Κριτική για την ταινία «Jurassic World» που βρίσκεται στις αίθουσες

Jurassic World

Σκηνοθεσία: Colin Trevorrow

Ηθοποιοί: Chris Pratt, Bryce Dallas Howard, Ty Simpkins

Η αδράνεια των δεκατεσσάρων ετών απλά επιβεβαίωσε τον εμπορικό Χολιγουντιανό κανόνα που θέλει όλες τις (λίγο ως πολύ) επιτυχημένες και προπαντός ακριβές ταινίες της περασμένης τεχνολογικής κινηματογραφικής περιόδου, να επανεκκινώνται ή να ανακυκλώνουν παρόμοιους θεματικούς όρους. Το τελευταίο επεισόδιο του φιλμ-ορισμού του καλοκαιρινού μπλοκμπάστερ έρχεται στις αίθουσες βρυχώντας, προκαλώντας δονήσεις στο έδαφος από τα τεράστια βήματά του και σηκώνοντας ένα γιγαντιαίο σύννεφο σκόνης που όμως, όταν αυτή καταλαγιάσει, φανερώνει τις κραυγαλέες αδυναμίες, διατηρώντας όλα τα στερεότυπα μιας εμπορικής επιτυχίας της παλιάς εποχής χωρίς όμως κανένα όραμα και κυρίως έξυπνη προσαρμοστικότητα. Παρότι οι αναλογίες των μεγεθών ξεπερνούν κάθε προσδοκία και τεχνικά καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια να μεταδοθεί μεγαλείο και δέος (εξάλλου για δεινόσαυρους μιλάμε) ωστόσο αποτυγχάνει παταγωδώς σε όρους δραματικής λογικής καταλήγοντας να υπονομεύει τον σκοπό της δημιουργίας της. Κατά συνέπεια, πού βρίσκεται η διασκέδαση όταν δεν μπορείς να παρασυρθείς από αυτήν;

Jurassic-World-

Το φιλμ σωστά προσποιείται ότι “Ο χαμένος Κόσμος” του 1997 και το “Jurassic Park 3” του 2001 απλά δεν υπήρξαν ποτέ. Ο κόσμος που ξεδιπλώνεται μπροστά σου προέρχεται απ’ ευθείας από το 1993 και τη διασκευή του μυθιστορήματος του Μάικλ Κράιτον από τον κινηματογραφικό εμπορικό μάγο Στίβεν Σπίλμπεργκ, βασισμένο πάνω στο διάσημο θεματικό πάρκο στο οποίο οι ατραξιόν θα μπορούσαν πανεύκολα να κατατρώνε τους επισκέπτες. Ο σκηνοθέτης Κόλιν Τρέβοροου αποφασίζει, μετά το ανορθόδοξο και αφοπλιστικό “Η ασφάλεια δεν είναι εγγυημένη”, να περάσει από την ευθεία κριτική απέναντι στην επίπλαστη εικόνα που η διασημότητα ή τα χρήματα μπορούν να δημιουργήσουν, στην άλλη όχθη. Αυτή της μίμησης του μαζικού και αναμασημένου ασφαλούς κινηματογραφικού κατασκευάσματος. Το “Jurassic World” είναι ίσως η επιτομή του κερδοσκοπικού φιλμ, χωρίς την παραμικρή διάθεση πειραματισμού ή έστω στελέχωσης μιας υπόθεσης που στέκει, που μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον, όπως για παράδειγμα της ιστορίας της αποτυχίας του ανθρώπου, της ύβρης και της αλαζονείας του, αλλά και της τάσης του προς την αυτοκαταστροφή που τόσο μεγαλοπρεπώς κατάφερε να μεταδώσει η πρώτη (και με διαφορά καλύτερη σε όλα τα επίπεδα) ταινία του δεινο-φραντσάιζ. Εδώ, τα τεράστια ξενοδοχεία και οι τουριστικές ατραξιόν αναλαμβάνουν να ψυχαγωγήσουν ορδές τουριστών που καταφτάνουν στο απομακρυσμένο νησί της Κόστα Ρίκα, έτοιμοι να αντικρίσουν το τελευταίο ξεχασμένο και τρομακτικό κόσμο, ο οποίος όμως μοιάζει τόσο ασφαλής και ψεύτικος όσο τα κολοσσιαία στούντιο στα οποία κατασκευάστηκε. Αναπόφευκτα, το εγχείρημα ομογενοποιεί και υπερκαλύπτει το οποιοδήποτε προσωπικό στίγμα της σκηνοθεσίας κάνοντας τελικά τον δημιουργό να μοιάζει ότι τεστάρει τις ικανότητές του στο διαφορετικό απλώς για πλάκα και κυρίως για το προσωπικό του κέρδος.

