Κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο της Αντίμπ

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Όσες φιλότιμες προσπάθειες και να κάνει κάποιος εδώ να προφυλαχτεί από τις δρομολογούμενες υπέρμετρες προοπτικές και παραμέτρους της φύσης, ειδικά την ημέρα, αδυνατεί. Εκτυφλωτικός ήλιος και δύστροπες θερμοκρασίες που υπερίπτανται των συνήθων αλλού, σε καθημερινή πρακτική, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τη νύχτα φαίνεται πως υπερισχύει κάπως το δροσερό αεράκι στα ολάνθιστα σοκάκια και τους δρόμους του ιστορικού και παλιού κέντρου των πόλεων   και  στις παραλίες της διαχρονικά εκμαυλιστικής πάντοτε Μεσογείου. Ο λόγος, βεβαίως,  για την  ακριβοθώρητη  γαλλική Ριβιέρα. Διασχίζοντας με το αυτοκίνητο τα παράλια της Κυανής Ακτής, της νότιας Γαλλίας, κάπου ο χάρτης σταματά και εστιάζεται στην Αντίμπ. Για εμάς, υφίσταται ένας παραπάνω λόγος! Εκεί πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του, δημιούργησε και ολοκλήρωσε πολλά σημαντικά έργα του ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης. Το καλοκαίρι του 1950, τον επισκέφτηκε ο μετέπειτα ακαδημαϊκός Άγγελος Θ. Αγγελόπουλος (1904-1955).  Στο τεύχος 1211 της Νέας Εστίας που είναι αφιερωμένο στον Νίκο Καζαντζάκη (Χριστούγεννα 1977) ο τελευταίος εξιστορεί τις  εντυπώσεις του από τη συνάντησή του με τον σπουδαίο συγγραφέα στο σπίτι όπου διέμενε:

Στο βάθος ετούτου του δρόμου βρισκόταν το σπίτι του Νίκου Καζαντζάκη.

 

‘… Βρισκόμαστε στην Αντίπολη (Antibes), την  ιστορική και τόσο στενά δεμένη με την Ελλάδα πόλη της Γαλλίας.  Το ξακουστό της κάστρο, το ωραίο της λιμάνι που δεσπόζει στην περιοχή αυτή της Μεσογείου, τα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης που χτίστηκε τον 4ο αιώνα από Φωκαείς της Μασσαλίας για το εμπόριό τους με την Ελλάδα, το περίφημο Μουσείο της που το πλουτίζουν πολλά έργα του Πικασσό,  όλα αυτά ήταν φυσικό να επηρεάσουν τον Νίκο Καζαντζάκη, ώστε να την διαλέξει σαν τόπο διαμονής…’.

Το σπίτι του Νίκου Καζαντζάκη, όπως είναι σήμερα στην οδό Bas Castelet 8, μέσα στην παλιά πόλη της Αντίμπ.

 

Όταν το ζεύγος Αγγελόπουλου έφτασε στο σπίτι του, τη ‘Μανολίτα’ όπως ήταν το όνομα της βίλας που διέμενε το χρονικό εκείνο διάστημα,  ο Καζαντζάκης  τούς υποδέχτηκε στον καταπράσινο κήπο του, τον πλημμυρισμένο από δέντρα και ‘λουλούδια που μοσχοβολούσαν’, λέγοντας ότι αυτό ήταν το καινούργιο του καταφύγιο. Ετούτο, όμως,  δεν ήταν το πρώτο του σπίτι στη συγκεκριμένη γαλλική πόλη. Αρχικά, από τον Μάιο του 1948 έως τον Απρίλιο του 1949, είχε κατοικήσει στη Βίλα ‘Ρόζα’, ενώ τον Απρίλιο του 1949 είχε μετακομίσει  στη Βίλα ‘Μανολίτα’, όπου τον επισκέφτηκε ο Άγγελος Θ. Αγγελόπουλος με τη σύζυγό του, και όπου  ο Καζαντζάκης  διέμενε έως  τον   Ιούνιο του 1954 γράφοντας πολλά από τα γνωστά έργα του, όπως τα μυθιστορήματα  ‘Ο Χριστός ξανασταυρώνεται’, ‘Καπετάν Μιχάλης’, ‘Ο τελευταίος πειρασμός’, ‘Ο Φτωχούλης του Θεού’ και το ‘Οι αδερφοφάδες’.

