Κοντονής: «Αρνητικό παράδειγμα οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004».

 Ως «αρνητικό παράδειγμα αθλητικής διοργάνωσης» χαρακτήρισε ο Σταύρος Κοντονής τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, στους οποίους «οξύνθηκαν πάγιες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, η διαπλοκή και η σπατάλη, με τον τρόπο που έγινε η ανάθεση και η εκτέλεση σχεδόν όλων των μεγάλων αθλητικών έργων». Τόλμησε μάλιστα να προσδιορίσει το πραγματικό κόστος των έργων, ολυμπιακών και μη, πάνω από τα 20 δις. Είναι η πρώτη φορά που κυβερνητικός αξιωματούχος αναφέρεται στο …λογαριασμό των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, τον οποίο πλήρωσε και πληρώνει ακόμη ο Ελληνας πολίτης.

Η αμιγώς πολιτική ομιλία του κ Κοντονή έγινε κατά τη διάρκεια της άτυπης συνάντησης  των 47  Υπουργών των Σπορ, που πραγματοποιήθηκε στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν με την ευκαιρία της διεξαγωγής των 1ων Ευρωπαϊκών Αγώνων. Το θέμα ήταν:  «Πώς θα προωθηθεί η κοινωνική βιωσιμότητα των μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων».

Ο υφυπουργός Αθλητισμού δεν παρέλειψε να καταλογίσει ευθύνες στις «προηγούμενες ελληνικές  κυβερνήσεις, που δεν ακολούθησαν την ενδεδειγμένη πρακτική για την αμοιβαία ωφέλεια αθλητισμού και κοινωνίας», για να συμπεράνει, πως «σήμερα, σχεδόν όλοι στην Ελλάδα παραδέχονται, ότι ένα μέρος των οικονομικών αδιεξόδων της πατρίδας μου, μπορεί να ανιχνευτεί στον τρόπο που εκτελέστηκαν τα μεγάλα έργα στην Ελλάδα και στο συνολικό κόστος των Αγώνων».

Μπαίνοντας στην ουσία των κακών χειρισμών τόνισε χαρακτηριστικά: «Αγνοήθηκε η ανάγκη περιφερειακής ανάπτυξης, ενώ υπονομεύθηκε η προώθηση ενός διαφορετικού μοντέλου οικιστικής και περιβαλλοντικής πολιτικής στα μεγάλα αστικά κέντρα. Από το 1997 έως το 2000 οι ελληνικές κυβερνήσεις μπροστά στο τιτάνιο έργο της ανάληψης των Αγώνων από τη μικρότερη χώρα που έλαβε ποτέ την εντολή, προχώρησαν σε μια σειρά από καθυστερημένες κατασκευές, υψηλού κόστους, χαμηλής προσαρμοστικότητας, χωρίς τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ορισμένες φορές για αθλήματα με χαμηλή ή ανύπαρκτη διάδοση. Ο αρχικός προϋπολογισμός εκτοξεύθηκε σύμφωνα με ένα πρώτο απολογισμό στα 11,27 δις ευρώ, ποσό που ανερχόταν στο 6% του ΑΕΠ. Σήμερα εκτιμήσεις που έχουν μεγαλύτερη σχέση με την πραγματικότητα ανεβάζουν το κόστος σε ένα ποσό πάνω από 20 δις. Από την επόμενη μέρα των Αγώνων αναδείχθηκε η αποτυχία της λανθασμένης πολιτικής στο επίπεδο της κοινωνικής βιωσιμότητας. Οι εγκαταστάσεις, οι δύσχρηστες υποδομές, τα φαραωνικά έργα, αποδείχθηκε ότι δεν εξυπηρετούσαν ούτε το κοινωνικό σύνολο, ούτε τους αθλούμενους. Η αλλαγή χρήσης των εγκαταστάσεων, ώστε να καλυφθεί το υψηλό κόστος συντήρησης, σε ελάχιστες περιπτώσεις κατέστη δυνατή και όπου αυτό έγινε πραγματοποιήθηκε σε μικρή κλίμακα. Το σημερινό αποτέλεσμα είναι το εξής: Ερήμωση και λεηλασία των εγκαταστάσεων, μερική ή ολική αχρηστία των υποδομών, ενεργοβόρα κτίρια, ελάχιστη αθλητική χρήση, σοβαρά ζητήματα ασφάλειας και φύλαξης της δημόσιας περιουσίας και συνολικά μια κατάσταση που δεν προσιδιάζει σε μία στοχευμένη και μακροπρόθεσμη κρατική πολιτική για τον αθλητισμό».

Προχωρώντας στην ανάλυσή του ο υφυπουργός Αθλητισμού μνημόνευσε και τα θετικά στοιχεία του «Αθήνα 2004»:

«Δεν θέλω να ισχυριστώ ότι η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων είχε μόνο προβληματικά στοιχεία. Η σύνδεση με τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες πάντα θα συνεπαίρνει τους φιλάθλους και τους αθλητές σε όλο τον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα η πολιτιστική προβολή της Ελλάδας συνεχίζει να κεφαλαιοποιείται σε μεγάλο βαθμό. Όμως θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν τη διοργάνωση των Αγώνων απέτυχαν να συνδέσουν το αθλητικό γεγονός με την κοινωνική ανταποδοτικότητα, συγκροτώντας ένα αντιπαράδειγμα αθλητικού σχεδιασμού. Ο καλύτερος τρόπος δεν είναι άλλος παρά η ειλικρινής και με στοιχεία αποτύπωση της πραγματικότητας σε βάθος χρόνου για να μπορούμε να διαπιστώσουμε τις επιπτώσεις, θετικές ή αρνητικές».

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here