιένα.
Κανείς δεν τον εγνώριζε, κανείς δεν τον τιμούσε,
και όμως μια φορά κι’ αυτός με δόξα πολεμούσε.
Στη δεξιά του τη μεριά ολιγοστό λιβάνι
σε κεραμίδι έκαιγε με τόση ευωδία,
κι αριστερά ένα πανί, όποιος περνά να βάνη
λίγα λεπτά για να γενή του γέρου η κηδεία.
Κανένας δεν τον έκλαιγε, μόνον ένα κλητήρα
είδαν να στέκη όρθιος εις της αυλής τη θύρα.
Αυτός που αγωνίστηκε για την Πατρίδα μόνον
Κι’ επέρασε με το σπαθί της νειότης του τα χρόνια,
έλαβε ως αντάλλαγμα των τόσων του αγώνων
τη φτώχια και την φοβερή του κόσμου καταφρόνια.
Και ζωντανός δοκίμασε απ’ όλους μας τη χλεύη,
και μεσ’ στην κάσσα του νεκρός ακόμα ζητιανεύει.
 **Θάνατος ελεεινός, αγωνιστού τινός
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here