Λιτή και πενιχρή αναμνηστική πινακίδα. Γιατί άραγε;

 

Και συνεχίζει την αφήγησή του ο Αγγελόπουλος: ‘…

‘…Σε λίγο, αφού μας έδειξαν το εσωτερικό του σπιτιού – την επόμενη  χρονιά μας το παραχώρησαν για να μείνουμε-  ο Καζαντζάκης μας ανέβασε στο ‘κελί’ του, όπως το έλεγε. Ανεβαίναμε τα σκαλοπάτια, και σε κάθε σκαλοπάτι στεκόταν σαν κάτι να συλλογιόταν, σαν κάτι να σήμαινε αυτό το ανέβασμα. ‘Μ’ αρέσει πάντα ο Ανήφορος’ μας είπε. Τα σκαλοπάτια για τον Καζαντζάκη σήμαιναν τους σταθμούς της πάλης κάθε ανθρώπου που χαρακτηρίζουν και την αξία της ζωής του. Λίγο αργότερα θα γράψει στην ‘Αναφορά στον Γκρέκο’: ‘… Η μόνη αξία που αναγνωρίζω στη ζωή μου είναι ετούτη: ο αγώνας της να ανέβει από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φτάσει όσο το πιο ψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμή της και το πείσμα – στην κορφή που αυθαίρετα ονομάτισα Κρητική Ματιά’.

Το Μουσείο Πικάσο της πόλης.

 

Στον πρώτο όροφο του σπιτιού, βρισκόταν το γραφείο και τα βιβλία του, όπου κλεινόταν  για ατελείωτες ώρες ατενίζοντας το απέραντο μεσογειακό γαλάζιο και γράφοντας σε συνεχόμενη βάση τα βιβλία του. Απερίσπαστος ο Νίκος Καζαντζάκης, επεξεργαζόταν μέσα του όλα τα σύγχρονα πολιτικά και φιλοσοφικά  ρεύματα της εποχής και τις καινούργιες ιδέες που γεννιόνταν, αποτυπώνοντάς τες με το δικό του ταλέντο και τον προσωπικό του τρόπο στο έργο του.   Ήταν μια άκρως παραγωγική συγγραφικά εποχή, κατά την οποία όμως παράλληλα διατηρούσε τακτική αλληλογραφία με τον Ι. Θ. Κακριδή. Ήταν γι’ αυτόν, όπως βεβαίως και για την Ελλάδα, μία τρομακτικά δύσκολη εποχή. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα είχε μεν τελειώσει, αλλά ακόμα σέρνονταν στην ατμόσφαιρα οι επιπτώσεις και τα αποτελέσματά του. Η χώρα  τού είχε στερήσει το διαβατήριο, κι’ έτσι οι μετακινήσεις του στο εξωτερικό ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και με μεγάλη δυσκολία.

Σε μία από τις επιστολές που στέλνει στον φίλο του, Ι. Θ. Κακριδή, στις 24 Ιουνίου του 1948, από τη Βίλα ‘Ρόζα’,   τού αποκαλύπτει: ‘… Εδώ στην άκρη της θάλασσας, μέσα σ’ ένα καρποφόρο κήπο – με ελιές, συκιές, κυπαρίσια, ροδοδάφνες, λεμονιές, μανταρινιές,  βερυκοκιές – νοίκιασα  μια βίλα για ένα χρόνο από 1η Ιουνίου κι’ άρχισα εφτυς να δουλέβω…’.   Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1950, με έκδηλη τη νοσταλγία, γράφει στον ίδιο αποδέκτη: ‘… Τα χρόνια περνούν, κ’ η Antibes δε γίνεται καράβι ν’ αράξει στον Πειραια…’. Και λίγο παρακάτω, στο ίδιο γράμμα,  έντρομος προφανώς και έντονα προβληματισμένος:  ‘… δεν έχω καμια αισιοδοξία, καμιαν εμπιστοσύνη στον δαίμονα που κυβερνάει την ανθρώπινη ιστορία μου φαίνεται πως η λογική δεν έχει καμιαν επίδραση στη μοίρα του ανθρώπου και πως βρισκόμαστε στο τέλος ενος πολιτισμού κ’ οι καινούργιοι βάρβαροι – οπλισμένοι όμως τώρα με πιο μοντέρνα όπλα – κατεβαίνουν. Μπήκαμε στο μεσαίωνα, τρομαχτικοί πόλεμοι θα ξεσπάσουν, αθλιότητα και πείνα κι’ αρώστιες, ωσότου ύστερα από μερικές γενεες, ξαναρχίσει πάλι ο Σίσυφος ν’ ανεβάζει το βράχο του στην κορυφή του τραγικού βουνού του. Μια μόνο σωτηρία: να κοιτάξουμε την άβυσο χωρίς να μας κυριέβει πανικός… ’.

Τον Ιούνιο του 1954, αγοράζει ένα μικρό σπίτι, που το αποκαλεί  ‘Κουκούλι’,  στην παλιά πόλη της Αντίμπ, στη στενή  οδό Bas Castelet 8, όπου θα παραμείνει έως   τον Ιούνιο 1957, οπότε και θα αναχωρήσει για τη μακρυνή Ανατολή  χωρίς να ξαναγυρίσει ποτέ αφού τον πρόλαβε ο θάνατος στις 26 Οκτωβρίου 1957 στην πανεπιστημιακή κλινική του Φράιμπουργκ,  στη Γερμανία, λόγω  γνωστής πολύχρονης ασθένειας.