Το υποτυπώδες και σε πάμπολλες περιπτώσεις αφελές σενάριο βασίζεται κυρίως στο σωστό τάιμινγκ της εξόδου του τεράστιου και αγριότερου γενετικά κατασκευασμένου δεινόσαυρου -με το “ευφάνταστο” όνομα Indominus Rex- από το κλουβί του και από εκεί και πέρα στο πότε θα επιτεθεί και θα κατασπαράξει τους αναλώσιμους ρόλους αλλά και πόσες φορές θα συναντηθεί με τους χαρακτήρες που ξεκάθαρα δεν πρόκειται να πεθάνουν. Οι τελευταίοι είναι αυτοί που αποτελούν και το κυριότερο πρόβλημα της αφενός εντυπωσιακής, αφετέρου άψυχης και χωρίς χαρακτήρα ταινίας. Παρουσιάζονται ζωγραφισμένοι με ισχνές και αδρές γραμμές αντανακλώντας επάνω τους τις μουντές αποχρώσεις μιας τελείως απρόσωπης πλοκής. Κάνεις δεν θα περίμενε βαθύτατους στοχασμούς και πολύπλοκους σεναριακούς συνειρμούς από ένα τέτοιο φιλμ, όμως υιοθετώντας χαρακτήρες-καρικατούρες που δεν έχουν ποτέ ξεκάθαρα κίνητρα και δεν αιτιολογούν τις πράξεις ή τις μεταστροφές τους ούτε στο ελάχιστο (ίσως έκτος από τον απλοποιημένο άλλα αποδοτικό “κακό” Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο) το στόρι μοιάζει μεθοδευμένο και οι αστεϊσμοί των διαλογών δεν πείθουν αφού δεν υποστηρίζονται από καμιά σεναριακή εξέλιξη και βάθος, φτάνοντας να ικανοποιούν μόνο τελικά αυτούς βλέπουν την κινηματογραφική εμπειρία ως μια επίδειξη τεχνικών ικανοτήτων που φτάνουν τα ηχεία και τις οθόνες των σινεμά στα όριά τους. Ελάχιστο δείγμα της παλιάς επιτυχίας του, αποτελεί ίσως η μοναδική επιτυχημένη σκηνή στην οποία ένα τεράστιο θαλάσσιο πλάσμα αναδύεται από την τεχνίτη άβυσσο της πισίνας του πάρκου για να καταπιεί στο λεπτό έναν μεγάλο λευκό καρχαρία αποτίοντας φόρο τιμής και ταυτόχρονα κλείνοντας το μάτι στον μεγάλο δημιουργό του “Τα σαγόνια του καρχαρία”.

rsz_iohbopt58gyudjsh1l34

Ξεχωρίζοντας, ως ένα από τα ελάχιστα ατού, το ορχηστρικό score του Μάικλ Τζιακίνο, ο οποίος δανείζεται στοιχεία από το αξέχαστο θέμα του πάτερα του σάουντρακ Τζον Γουίλιαμς αλλά τροποποιεί τον ήχο αποκτώντας τον δικό του χαρακτήρα, συμπεραίνεις γρήγορα ότι το “Jurassic World” είναι μια ταινία που σίγουρα δεν τσιγκουνεύεται στο θέαμα, όμως δεν σφυροκοπά πουθενά το θεατή κάνοντάς τον να νιώθει δέος απέναντι σε αυτο που δεν μπορεί να ελέγξει, δεν μπορεί να υποτάξει. Η διαφορετική προσέγγιση της sci-fi saga στην οποία τόσο έξυπνα οδηγηθήκαν οι Ρικ Τζάφα και Αμάντα Σίλβερ (συμμετέχοντες και στο συγκεκριμένο σενάριο) επανεκκινώντας ευφυέστατα τον ξεχασμένο “Πλανήτη των πιθήκων”  βρίσκει μια τελείως άστοχη εφαρμογή, καθώς τα επιτηδευμένα -και ελάχιστα- σχόλια γύρω από την εμπορευματοποίηση, την σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον και τα προειδοποιητικά μηνύματα του να αποπειράσαι να παίζεις το ρόλο της φύσης (ή του Θεού) παραμένουν ανολοκλήρωτα και εκνευριστικά μετέωρα, όμοια με τις δευτερεύουσες πλοκές που καταλήγουν τεμπέλικα σε αδιέξοδα. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο το οποίο ψάχνει απελπισμένα να βρει τη χαμένη του χημεία (η μεν Μπράις Ντάλας Χάουαρντ αναλώνεται σε υστερίες καθόλα υποτιμητικές για την ίδια, ο δε Κρις Πράτ, σε άψογο στιλ Ιντιάνα Τζόουνς, κάνει απλώς αυτό που γνωρίζει καλά) συνθέτουν ένα υψηλού μπάτζετ b-movie, βασισμένο στην πρωτογενή δομή των απανταχού φραντσάιζ μαζικής κατανάλωσης, που λειτουργεί μόνο ως ενθύμιο της περασμένης του δόξας, καταλήγοντας να αναπολείς με νοσταλγία όχι μόνο την ουσία αλλά και τα τεχνικά επιτεύγματα μιας ταινίας που γυρίστηκε είκοσι δύο χρόνια πριν. Δυστυχώς, το μεγάλο καλοκαιρινό εμπορικό μπαμ της Universal αποδεικνύεται  μόνο σχηματικά θεαματικό και τίποτε άλλο.

1,5 αστέρια

Αχτσιόγλου Παναγιώτης 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here