Η ‘Κληρονομιά’ (Heritage) του Κάουντυ Κάλλεν

 

 

 

 

Απόδοση-Σχόλια:  Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Το ποίημα ‘Κληρονομιά’ (Heritage) του Κάουντυ Κάλλεν,  εκφράζει την εσωτερική πάλη ενός αφροαμερικανού  ανάμεσα στην αφρικανική κληρονομιά του, από τη μία πλευρά,  και τη νέα χριστιανική κουλτούρα που βρισκόταν ανοιχτή  μπροστά του, από την άλλη.  Βεβαίως δεν είναι το μόνο που αναφέρεται σε τέτοια θέματα.  Μια πιο αυστηρή κριτική της χριστιανικής θρησκείας στην ποίηση των αφροαμερικανών,  μπορεί επίσης να βρεθεί στο ποίημα ‘Καλά Χριστούγεννα’ (Merry Christmas) του Λάνγκστον Χιουζ (Langston Hughes),  όπου έρχεται σε πρώτο πλάνο  η ειρωνεία της θρησκείας ως σύμβολο του καλού, αλλά και  ως δύναμη καταπίεσης  και  αδικίας, παράλληλα.

 

Κληρονομιά (Heritage)

 

Τι είναι για μένα η Αφρική;

Ήλιος από χαλκό, θάλασσα κατακόκκινη,

Άστρο της ζούγκλας ή μονοπάτι της ζούγκλας.

Δυνατοί μπρούτζινοι άντρες, ή μαύρες ηγεμονικές

Γυναίκες που απ’ τα λαγόνια τους βλάστησα κι εγώ

Όταν κελαηδούσαν  τα πουλιά του παραδείσου.

Κάνα δυο τρεις αιώνες βγαλμένοι

απ’ τα τοπία που οι πατέρες του αγάπησαν,

πικάντικα δάση, δέντρα κανέλας,

τι είναι για μένα η Αφρική;

 

Έτσι κείτομαι, εγώ που όλη μέρα  ακούω

Μονάχα το τραγούδι

Άγριων βάρβαρων πουλιών

Κεντρίζοντας μεγάλα κοπάδια στη ζούγκλα

Συντριπτικές δυνάμεις σάρκας που περνούν

Ποδοπατώντας το προκλητικό χορτάρι

Όπου ξαπλώνουν οι νεαροί εραστές των δασών

Δίνοντας υπόσχεση κάτω απ’ τον ουρανό.

Έτσι κείτομαι, εγώ που πάντα ακούω

όσο κι αν πιέζω τ’ αφτιά μου

Και με τα δυό μου χέρια, όσο κι αν τα βουλώνω

να βροντάν μεγάλα τύμπανα μες στον αέρα.

Έτσι κείτομαι εγώ, που πηγή περηφάνιας,

Αγαπημένη θλίψη, ανάμικτη με χαρά

Είναι η σκοτεινή σάρκα  και το δέρμα μου,

Που κλείνει μέσα το μαυριδερό μου αίμα

Σαν σφριγηλές  παλίρροιες του κρασιού

Που, φοβάμαι, πρέπει να τινάξουν τα λεπτά

Τα κανάλια του φθαρμένου δικτύου

Απ’ όπου ξεχύνονται κι’ αφρίζουν και ταράζουν.

 

Η Αφρική; Βιβλίο που κάποιος φυλλομετράει

Χαλαρά μέχρι ν’ αποκοιμηθεί.

Ξεχασμένες οι νυχτερίδες της

Που φέρνουν γύρω τη νύχτα, οι γάτες της

Μαζεμένες στα καλάμια του ποταμού,

Κυνηγώντας την ευγενική σάρκα που τρέφεται

Στις άκρες του ποταμού, σταμάτησε

Ο βρυχηθμός της σάλπιγγας

Που τα νύχια των μοναρχών έβγαλαν

Απ’ τις θήκες όπου κοιμόνταν.