 

Το διάστημα της παραμονής του στην Αντίμπ, διατηρεί επιπρόσθετα και την αλληλογραφία του με τον  Σουηδό μεταφραστή του Μπέργκε Κνες (B. Knos). Στις 4 Ιανουαρίου του 1952, από τη βίλα ‘Μανολίτα’, γράφει στον αγαπημένο του φίλο, λίγο πριν εκείνος επισκεφτεί την Ελλάδα: ‘… Μην κοιτάξετε τους σημερινούς Αθηναίους, που μολέβουν το θεϊκό όνομα, πέστε πως όλοι ετούτοι είναι εφήμερα εξεφτιλισμένα όντα, που θα πεθάνουν και σίγουρα μια γενεα καινούργια θα γεννηθει που να μην εξευτελίζει τους προγόνους…’. Και τρία χρόνια μετά, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1955, από το ‘Κουκούλι’,  της  οδού Bas Castelet 8, πάλι στον Μπέργκε Κνες: ‘…  Πόσο θα νοιόσετε τόρα βαθήτερα τον ελληνικό λαό, αν κουβεντιάσετε με απλούς ανθρώπους, με χωριάτες, με εργάτες, μακριά από την επιπόλαιη  intellizentsia…’!

Ίσως βεβαίως η εποχή ήταν αρκετά δύσκολη για εκείνον και απογοητευτική! Σε ένα προηγούμενο γράμμα του από τη Στοκχόλμη, στις 11 Νοεμβρίου του 1952, συγκεκριμένα,  ο σουηδός φίλος του του έγραφε ανοικτά και ξεκάθαρα για το γνωστό θέμα του εμβληματικού βραβείου που βρισκόταν στην επικαιρότητα: ‘… η ακαδημία έλαβε αναρίθμητα γράμματα από την Ελλάδα που Σας απέδωσαν κομμουνιστικές συμπάθειες, κανένας δεν το πίστεψε, μα εν τούτοις μικρή οσμή έμεινε στην ατμόσφαιρα. Με συγχωρείτε για την ειλικρίνειάν μου, μα δεν θέλω να συγκρατήσω την αλήθειαν…’!

Σήμερα για να είμαστε ειλικρινείς, οι περισσότεροι επισκέπτες που φτάνουν έως εδώ, κατευθύνονται προς το Μουσείο Πικάσο, στην άκρη της παλιάς πόλης και δίπλα στη θάλασσα. Ο Πάμπλο Πικάσο (1881-1973), πέρασε επίσης μεγάλο μέρος των τελευταίων χρόνων του στην περιοχή της Προβηγκίας, γοητευμένος από τα χρώματα και την ποιότητα

 

Η εμπορική οδός Ζωρζ Κλεμανσώ, χαρακτηριστική της παλιάς Αντίμπ.

ζωής της. Παρά το γεγονός ότι είχε έρθει και παλιότερα, το 1946 εγκαταστάθηκε εδώ με την Φρανσουάζ Ζιλό, όπου και δημιούργησε σημαντικά έργα στο εργαστήριό του, στο παραλιακό παλάτι των Γκριμάλντι.    Χαρακτηριστικό του έργο ‘Οι δεσποινίδες της Αβινιόν’, οι οποίες την εποχή που φιλοτεχνήθηκαν εντυπωσίασαν και σόκαραν το κοινό, αφού ο πίνακας απεικόνιζε πέντε γυμνές πόρνες, όμως σήμερα δεν βρίσκονται εδώ.  Εδώ όμως παραμένουν για πολλά χρόνια  οι ελκυστικές παραλίες, οι όμορφες εκκλησίες της πόλης, το κάστρο Γκριμάλντι ψηλά στο λόφο, το Μουσείο Πικάσο, τα στενά δρομάκια με τις όμορφες λουλουδένιες συνθέσεις στις προσόψεις των σπιτιών και βεβαίως το τρίτο σπίτι του Νίκου Καζαντζάκη το οποίο ενώ βρισκόταν στην κατοχή του, αργότερα, μετά το θάνατό του πουλήθηκε σε ιδιώτη. Σήμερα παρά τις προσπάθειες που έγιναν από διάφορους φορείς της χώρας μας, δεν ευοδώθηκε η πολυπόθητη διαδικασία που θα έφερνε το σπίτι στα χέρια κάποιου δικού μας πολιτιστικού φορέα ο οποίος θα  ενδιαφερόταν και θα προωθούσε δεόντως το βαθυστόχαστο έργο του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα!  Το κόστος απόκτησης ενός οπουδήποτε σπιτιού στην συγκεκριμένη περιοχή της Κυανής ακτής, υπερβαίνει  ακόμα και όσα μπορεί να υποψιασθεί κάποιος!

 

Πληρέστερη βιβλιογραφία

  • Νέα εστία: Νίκος Καζαντζάκης. Τόμος εκατοστός δεύτερος. Τεύχος 1211. Χριστούγεννα 1977.
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here