Κολόνια Γκουέλ: Ένα ενδιαφέρον, για την εποχή του, εργατικό πείραμα  

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Μεταξύ των πρώτων έργων που παρουσίασε ο Εουσέμπι Γκουέλ  στον επίδοξο αρχιτέκτονα Αντόνιο Γκαουντί, ήταν το οινοποιείο Bodega Güell στο Garraf, το Pabellones Guell de Pedralbes και το Πάρκο Γκουέλ, που ήταν αρχικά το σπίτι της οικογένειας Γκουέλ και αργότερα κληροδότησε στο κράτος. Το 1890, ο Γκουέλ μετακόμισε το εργοστάσιό του από το Σαντς στο Σάντα Κολόμα ντε Σερβελιό (Santa Coloma de Cervello), βόρεια της Βαρκελώνης, όπου και ίδρυσε μια αποικία εργαζομένων. Η αποικία ή το χωριό της Σάντα Κολόμα (Santa Coloma), τώρα γνωστό ως Κολόνια Γκουέλ (Colonia Güell), χτίστηκε με υψηλά σοσιαλιστικά ιδανικά. Σπίτια με μεγαλύτερα από τα συνήθη δωμάτια, ευρύχωρα παράθυρα και καλό εξαερισμό, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι στην κλωστοϋφαντουργία  και οι οικογένειές τους να μπορούν να απολαμβάνουν άνετες συνθήκες διαβίωσης. Το χωριό, όπως είναι εύκολα κατανοητό,  έπρεπε να είναι σχετικά αυτοτελές και περιλάμβανε στο εσωτερικό του καταστήματα, καφετέριες, θέατρο, βιβλιοθήκη και σχολείο, αλλά μόνο για αγόρια.

Φωτογραφία της εποχής στο συγκρότημα.

 

Εδώ, στην πραγματικότητα, βρισκόμαστε μπροστά στην ιστορία ενός παντελώς ανορθόδοξου έργου που γεννήθηκε στο βάθος του μυαλού ενός μεγάλου επιχειρηματία και πρωτοπόρου στις τέχνες, του Εουσέμπι Γκουέλ, και βεβαίως από τη δημιουργικότητα ενός από τους πλέον ξεχωριστούς καλλιτεχνικούς χαρακτήρες και πιο επιστημονικές μορφές όλων των εποχών, του Αντόνιο Γκαουντί. Η Κολόνια Γκουέλ ιδρύθηκε από τον Εουσέμπι Γκουέλ το 1890, μία από τις τελευταίες που δημιούργησε στην ευρύτερη περιοχή της Καταλωνίας, και μπορεί να θεωρηθεί τόσο ως ένα μεγάλο επιχειρηματικό εγχείρημα όσο και ως ένα πρωτοπόρο κοινωνιολογικό πείραμα.

Θέατρο και εστιατόριο στην Κολόνια Γκουέλ.

Εντρυφώντας στην ιστορία, θα βρούμε πως η  κατασκευή της Κολόνια Γκουέλ ξεκίνησε με πρωτοβουλία του επιχειρηματία Εουσέμπι Γκουέλ στο κτήμα του ‘Can Soler de la Torre’, που βρίσκεται στον δήμο  Σάντα Κολόμα ντε Σερβελιό (Santa Coloma de Cervello), στα βόρεια της Βαρκελώνης. Το ενδιαφέρον όλων, ειδικά των ιδιοκτητών των βιομηχανικών μονάδων, να ξεφύγουν από τις συχνές  κοινωνικές συγκρούσεις που προέκυπταν και βρίσκονταν σε εξέλιξη μέσα στον ιστό της πόλης, έδωσαν το ερέθισμα και την ιδέα ώστε η νέα βιομηχανία να σχεδιαστεί προσαρμοσμένη στα πλαίσια μιας βιομηχανικής αποικίας, τουτέστιν με τη στέγαση των εργατών δίπλα ακριβώς στα εργοστάσια, μέσα στην ιδιοκτησία, που αποτελούσαν έναν αστικό πυρήνα με δικό του κοινωνικό και οικονομικό βίο, μολονότι όπως ήταν ευνόητο  θα εποπτευόταν σε μεγάλο βαθμό  από την ιδιοκτήτρια εταιρεία.

