Κινηματογραφικές βιογραφίες-Μυστικά και ψέματα: The social network

 

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ

“Το μοναδικό ακριβές πράγμα ήταν τα ρούχα που φορούσα  . . .. Μολονότι ο πραγματικός Μάρκ Ζάκερμπεργκ αντιδρά, ο Ντέιβιντ Φίντσερ μάλλον καταφέρνει να αναπαραστήσει τις εμπαθείς και υπερκινητικές προσωπικότητες των δημιουργών της mainstream συμπεριφορικής Βίβλου της εποχής μας

The social network (2010) του Ντέιβιντ Φίντσερ

The_Social_Network_poster

Πώς είναι δυνατόν, ο ζοφερός κόσμος των υπόγειων και σκοτεινών κινήτρων και συναισθημάτων να μπορούσε να χωρέσει μέσα σε μια ιστορία γύρω από την ανακάλυψη ενός χαρούμενου και ‘φιλικού’ μέσου κοινωνικής δικτύωσης; Κι όμως, ή ταινία ενός από τους σημαντικότερους Αμερικάνους σκηνοθέτες των τελευταίων 20 χρόνων, ελισσόμενη ανάμεσα στο δικαστικό δράμα και το θρίλερ συνωμοσίας, φέρνει στην επιφάνεια αυτό που πολλοί προσπαθούν να εξευγενίσουν, συνεχίζοντας μάταια να ψάχνουν την κρυμμένη ουσία ή το θετικό βαθύτερο νόημα του κοινωνικού φαινόμενου που λέγεται Facebook. Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε σχετικό με τη δημιουργικότητα ή την ανάγκη για συσχέτιση των ανθρώπων σε αυτο το φιλμ (κάτι το οποίο οι ιδιοκτήτες της διάσημης ιντερνετικής πλατφόρμας ισχυρίζονται ότι ήθελαν να πετύχουν). Ιδίως όμως, η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του αδιαμφισβήτητου εμπνευστή του σάιτ Μάρκ Ζάκερμπεργκ, ως ενός ανελέητου νεαρού που κατασκεύασε τη σελίδα μόνο και μόνο για να βρει ευκολότερα κοπέλες ή να γίνει δεκτός στις ελίτ πανεπιστημιακές λέσχες, είναι το στοιχείο που αφενός αμφισβητήθηκε περισσότερο (κυρίως από τον ίδιο) αλλά αφετέρου επεξηγεί και μελετά διεξοδικά το προφίλ μιας γενιάς και των επιτευγμάτων της, που κατάφεραν μέσα σε μια νύχτα να γίνουν πιο σημαντικά από την πολιτική, την τέχνη, τη λογοτεχνία· πιο σημαντικά από τα πάντα.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ιθύνων νους του δημοφιλέστατου ιστότοπου υποστήριξε ότι το φιλμ σκόπιμα παρέκαμψε αληθινά γεγονότα της ζωής του γιατί απλά η πραγματικότητα ενός προγραμματιστή είναι ανιαρή και ελάχιστα ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η πλοκή απαρτίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από μυθοπλαστικές παρεμβάσεις, με το τελικό αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατο να το πάρει στα σοβαρά. Αναφερόμενος στην ανάγκη για κοινωνική αναρρίχηση ως το βασικότερο ίσως από τα κίνητρα του εγχειρήματος, δήλωσε ότι “οι δημιουργοί της ταινίας μάλλον δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι κάποιος μπορεί να κατασκευάσει κάτι, απλά γιατί του αρέσει να φτιάχνει πράγματα”, ενώ ισχυρίστηκε ότι την περίοδο της ανακάλυψης είχε ήδη σχέση με τη νυν κοπέλα του, παρότι στο φιλμ φαίνεται ότι ο χωρισμός του ήταν ίσως η κυριότερη αιτία της ενασχόλησής του με το συγκεκριμένο πρότζεκτ. Αυτό βέβαια ελάχιστα τελικώς επηρέασε την επιτυχία της ταινίας, ίσως γιατί αυτή η ιδιότυπη κινηματογραφική βιογραφία καταφέρνει να μιλήσει πολύ περισσότερο για την ουσία του πνευματικού τέκνου του νεαρότερου αυτή τη στιγμή πολυεκατομμυριούχου, παρά για τα ακριβή γεγονότα που προηγήθηκαν του ευρείας κλίμακας παραληρήματος που ακολούθησε.

