Κριτική της ταινίας «La isla minima»

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ

La isla minima

Σκηνοθεσία: Alberto Rodríguez

Ηθοποιοί: Javier Gutiérrez, Raúl Arévalo, María Varod

Σε μια αποσταθεροποιημένη πολιτικά περίοδο, όταν μια χώρα ξεκινά να μετρά τις πληγές της και να αναρωτιέται πού βρίσκεται και κυρίως προς τα πού πηγαίνει, οι επιλογές μοιάζουν λίγες, μετρημένες. Ακόμη και σε ένα μικρό απομονωμένο χωριό, εκεί που οι άνθρωποι προτιμούν να κρύψουν μυστικά και να αυταπατώνται, η αστυνομική βια και η καταστολή έχουν αφήσει τόσο βαθιά τραύματα, που δεν αρκεί μόνο μια αλλαγή ενός καθεστώτος για να απελευθερώσει τους κάτοικους του από όλα αυτά τα ανησυχητικά στοιχεία μιας περιοχής παγιδευμένης στην αναπόδραστη διαφθορά της ιστορίας της. Ενός τόπου που αδυνατεί να διαγράψει από τη συλλογική μνήμη εικόνες του παρελθόντος. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν οι υπεύθυνοι κυκλοφορούν στους δρόμους φορώντας ένα νέο πρόσωπο, όταν σχεδόν απαιτούν την εξιλέωση από εγκλήματα που δεν θα έπρεπε να συγχωρούνται. Αλλά και όταν άβολες αλήθειες έρχονται στο φως από αυτούς που έχουν χάσει σχεδόν οριστικά την εμπιστοσύνη των ανθρώπων.

rsz_la-isla-minima-013

Ο σκηνοθέτης Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ σχηματίζει μια ταινία από θραύσματα του χθες, αποτίοντας παράλληλα φόρο τιμής στον ισπανικό νότο. Έχοντας μια μοναδική αίσθηση του τόπου συγκροτεί ένα κοινότοπο είναι η αλήθεια αστυνομικό θρίλερ, που όμως έχει την βούληση να βασίζεται όχι σε διαταραγμένους ψυχισμούς, αλλά σε ρεαλιστικά κοινωνικά συμβάντα. Έχοντας ως βασικό σεναριακό κορμό την εξαφάνιση δύο νεαρών γυναικών από ένα μικρό επαρχιακό χωριό της Ανδαλουσίας, χαράζει το παρόν και το παρελθόν της πρώιμης μεταδικτατορικής Ισπανίας στα πρόσωπα των δύο βασικών του πρωταγωνιστών. Ο βίαιος και ανασφαλής Χουάν (ο συνηθισμένος σε κωμικούς ρόλους Χαβιέ Γκουτιέρεζ στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του) έρχεται αντιμέτωπος με τον ιδεολόγο αλλά διστακτικό Πέδρο (Ραούλ Αρεβάλο με μια μόνιμη θλίψη στο βλέμμα) με την εργατική αναταραχή να σιγοκαίει στο παρασκήνιο μιας κοινωνίας γονατισμένης, που τελικά θα έκλεινε ευχαρίστως και τα δύο μάτια σε σποραδικές εξαφανίσεις “κακόφημων” παιδιών της. Η σκηνοθεσία προχωρά μεθοδικά, χωρίς ξαφνικές λάμψεις αστυνομικής διορατικότητας, ενώ οι υποστηρικτικοί χαρακτήρες επιπλέουν στις παρυφές της ιστορίας, παρουσιάζοντας όμως ο καθένας από αυτούς ένα χαρακτηριστικό, ευδιάκριτο γνώρισμα.

Οι εντάσεις (εσωτερικές αλλά και εξωτερικές) φιλτράρονται μέσα από καθιερωμένες καταπιεστικές πρακτικές, σε μια περιοχή -ή καλύτερα σε μία περίοδο- οπού το πρόσχημα της κατάκτησης της δημοκρατίας εργαλειοποιείται για την μη απονομή δικαιοσύνης. Εκεί όπου αστυνομικοί (παλιοί και νέοι) γίνονται θύματα της κακής τους φήμης ή των λανθασμένων επιλογών τους με τη σφιχτή πλοκή να τους επιβάλλει να ακροβατούν σε τεντωμένο σχοινί, φέρνοντας στο νου πολλά στοιχεία από το αξέχαστο “Μνήμες εγκλήματος” του Τζουν-Χο Μπονγκ. Η κάμερα συγκλίνει από μακριά στα πρόσωπα των χαρακτήρων, θαρρείς εγκλωβισμένων σε έναν τόπο υγρό, σκονισμένο, διαρκώς μεταβαλλόμενο. Στις όχθες του Γουαδαλκιβίρ, το βαλτώδες έδαφος δοκιμάζει τις αντοχές και εννοιολογικά ταυτίζεται με την ίδια τη χώρα που διαπραγματεύεται τη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, έχοντας όμως ακόμη κρεμασμένες τις εικόνες του Χίτλερ και του Φράνκο στους τοίχους. Μόνο η αφοπλιστική γεωμετρία των αεροφωτογραφιών που εκτονώνουν την εξέλιξη της πλοκής, σου δίνει τη δυνατότητα να ανασάνεις από αυτόν τον σε βαθιά πολιτική, κοινωνική και ηθική αναδιοργάνωση κόσμο.

rsz_raul-arevalo-and-javier-gutierrez-in-marshland-la-isla-minima

Η ελαφρώς προφανής του ροή, όπως και τα αναπάντητα ερωτήματα που γεννώνται για κάποια καίρια σημεία της υπόθεσης, δεν είναι τελικά σε θέση να υποβαθμίσουν την ποιότητα, του αδίκως ξεχασμένου από την ισπανική ακαδημία για τις υποψηφιότητες στα Όσκαρ, κινηματογραφικού εγχειρήματος. Η ταινία επιδεικνύει στιβαρό ρεαλισμό, μελετώντας ταυτόχρονα τις αιτίες μιας κοινωνίας που έχει απόλυτη ανάγκη να αλλάξει, αλλά τελικά αδυνατεί να το κάνει. Καθώς η βία κάνει τελικά τον κύκλο της και το μυστήριο οδηγείται στην λύση του, ένα νέο, σοβαρότερο πρόβλημα προκύπτει. Κρατώντας το βουβό της φινάλε και το διασταυρωμένο, κουρασμένο βλέμμα των δύο αντιηρώων της, δεν μπορείς πάρα να συμφωνήσεις ότι τελικά τα πράγματα σε αυτόν τον ξεχασμένο τόπο -σε αυτο το “Μικρό νησί” γεμάτο λυρικά ηλιοβασιλέματα και εξαντλημένους ανθρώπους- δεν είναι τελικά και τόσο διαφορετικά από τον υπόλοιπο κόσμο. Χωρίς αυτό απαραίτητα να αποτελεί προτέρημα.

3/5 αστέρια

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here