Ασημένια φίδια που μια φορά το χρόνο

Βγάζουν το αγαπημένο σου πανωφόρι,

Χωρίς να ζητάνε καταφύγιο στο φόβο σου

Μην τα δει κανένα θνητό μάτι,

Τι είναι η γύμνια σου για μένα;

Εδώ μήτε λεπρά λουλούδια δεν υψώνουν

Άγρια στεφάνια στον αέρα

Εδώ ούτε σώματα γυαλιστερά  και βρεγμένα,

Στάζοντας ανακατεμένη βροχή κι ιδρώτα,

Δεν περπατάνε με τους άγριους διασκελισμούς

Των ερωτευμένων αγοριών και κοριτσιών της ζούγκλας.

 

Τι είναι το χιόνι του περασμένου χρόνου για μένα,

Ή οτιδήποτε άλλο απ’ τον περασμένο χρόνο;

Τα μπουμπουκιασμένα δέντρα κάθε χρόνο πρέπει να ξεχάσουν

Πώς το παρελθόν τους ανάτειλε ή έδυσε

Κλαδί και άνθος, λουλούδι, φρούτα,

Ακόμα και ποιο ντροπαλό πουλί

Σιωπηλό στους πόνους του εκεί,

Εργάστηκε ήρεμα στα μαλλιά του.

Κάνα δυό τρεις αιώνες βγαλμένοι

Απ’ τα μέρη που οι πατέρες μας αγάπησαν,

Πικάντικα άλση, δέντρα κανέλας,

Τι είναι για μένα η Αφρική;

 

Έτσι κείτομαι, εγώ που δεν βρίσκω ησυχία

Νύχτα ή μέρα, καμία ελάφρυνση

Απ’ τον ασταμάτητο χτύπο

Που κάνουν τα σκληρά περπατημένα πόδια

Περπατώντας μέσα απ’ το δρόμο του κορμιού μου.

Πηγαίνουν πάνω, κάτω και πίσω,

Προχωρώντας έξω απ’ το μονοπάτι της ζούγκλας.

Έτσι κείτομαι, εγώ που δεν κοιμάμαι ποτέ

Με ασφάλεια απ’ τη βροχή τη νύχτα –

Δεν μπορώ ποτέ καθόλου να ξεκουραστώ

Όταν η βροχή αρχίζει να πέφτει

Σαν ψυχή αλλοπαρμένη με πόνο

Πρέπει να ταιριάξω την παράξενη απόκρισή της

Πρέπει πάντα να στρίβω και να κουλουριάζομαι,

Σπαρταρώντας σα βασανισμένο σκουλήκι,

Ενώ τα πρώτα μέτρα της στάζουν

Μέσα απ’ το σώμα μου, που φωνάζει, ‘Γδύσου!

Βγάλε αυτή τη νέα ζωντάνια.

Έλα και χόρεψε το Χορό των Εραστών!’

Μ’ ένα παλιό κληροδοτημένο τρόπο

Κι’ η βροχή ενεργεί πάνω μου νύχτα και μέρα.

 

 

Αλλόκοτοι, απόμακροι αλλόθρησκοι θεοί

Που οι μαύροι άνθρωποι πλάθουν με ράβδους,

Πηλός κι’ εύθραυστα κομμάτια πέτρας,

Έτσι που να μοιάζουν με τους δικούς τους,

Ο προσηλυτισμός μου αποδείχτηκε πανάκριβος,

Ανήκω στον Ιησού Χριστό,

Ιεροκήρυκας της ταπεινότητας,

Οι αλλόθρησκοι θεοί δεν είναι τίποτε για μένα.

Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα,

Έτσι κάνω ένα μάταιο καύχημα,

Ιησούς που γύρισε δυο φορές το μάγουλό του,

Αμνός του Θεού, αν και μιλώ

Με το στόμα μου, μεσ’ την καρδιά μου

παίζω έναν διπλό ρόλο.

Πάντα στον αστραφτερό βωμό Σου

Πρέπει η καρδιά μου να ταλαντευτεί και να παραπέσει,

Επιθυμώντας Αυτός που υπηρέτησε να ήταν μαύρος,

Στη σκέψη ότι τότε δεν θα της έλειπε

Προηγούμενος πόνος να την καθοδηγήσει,

Ν’ αφήσει αυτούς που θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να την χλευάσουν.

