Κριτική της ταινίας «The Good Dinosaur»

Σκηνοθεσία: Peter Sohn

Ηθοποιοί (φωνές): Jeffrey Wright, Frances McDormand, Maleah Nipay-Padilla

Όταν ο πλανήτης ήταν ακόμη νέος, όταν δεν είχε ακόμη υποστεί την ευεργετική αλλά και καταστροφική επίδραση του ανθρώπου, όταν ο ίδιος δεν πρώτευε στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Η μήπως όχι; Μήπως ένα άλλο συνειδησιακά εξελιγμένο είδος θα ανέπτυσσε τελικά έναν σημαντικό αγροτικό πολιτισμό; Θα μοιραζόταν τις δουλειές του σπιτιού, θα ενίσχυε τους οικογενειακούς του δεσμούς και θα κοιτούσε να εξασφαλίσει το καλύτερο για τα παιδιά του; Μήπως πάλι θα αναζητούσε, μέσα από ένα μεγάλο και γεμάτο ανατροπές ταξίδι, το νόημα της ζωής, της συντροφικότητας και τη σημασία της συναισθηματικής συσχέτισης; Αν τελικά ο άνθρωπος δεν εξελισσόταν, ποια θα ήταν η θέση του στον κόσμο; Παρότι ψήγματα τολμηρών υποθέσεων διαφαίνονται σε στιγμές, η δεύτερη ταινία της Pixar για το 2015 έχει τελικά την επίγευση ενός απλοϊκού δημιουργήματος, πολύ μακριά από το (κατά πάσα πιθανότητα) οσκαρικό “Τα μυαλά που κουβαλάς”, φέροντας ταυτόχρονα βαθιά και ανεπούλωτα τα σημάδια της προβληματικής διαδικασίας παράγωγης της. Ο αρχικός σκηνοθέτης Μπομπ Πέτερσον απομακρύνθηκε μετά από διαφωνίες με το στούντιο και επακολούθησε εκτενής διόρθωση και αναδόμηση του αρχικού σεναρίου, όπως και σχεδόν πλήρης αντικατάσταση του αρχικού καστ. Ο Πήτερ Σον στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο ανέλαβε να ολοκληρώσει το κατακερματισμένο πρότζεκτ, επαναλαμβάνοντας -πειστικά είναι η αλήθεια- ένα υλικό που σίγουρα έχουμε ξαναδεί, αντί να δημιουργήσει έναν νέο, ολοδικό του κόσμο.

the-good-dinosaur-jeffrey-wright-01

Το πιο εύστροφο τέχνασμα της ταινίας παραμένει το δίχως άλλο η αντιστροφή των ρόλων και της αναμενόμενης ταύτισης του θεατή, που σίγουρα δίνει πνοή στην εξ αρχής φτωχική εξέλιξη της πλοκής. Όταν ο φοβισμένος και αδύναμος δεινόσαυρος Άρλο χαθεί μακριά από το σπίτι του, θα πρέπει να συμμαχήσει με έναν λιγότερο εξελιγμένο και ακόμη τετράποδο μικρό άνθρωπο που ακούει στο όνομα Σποτ, για να βρει το δρόμο προς την οικογένεια, αλλά και να ανακαλύψει τη φιλία. Σταδιακά όμως (και ίσως χωρίς να επιδιώκεται από την αφήγηση) η συμπάθειά μας μεταβιβάζεται στον ασχημάτιστο ακόμη άνθρωπο ο οποίος μένει σχετικά αλώβητος από τα γνώριμα παιδικού τύπου διδάγματα του φιλμ, καθώς και από το “ανθρωπόμορφο” χιούμορ του. Η σχέση των δύο αναπάντεχων συντρόφων εξάλλου, αντηχεί πολλά γνωστά animation (κάτι σαν “Πώς να εκπαιδεύσετε το δράκο σας” αλλά ανεστραμμένο) με τις συμβάσεις δυστυχώς να μην λείπουν, αναπαράγοντας για ακόμη μία φορά την αντίληψη ότι κάποιος πρέπει να δώσει διαπιστευτήρια θάρρους, τόλμης και γενναιότητας για να γίνει αποδεκτός από το σύνολο. Πρέπει να “κάνει κάτι μεγάλο” ως δείγμα της ενηλικίωσής του. Η έκδηλη και μεθοδευμένη πορεία της ταινίας, ειδικά στη δεύτερη πράξη, μάλλον μαρτυρά σε ποιους τελικά απευθύνεται και πού στοχεύει. Σίγουρα πάντως η εικονογράφηση συνεχίζει να είναι υψηλής ποιότητας, με τον καρτουνίστικο σχεδιασμό των ηρώων να μην ξενίζει έστω και στο ελάχιστο συγκρινόμενος με το φωτο-ρεαλιστικό χαρακτήρα του υπόβαθρου. Το δε σάουντρακ των Τζεφ και Μάικλ Ντάνα, γεμάτο παιχνιδιάρικες παύσεις και χαριτωμένους ήχους δένει όμορφα με την ιστορία αυτού του απίθανου ταξιδιού.

good-dino-3

Συνοψίζοντας “Ο καλόσαυρος” μοιάζει με ένα σχέδιο που δεν κατανοήθηκε ποτέ πλήρως αφού αποτελείται, σχεδόν καθόλη την πορεία του, από μια ασύντακτη αλληλουχία σκηνών και περιστατικών, χωρίς να βρίσκει σχεδόν ποτέ τη συνοχή του. Οι όποιες παράλληλες πλοκές περιλαμβάνουν στερεοτυπικούς χαρακτήρες (εκτός ίσως από έναν ψυχεδελικά φιλοσοφημένο δεινόσαυρο με τα πιο χαριτωμένα έμψυχα φυλαχτά που θα μπορούσες να βρεις ποτέ) και οι ομολογουμένως καθηλώθηκες οπτικά σκηνές -που πολλές φορές θυμίζουν έντονα γουέστερν- υποστηρίζονται από ένα σενάριο εξαντλημένο, ξεκάθαρο και νοηματικά εύπεπτο. Ωστόσο ο παράξενος αυτός δεσμός των πρωταγωνιστών της ιστορίας παραμένει τρυφερός και τελικά αγγίζει την ψυχή. Ειδικά σε εκείνη τη συνταρακτική φιλμική αλληλουχία όπου ο αδέξιος δεινόσαυρος και ο μικρός άνθρωπος εφευρίσκουν έναν βουβό και νοηματικό τρόπο για να εκφράσουν την αμοιβαία τους οδύνη. Μια μαγική στιγμή επικοινωνίας χαμένη στο χρόνο και το χώρο, που καταλήγει σε μια βαθιά και ουσιαστική συγκίνηση. Στην συνειδητοποίηση της απωλείας και το θρήνο για έναν κύκλο που χάνει απρόοπτα το σχήμα και τη συμβολική γεωμετρικότητά του.

2,5/5 Αστέρια

Πάνος Αχτσιόγλου 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here