Σε αντίθεση με τις περισσότερες βιομηχανικές αποικίες στην Καταλωνία, ο Εουσέμπι Γκουέλ εργάστηκε για να βελτιώσει τις κοινωνικές συνθήκες των εργαζομένων του και προχώρησε σε εφαρμογή της πολιτιστικής του κηδεμονίας στην Κολόνια, παρέχοντάς σ’ αυτό το συγκρότημα  πολιτιστικές και θρησκευτικές εγκαταστάσεις μοντερνιστικού σχεδίου που αναπτύχθηκαν από διάφορους αρχιτέκτονες, στους οποίους ανέθεσε και το κτίριο της εκκλησίας. Οι κύριοι σχεδιαστές, εργολάβοι  και οικοδόμοι που εργάστηκαν εκεί, άφησαν το αποτύπωμα του ταλέντου τους σε πολλά από τα κτίρια όπως φαίνεται σε πολλές διαφορετικές προσόψεις και γείσα.

Κατοικίες των εργατών της κλωστοϋφαντουργίας.

 

Οι βιομηχανικές αποικίες, όμως, όπου σχεδιάστηκαν, δημιουργήθηκαν  ως κοινωνικοοικονομική οργάνωση με κύριο σκοπό και απώτερο στόχο τη βιομηχανική παραγωγικότητα.  Τα εργοστάσια, απαιτούσαν από   την πλειοψηφία των ανδρών και των γυναικών της αποικίας παραγωγική δουλειά, και γι’ αυτούς ήταν η εγγύηση για τακτικό και εξασφαλισμένο εισόδημα, ειδικά  σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, με την πάροδο των ετών, στην εν λόγω αποικία έκαναν αναπόφευκτα την εμφάνισή τους οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και το εργατικό κίνημα. Στην αρχή του εμφυλίου πολέμου, η διεύθυνση πέρασε στα χέρια των εργατών, αλλά στο τέλος του πολέμου, το εργοστάσιο δόθηκε πίσω στον ιδιοκτήτη του, την οικογένεια Γκουέλ, η οποία   το 1945  πώλησε την περιουσία στην οικογένεια Bertrand y Serra.

Άλλη μια ενδιαφέρουσα γωνιά του συγκροτήματος της Κολόνια Γκουέλ.

Κατά τα επόμενα χρόνια το εργοστάσιο συνέχισε τη βιομηχανική παραγωγή και τη δική του δημοτική προσωπικότητα, ξεχωριστά από εκείνη του συνολικού συγκροτήματος Σάντα Κολόμα ντε Σερβελιό. Κατά τη διάρκεια της ανεξέλεγκτης αστικής ανάπτυξης της δεκαετίας του ’60 και του ’70, η Κολόνια Γκουέλ παρέμεινε ανέπαφη καθώς ο κύριος στόχος της ήταν η παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Κατά τη διάρκεια, όμως,  της κλωστοϋφαντουργικής κρίσης του 1973, το εργοστάσιο διέκοψε την παραγωγή του, η οποία είχε μεγάλο κοινωνικό αντίκτυπο στην Κολόνια. Μέσα στα επόμενα χρόνια, το ακίνητο πωλήθηκε, το εργοστάσιο διαιρέθηκε και πωλήθηκε επίσης σε διαφορετικές εταιρείες, τα σπίτια στους κατοίκους τους και οι εγκαταστάσεις και η γη σε δημόσιους οργανισμούς. Το 1990 η Κολόνια Γκουέλ (Colonia Güell) ανακηρύχθηκε ‘κληρονομιά πολιτιστικού ενδιαφέροντος’ από την ισπανική κυβέρνηση και καθιερώθηκε η προστασία μερικών από τα πιο εμβληματικά κτίριά της καθώς και αρκετών από τα πρότυπα κατασκευής και ανέγερσης, φυσικά,  για το μέλλον. Το 2002, κατασκευάστηκε επαρκής χώρος στάθμευσης για τους επισκέπτες του, καθώς και η οργάνωση των επισκέψεων στο σύνολο του συγκροτήματος.

