Κοινωνικές και ψυχολογικές αντιδράσεις αρχαίων επιδημιών

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Ο Τίτος Λίβιος (Titus Livius, 59 π.Χ.-17 μ.Χ.) ήταν σπουδαίος Ρωμαίος ιστορικός, ο οποίος έγραψε μία μνημειώδη ιστορία της Ρώμης και του ρωμαϊκού λαού, η οποία καλύπτει την περίοδο από τους πρώτους θρύλους   της  αιώνιας πόλης, πριν την παραδοσιακή ίδρυσή της το 753 π.Χ., και διατρέχοντας  την βασιλεία του Οκταβιανού Αυγούστου φτάνει μέχρι την εποχή του Λίβιου. Ο εν λόγω συγγραφέας, στα πάμπολλα (εκατόν σαράντα δύο) βιβλία του, παρά το γεγονός ότι κατηγορήθηκε αρκετά όσον αφορά την αδυναμία των ερευνών του  στην αναζήτηση της αλήθειας των γραφομένων του, ο ίδιος παρεπιπτόντως είχε κατά βάσιν την ευγενική πρόθεση να πει όλη την αλήθεια ως είχε,  μας αναφέρει πενήντα επτά επιδημίες, εκ των οποίων οι σύγχρονοι ιστορικοί μας έχουν υπενθυμίσει μόνο δύο ή τρεις από αυτές. Αναφερόμενος σε αυτά τα γεγονότα, ο Τίτος Λίβιος απεικονίζει μια άλλη πλευρά στις κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις των επιδημιών στον πληθυσμό οι οποίες σαφώς και  δεν ικανοποιούν την τρέχουσα σύγχρονη άποψη, ειδικά  μετά την σχετικά πρόσφατη επιδημία του  AIDS. Αντί να διαιρέσουν τις κοινωνίες, λοιπόν, με τη μια κοινωνική ομάδα να κατηγορεί την άλλη, οι επιδημίες εκείνες συχνά τελείωναν με την αντιπαλότητα μόνο μεταξύ συγκρουόμενων και αντίπαλων  γειτόνων ή μεταξύ των πληβείων και των ανώτερων κοινωνικά τάξεων, τουλάχιστον, προσωρινά βέβαια. Έτσι, τελικά η συνήθης «παρενέργεια»  των επιδημιών ήταν, το πιθανότερο η συμπόνια ανάμεσά τους, και όχι η δημιουργία  μίσους.  Το 399 π.Χ., για παράδειγμα, ένας δραματικός  χειμώνας που ακολούθησε ένα σφοδρό καλοκαιρινό κύμα καύσωνα, προκάλεσε σοβαρή επιδημία στη Ρώμη, θανατηφόρα τόσο για τον άνθρωπο όσο και για τα θηρία, για την οποία δεν βρέθηκε καμία αποτελεσματική θεραπεία, με αποτέλεσμα όλη αυτή η ιστορία να οδηγήσει στη δημιουργία ενός νέου τύπου δημόσιας εκδήλωσης, που συνδύαζε τις έννοιες της  θυσίας και  του συμποσίου, το αποκαλούμενο «lectisternium», το οποίο και ήταν ανοιχτό στις πλατιές μάζες.

 

Σε αυτού του είδους τις γιορτές, οι Ρωμαίοι, όπως και οι Έλληνες,  με την ευκαιρία των έκτακτων επίσημων εκδηλώσεων, έβαζαν εικόνες των θεών που ξάπλωναν σε καναπέδες, με τραπέζια και εκλεκτά εδέσματα μπροστά τους, σαν να συμμετείχαν πραγματικά στα τεκταινόμενα εκεί. Σε όλα τα σημεία  της πόλης, ταυτόχρονα,  οι πόρτες των σπιτιών ανοίγονταν διάπλατα και όλα τα πράγματα τοποθετούνταν για γενική χρήση στις ανοικτές αυλές, όπου όλοι οι προσερχόμενοι πολίτες, γνωστοί ή ξένοι, καλούνταν να μοιραστούν την προσφερόμενη φιλοξενία. Οι άνδρες που ήταν προηγουμένως εχθροί προχωρούσαν τώρα σε  φιλικές και κοινωνικές συνομιλίες μεταξύ τους και απείχαν απ’ όλες τις συζητήσεις που αφορούσαν τις ανάμεσά τους διαφορές, οι δεμένοι με αλυσίδες απομακρύνονταν από τις φυλακές κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου και στη συνέχεια φαινόταν ως μια πράξη ασυλίας και ασέβειας να τους βάλουν  ξανά αλυσίδες, αφού οι θεοί τούς είχαν δώσει αυτή την ανακούφιση και δυνατότητα εκείνη την συγκεκριμένη περίοδο. Αυτά τα συμπόσια επαναλήφθηκαν τουλάχιστον τρεις φορές κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., ειδικά όταν η μοιραία και μυστηριώδης επιδημία έπληξε ξανά τη Ρώμη. Οι κυβερνώντες, μάλιστα, για να τερματισθούν οι θανατηφόρες μάστιγες, υπήρξαν αρκούντως γενναιόδωροι απέναντι στον πληθυσμό αφού τους χάρισαν απλόχερα παρατεταμένες διακοπές χωρίς καταναγκαστική εργασία. Άλλες επιδημίες, στη συνέχεια, κατάφεραν να τερματίσουν την ταξική σύγκρουση μεταξύ των πληβείων και των προνομιούχων πατρικίων, όπως έγινε και το 433-432 π.Χ., όταν οι λαϊκές μάζες μαζί με τους εκλεκτούς ξάπλωναν μπροστά απ’ τα ιερά και παντού οι γυναίκες σκούπιζαν ευλαβικά τα πατώματα των ναών με τα μαλλιά τους. Ο φόβος για την πείνα μετά τις επιδημίες ανάγκαζε, την ίδια στιγμή τις  κυβερνήσεις να αδειάζουν τα ταμεία τους απ’ ότι ρευστό υπήρχε φυλαγμένο για να πληρώσουν τα απαραίτητα για τις απαραίτητες ξένες αποστολές σιτηρών.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here