Σίγουρα τότε αυτή η σάρκα θα ήξερε

Ότι η δική σου έχει υποφέρει από   παρόμοια λύπη.

Κύριε, φτιάχνω μελαψούς θεούς, επίσης,

Τολμώντας ακόμη και να Σου δώσω

Σκούρα απελπισμένα χαρακτηριστικά όπου,

Βρίσκονται στεφανωμένα με σκούρα επαναστατικά μαλλιά,

Η υπομονή ταλαντεύεται ακριβώς τόσο

Όσο η θνητή θλίψη εξωθεί, ενώ αγγίζει

Γρήγορη και καυτή, από θυμό κι ανεβαίνει

Στο χτυπημένο μάγουλο και τα κουρασμένα μάτια.

Κύριε, συγχώρα με αν η ανάγκη μου

Φτιάχνει μερικές φορές μια ανθρώπινη θρησκεία.

 

Όλη τη μέρα κι’ όλη νύχτα ασταμάτητα,

Μόνο ένα πράγμα πρέπει να κάνω:

Να σβήσω την περηφάνια μου και να κρυώσω το αίμα μου,

Να μην χαθώ στην πλημμύρα.

Μην αναζωπυρωθεί ένα κρυμμένο αναμμένο κάρβουνο

Που νόμιζα πως ήταν βρεγμένο

Καίγοντας σαν το πιο ξερό λινάρι,

Λειώνοντας σαν τ’ απλούστερο κερί,

Να μην αναστήσει ο τάφος τον νεκρό του.

Ούτε η καρδιά μου ή το μυαλό μου

Δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει έστω και λίγο

ότι αυτοί κι εγώ είμαστε πολιτισμένοι.

Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα από το θάνατο του Κάουντυ Κάλλεν (Countee Cullen, 1903-1946), πριν λίγα χρόνια (2013) κυκλοφόρησε επιτέλους η συγκεντρωτική έκδοση των  ποιημάτων του στην Αμερική. Μια πραγματική ‘κληρονομιά’ για τους αναγνώστες του. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους μαύρους ποιητές στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού που σημάδεψε με τα γραπτά, τουλάχιστον, την εποχή του. Στην ‘Κληρονομιά’ του, ο αφηγητής κείται σε μια  εξιδανικευμένη Αφρική. Τουλάχιστον έτσι μας αφήνει να υποθέσουμε ή να φανταστούμε. Υπάρχει ήδη μια αίσθηση του απραγματοποίητου μέσα σε όλα αυτά τα χειμαρρώδη που μας αφηγείται, καθώς  οι εικόνες εμβαθύνουν ολοένα και πιο πολύ για να  γίνουν αξέχαστες, σαν να βγαίνουν κάποιες φορές από ένα όνειρο. Κάπου παραδέχεται πως όλα εκείνα είχαν σχέση αποκλειστικά σχεδόν με την  ψευδαίσθηση, κι’ ακόμη θρηνεί το πόσο λίγο από την αληθινή Αφρική, στην πραγματικότητα, θυμούνται τα μέλη της φυλής του εδώ στον καινούργιο κόσμο. Μας υπενθυμίζει κάτι που ο ίδιος δεν έχει βιώσει, αλλά νομίζει ότι γνωρίζει σκέφτεται ή επιθυμεί σφόδρα, για λόγους που δεν είναι ακόμη απολύτως σαφείς. Ευρισκόμενος, ο αφηγητής,  στη μέση της ονειρικής του διαδρομής, ένα φως έρχεται να τον αφυπνίσει, για να βάλει τα πράγματα πίσω στη φυσιολογική τους κατάσταση. Η βροχή, ίσως να αποτελεί το κίνητρο, η αφορμή, το ερέθισμα  που  τον αναγκάζει να φέρει όλα αυτά στο μυαλό του.  Βεβαίως σχεδόν ολόκληρο το  ποίημα δαπανάται για να λικνίζει τον αναγνώστη σε μια αίσθηση εφησυχασμού όσον αφορά την αγάπη του αφηγητή για έναν ειδωλολατρικό κόσμο, μόνο και μόνο για να του τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια την τελευταία στιγμή, όπου συνεχίζει να παίζει με αυτές τις ιδέες, όπως για παράδειγμα το χρώμα του Θεού. Η επιθυμία του αφηγητή για ένα μαύρο Θεό μετριάζεται από την απέχθειά του για τον κόσμο, ακόμη και ο ίδιος γνωρίζει ότι το ζήτημα της φυλής εναντίον της θρησκείας είναι κάτι περισσότερο από το δικό του εσωτερικό μονόλογο. Αρκεί να λάβουμε υπόψη αυτή τη μυστηριώδη απειλή:  ‘… Να μην αναστήσει ο τάφος τον νεκρό του…’, για να διαπιστώσουμε ότι οι πρόγονοί του δεν μπορούν να τον δουν όπως θα ήθελαν,  κι’ αυτό ίσως να αποτελεί μιας μορφής οπισθοδρόμηση γι’ αυτόν, συνεχίζοντας τον, ούτως ή άλλως, εσωτερικό του διάλογο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, λοιπόν, ότι η παγανιστική Αφρική του Κάλλεν, πρέπει να θεωρείται ως η προβολή του μισού του ίδιου του ίδιου του εαυτού του, καθώς στα δύο μέρη της ‘Κληρονομιάς’ αντιπαραβάλλονται  το βλάσφημο και το ιερό. Μέσα σε κάθε ένα μέρος απεικονίζονται τα λογικά συστατικά του δυτικού κόσμου σε αντιπαράθεση με τις συναισθηματικές δυνάμεις του φυλετικού αταβισμού και  της προγονικότητας, ενώ η μυστικιστική φύση της φυλής και του λίκνου της στην Αφρική αποτελεί  κατά πάσα πιθανότητα το πρώτο στάδιο στην εσωτερική προσπάθεια του ποιητή να πραγματοποιήσει μια συμφιλίωση μεταξύ δύο ασυμβίβαστων φαινομενικά μερών, μια ενότητα που σίγουρα ο ίδιος λαχταρούσε. Αφού αναδείχθηκε νικητής από αυτό το πρώτο στάδιο, ο ποιητής μπορεί πλέον να μιλήσει για το άσκοπο της οποιασδήποτε νεφελώδους αταβιστικής επιθυμίας προς την  αφρικανική του κληρονομιά, αφού έως τότε είχε ανακαλύψει ότι η Αφρική ήταν μόνο το πρόσχημα για διαφυγή, μια ευκαιρία που πρόσφερε στο άτομο να απομακρυνθεί  από την σχετική πραγματικότητα γύρω του, σε μια ομίχλη ονείρου και ψευδαίσθησης. Με τον τρόπο αυτό,  το όνειρο της μακρυνής μητέρας, της Αφρικής, μετατρέπεται κατά μια έννοια, σε αντιπαράθεση οποιασδήποτε αυθεντικής εσωτερικής ζωής, αφού το άτομο απαλλάσσεται από τον αγώνα για να ξεπεράσει τον εαυτό του, και βρίσκεται εφησυχασμένο ώστε να μπορεί να οδηγηθεί ανενόχλητα στο μονοπάτι που οδηγεί σε πνευματικές αξίες και με μια στιγμιαία ανακούφιση και ικανοποίηση των πολυποίκιλων πιέσεων της  βασανισμένης ψυχής του. Τελικά η Αφρική αποδεικνύεται γι’ αυτόν ένα  δυνατό οπιούχο φάρμακο που του προκαλεί μεθυστικό και γλυκό στροβιλισμό, και φυσικά με κανένα τρόπο ένα  βάλσαμο που θεραπεύει για πάντα, αφού δεν κερδίζει τίποτα μακροχρόνιο, πέρα ​​από μια προσωρινή, παραπλανητική, συναισθηματική ισορροπία, την οποία τόσο επιθυμούσε μέσα σε μια απόμακρη και αφιλόξενη αμερικανική κοινωνία, όπως ήταν εκείνη της εποχής του.

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here