 

Το εργοστάσιο της Κολόνια Γκουέλ ήταν ο κεντρικός πυρήνας και ο λόγος ύπαρξής του. Αφιερωμένο στην παραγωγή διαφόρων τύπων υφασμάτων, η κύρια διαφορά του με άλλα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια της εποχής ήταν ότι χρησιμοποιούσε κάρβουνα  αντί για υδραυλική ενέργεια. Η κατασκευή του εργοστασίου άρχισε το 1890. Μόλις ένα χρόνο αργότερα ολοκληρώθηκε το πρώτο κτίριο και ξεκίνησε η ατμομηχανή αφιερωμένη στην παραγωγή. Στη συνέχεια, σταδιακά δημιουργήθηκαν και τέθηκαν σε λειτουργία τα υπόλοιπα κτίρια, που είχαν σκοπό το στέγνωμα, το χρωματισμό των ινών,   και όλων των άλλων απαραίτητων επεξεργασιών προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία μετασχηματισμού του βαμβακιού. Κάθε ένα από τα κτίρια που συγκροτούσαν το όλο εργοστασιακό σύμπλεγμα, είχε διαφορετικό ρόλο στη διαδικασία μετατροπής του βαμβακιού σε ύφασμα. Ένα σύνολο από ράγες πάνω στις οποίες κυλούσαν καροτσάκια εγκαταστάθηκαν σε όλο το εργοστάσιο προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταφορά υλικών μεταξύ των προαναφερθέντων κτιρίων.  Τα εργατικά κινήματα και η κοινωνική επανάσταση έπληξαν τελικά την Κολόνια Γκουέλ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο εμφύλιος πόλεμος ο οποίος  ξεκίνησε το 1936,   οπότε και το εργοστάσιο, όπως ήδη είπαμε, αναλήφθηκε από τους εργαζόμενους, για να περιέλθει αργότερα στην οικογένεια Bertrand Serra, το 1945.

 

* * * * *

 

Όταν ο Εουσέμπι Γκουέλ ανέθεσε στον καλό του φίλο Αντόνιο Γκαουντί τον σχεδιασμό και την κατασκευή της εκκλησίας του συγκροτήματος, του είπε, λέξη προς λέξη, ‘κάντε ότι θέλετε’! Δεν έθεσε όρια ή εμπόδια, ούτε στον προϋπολογισμό ούτε στο πώς έπρεπε να γίνει η κατασκευή και, όπως θα φανεί τελικά, ούτε καν στο χρονοδιάγραμμα για την κατασκευή και κυρίως την περάτωση της εν λόγω  κατασκευής. Η ανάθεση του έργου της εκκλησίας για το κλωστοϋφαντουργικό κτήμα της Σάντα Κολόμα ντε Σερβελιό (Santa Coloma de Cervello), έγινε στα 1898.

Αρχικό σχεδιάγραμμα της εκκλησίας από τον  Αντόνιο Γκαουντί.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, ο Γκαουντί πραγματοποίησε ικανό αριθμό από προκαταρκτικές μελέτες, οι οποίες κατέληξαν σε συγκεκριμένο μοντέλο που τοποθετήθηκε σ’ ένα περίπτερο που βρίσκεται στο λόφο όπου θα ανεγειρόταν αργότερα το κτίριο. Η κατασκευή του ναού άρχισε στις 1908, ωστόσο, το φιλόδοξο έργο του μεγάλου και συνεχώς ανερχόμενου αρχιτέκτονα Γκαουντί που προέβλεπε μια εκκλησία με δύο κύριες αίθουσες, κάτω και άνω, και που θα ολοκληρωνόταν από διαφορετικούς πύργους και κεντρικό θόλο ύψους σαράντα  μέτρων, θα παρέμενε ημιτελές εις το διηνεκές. Κι αυτό γιατί το 1914 η οικογένεια Γκουέλ αποφάσισε να σταματήσει τη χρηματοδότηση της εκκλησίας και ο Γκαουντί να εγκαταλείψει το έργο.

Όπως ήταν η αρχή της εκκλησίας έναν αιώνα πριν, στα 1915.

Τον Νοέμβριο του 1915, ο επίσκοπος της Βαρκελώνης εγκαινίασε και αγίασε τον κατώτερο ναό, ο μοναδικός που χτίστηκε, ο οποίος έκανε την εκκλησία δημοφιλή και γνωστή σήμερα ως κρύπτη.  Μεταξύ 1915 και 1917, ο ναός έκλεισε,  και σήμερα παρ’ όλο που η εκκλησία παρέμεινε ημιτελής, και ετούτη η δημιουργία είναι ένα αποκορύφωμα της φαντασίας και της δημιουργικότητας του Γκαουντί. Αυτή η κατασκευή περιλαμβάνει για πρώτη φορά σχεδόν όλες τις αρχιτεκτονικές καινοτομίες του που θα έρχονταν αργότερα μπροστά σε όλο τους το μεγαλείο. Η Κρύπτη, όπως συνήθως αποκαλείται,  ανακηρύχθηκε παγκόσμια κληρονομιά από την Ουνέσκο, το 2005.

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here