Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΥ

Αναπλ. Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών, Τμήμα ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ

 

Η απομόνωση του Κατάρ δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως αερόλιθος που έπεσε από τον ουρανό. Η πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Ν. Τραμπ ουσιαστικά είχε ανάψει το πράσινο φως για την αποστολή σαφούς μηνύματος προς τη χώρα. Αυτό καθώς υπάρχει η βεβαιότητα ότι αποτελεί κράτος σπόνσορα της διεθνούς τρομοκρατίας. Η διπλωματική απομόνωση του Κατάρ είναι η δεύτερη τα τελευταία χρόνια, αφού το 2014 η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και το Μπαχρέϊν [1] είχαν αποσύρει τους πρέσβεις τους για διάστημα οκτώ μηνών.

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κατά τη διάρκεια της ομιλίας Τραμπ στο Ριάντ το Μάιο του 2017 ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ζητήσει από τους ηγέτες των Μουσουλμανικών κρατών να συνεισφέρουν ουσιαστικά στη μάχη κατά της τρομοκρατίας. «Ένα καλύτερο μέλλον είναι δυνατόν αν τα έθνη σας απομονώσουν τρομοκράτες και ακραίους…εκδιώξτε τους» είχε επισημάνει εμφατικά ο Ν. Τραμπ στον λόγο του.

Με την παρότρυνση του, σε συνδυασμό με την απόφαση του να προχωρήσει στην πώληση οπλικών συστημάτων στη Σαουδική Αραβία ουσιαστικά αναγνώρισε στο Ριάντ έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Αυτό παρά το γεγονός ότι η επιλογή του ενέχει υψηλό ρίσκο, αφού η Σαουδική Αραβία αποτελεί ερωτηματικό όσον αφορά τη σχέση της με την τρομοκρατία. Ωστόσο το Ριάντ μπορεί να ασκήσει σημαντικές πιέσεις στο Κατάρ αφού, μεταξύ άλλων, το 40% των εισαγωγών τροφίμων της χώρας προέρχονται από τη Σαουδική Αραβία, γεγονός που δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης.

Η απομόνωση του Κατάρ ουσιαστικά αποτελούσε επιβεβλημένη επιλογή, αφού είναι κοινά αποδεκτό από τις αραβικές χώρες της περιοχής και τις ΗΠΑ ότι συνιστά έναν συστημικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα λόγω, μεταξύ άλλων, της στήριξης που παρέχει στους Αδελφούς Μουσουλμάνους αλλά και τη σχέση του με ακραίους ιρανικούς κύκλους. Ανάλογη πρωτοβουλία θα όφειλε να αναλάβει και η ΕΕ, αφού τα τρομοκρατικά χτυπήματα πολλαπλασιάζονται.

Η διπλωματική απομόνωση της χώρας φαινομενικά φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με το Κατάρ. Η επιλογή αυτή ήταν επιβεβλημένη ώστε να στηριχθεί επιχειρησιακά η δράση των δύο χωρών κατά του ΙΚ, ωστόσο δεν θα μπορούσε να εκπαραθυρώσει τον σκεπτικισμό της Ουάσινγκτον για το ρόλο του Κατάρ ως χρηματοδότη της τρομοκρατίας. Αυτό αφορά ιδιαίτερα το ρόλο ιδιωτών που φαίνεται να μην μπορούν να ελεγχθούν αποτελεσματικά, αδυναμία που προσπάθησε να αντιμετωπίσει η αμερικανική ηγεσία με την υπογραφή του U.S.-GCC Terrorist Financing Targeting Center.

 

Οι τελευταίες εξελίξεις καταδεικνύουν ότι το βάρος της πίεσης προς το Κατάρ περνάει από την Ουάσινγκτον στις σουνιτικές χώρες του Κόλπου με αιχμή του δόρατος τη Σαουδική Αραβία. Η στρατηγική αξία του Κατάρ στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας είναι μεγάλη, δεδομένου του ρόλου της αεροπορικής βάσης στη χώρα όπου φιλοξενούνται χιλιάδες αμερικανοί στρατιώτες. Ωστόσο η ανάγκη των Ευρωπαίων αλλά και των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν προκλήσεις σε περιφερειακό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο επιβάλλει συγκεκριμένες επιλογές προκειμένου να αποφευχθεί η κλιμάκωση της δράσης των τρομοκρατών, ενόψει μάλιστα και της πτώσης της Ράκα.

 

Επί της ουσίας οι χώρες του Κόλπου με επικεφαλής το Ριάντ αναλαμβάνουν ρόλο μοχλού πίεσης προς το Κατάρ διαφυλάσσοντας την εύθραυστη αλλά αναγκαία συνεργασία ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Ντόχα. Η άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ σε μία συντονισμένη προσπάθεια απομόνωσης του Κατάρ θα έθετε σε κίνδυνο την κοινή δράση κατά των εξτρεμιστών. Ως αποτέλεσμα, η Σαουδική Αραβία αναλαμβάνει σημαντικό περιφερειακό ρόλο με την άτυπη συγκατάθεση των ΗΠΑ.

 

[1] Αξιοσημείωτο για το Μπαχρέιν είναι το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών του είναι Σιίτες αλλά η βασιλική οικογένεια Σουνίτες.

 

Χρήσιμες αναλύσεις

Trump, Qatar, and Shifting Sands in the Gulf, The Washington Institute.

David Andrew Weinberg, Qatar and Terror Finance, A division of the Foundation for Defense of Democracies, Washington, DC, December 2014

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here