Ο βασικός πρωταγωνιστής και κυρίαρχος του παιχνιδιού στην ταινία του Φίντσερ είναι ο ίδιος ο ιστότοπος. Ηθικοί νόμοι και κάνονες συμπεριφοράς δεν ισχύουν εδώ. Όλοι και όλα είναι αναλώσιμα, θυμίζοντας κάτι από τον “ιερό κινητήρα” του δυστοπικού ‘Mad Max’ σύμπαντος. Βασισμένο στο οσκαρικό  διασκευασμένο σενάριο του Άαρον Σόρκιν, το φιλμ κατορθώνει να ενσταλάξει μια υφέρπουσα ειρωνεία γύρω από το θεοποίηση του ανούσιου. Την αντιμετώπιση του ουσιαστικά επουσιώδους ως το ιερό δισκοπότηρο των ανθρώπινων σχέσεων. Μέσα από τα δικαστικά πισώπλατα μαχαιρώματα των computer geek για το ποιος θα πάρει τα εύσημα (αλλά και τα χρήματα) της ανακάλυψης, τις εξαντλητικές ριπές διαλόγων και το κλειστοφοβικό συναίσθημα που χτίζεται μεθοδικά μέσα στο “αρσενικό” περιβάλλον πρώτα του Χάρβαρντ (από εκεί ξεκινήσαν όλα) και στη συνέχεια της νεοσύστατης εταιρίας, γίνεται ξεκάθαρο ότι η βιογραφία αναλαμβάνει να κριτικάρει ευθέως τις ίσως χωρίς σύνεση επιλογές της προσωπικότητας που επιχειρεί να απεικονίσει.

Η ικανότητα του Σόρκιν να δημιουργεί συμπαθητικούς μεν, αλλά ταυτόχρονα τρομερά εκνευριστικούς χαρακτήρες (ο ίδιος υπογράφει και το σενάριο του επερχόμενου ‘Steve Jobs’ του Ντάνι Μπόιλ) βρίσκει πρόσφορο δημιουργικό έδαφος μέσω της υποδειγματικής ερμηνείας του Τζέσε Άιζενμπεργκ. Ο ίδιος υποδύεται μοναδικά έναν σχεδόν borderline κοινωνιοπαθή, που ποτέ δεν φωνάζει, ποτέ δεν χαμογελά, ποτέ του δεν παραδέχεται έναν διαπληκτισμό ή μια διαφωνία. Αν και κάποιες στιγμές το φιλμ τείνει να δείξει επιείκεια (διαφαίνεται ότι ο Ζάκερμπεργκ είχε πιει πριν ξευτελίσει την πρώην αγαπημένη του στο διαδίκτυο, συλλαμβάνοντας ταυτόχρονα την ιδέα του Facebook), εντούτοις η πράξη εκδίκησης του πληγωμένου συναισθηματικά ιδιοφυούς προγραμματιστή δεν απέχει πολύ από τις σκοτεινές και αινιγματικές φιγούρες του ‘Seven’ ή του ‘Zodiac’. Παρόλες τις διαψεύσεις και τις ανακρίβειες, κάπου στο βάθος όλα αυτά φαντάζουν τόσο πιστά στο περιεχόμενο, τόσο ευτελή και αληθινά, σχεδόν σαν φυσική συνέπεια των εντάσεων που γεννώνται από κάτι που έχει ως επίκεντρο τη φήμη, ίσως τα χρήματα και τίποτε άλλο. Μόνο η μοναξιά είναι αυτή που καταληκτικά μοιάζει να συνοδεύει πάντα αυτούς που επιλέγουν να συνδυάζουν την αναστάτωση, την έξαψη της ανακάλυψης με τη σκοτεινή και πεσιμιστική πλευρά της εφήμερης επιτυχίας.

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here