Καμπούς Μπιν Σαΐντ (1940- 0 Ιανουαρίου 2020)-Ένας αγαπητός Σουλτάνος στο Ομάν

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Υπήρξε Σουλτάνος του Ομάν από το 1970 έως τον θάνατό του. Ο λόγος για τον   Καμπούς μπιν Σαΐντ (Qaboos bin Said Al Said, 1940-10 Ιανουαρίου 2020) που έφυγε από τη ζωή πρόσφατα, ο αρχαιότερος ηγέτης στη Μέση Ανατολή και στον αραβικό κόσμο τη στιγμή του θανάτου του. Ήταν ο μοναδικός γιός του σουλτάνου Said bin Taimur (1910-1972) της Μασκάτ  και του Ομάν και  εκπαιδεύτηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην γνωστή Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία Σάντχερστ, νοτιοδυτικά του Λονδίνου, από την οποία αποφοίτησε επιτυχώς, υπηρετώντας μάλιστα για μικρό χρονικό διάστημα  στον βρεττανικό στρατό. Με την επιστροφή του στη χώρα του, το 1966, τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό  από τον πατέρα του. Το 1970, ο Qaboos ανέβηκε στο θρόνο του Ομάν, αφού ανέτρεψε τον πατέρα του με πραξικόπημα, έχοντας σαφή βρεττανική υποστήριξη. Στη συνέχεια η χώρα μετονομάστηκε σε Σουλτανάτο του Ομάν, όπως είναι γνωστή και σήμερα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι ως Σουλτάνος εφάρμοσε μια πολιτική σοβαρού εκσυγχρονισμού και έβαλε τέλος στη διεθνή απομόνωση του Ομάν. Η περίοδος διακυβέρνησής του σημαδεύτηκε από ιδιαίτερη και αισθητή αύξηση του βιοτικού επιπέδου και της ανάπτυξης στη χώρα, την κατάργηση της δουλείας, το τέλος της εξέγερσης Dhofar και την δημοσίευση του συντάγματος του Ομάν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία τον ανάγκαζαν να λείπει, σε τακτά χρονικά διαστήματα, στο εξωτερικό  για θεραπεία. Πεθαίνοντας ο 79χρονος μονάρχης άφησε στη θέση του τον κληρονόμο του Χάϊταμ  μπιν Ταρίκ Αλ Σαΐντ (Haitham bin Tariq Al Said, 1954- ), ο οποίος σημειωτέον είχε διατελέσει και Υπουργός Εθνικής Κληρονομιάς και Πολιτισμού με πλούσιο έργο στο βιογραφικό του και το σπουδαιότερο είναι απόφοιτος και αυτός βρεττανικού Πανεπιστημίου, συγκεκριμένα Κολεγίου της Οξφόρδης.

Η μορφή του βρισκόταν παντού. Εδώ σε μια γωνιά του κεντρικού λόμπι του Βασιλικού Νοσοκομείου της Μασκάτ. Η φωτογραφία ελήφθη πέντε μέρες πριν τον θάνατό του.

Ο αποδημήσας Σουλτάνος κατά τη διάρκεια της απομόνωσής του, στη Σαλάλα, την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Ομάν, πέρα από κάποιες ενημερώσεις που είχε από τους προσωπικούς επιτελείς και συμβούλους του πατέρα του,  μελέτησε επισταμένως την ιστορία της χώρας του και φυσικά το Ισλάμ, αλλά  βρισκόταν αναγκαστικά μακρυά από τις εν εξελίξει κυβερνητικές υποθέσεις. Οι προσωπικές του σχέσεις περιορίζονταν σε μια μικρή ομάδα αξιωματούχων του παλατιού, οι οποίοι ήταν γιοι των συμβούλων του πατέρα του και λίγοι φίλοι, όπως ο Tim Landon (1942-2007), ο οποίος είχε σταλεί εκεί ως αξιωματικός πληροφοριών από τη βρεττανική κυβέρνηση, στα πλαίσια μιας βρεττανικής στρατιωτικής επιχείρησης για να βοηθήσει τον σουλτάνο Said bin Taimur, πατέρα του Καμπούς, στην υποκινούμενη από τους σοβιετικούς εξέγερση Dhofar, με ορατό κίνδυνο την διακοπή προμήθειας πετρελαίου της Δύσης.

 

Σουλτάνος Καμπούς Μπιν Σαΐντ (1940- 10 Ιανουαρίου 2020)

 

Ο Σουλτάνος ​​Σαΐντ δήλωνε παντού ότι δεν θα επιτρέψει στον γιο του να εμπλακεί στην αναπτυσσόμενη διαδικασία πολιτικού σχεδιασμού του Ομάν και ο Καμπούς  άρχισε να κάνει σταδιακά γνωστή την επιθυμία του για αλλαγή στα τεκταινόμενα της χώρας του,  η οποία υποστηρίχθηκε κατάλληλα από τους ξένους υποστηρικτές του, για τους δικούς τους βέβαια λόγους. Ο Καμπούς ανήλθε στο θρόνο στις 23 Ιουλίου 1970, μετά από ένα επιτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του πατέρα του, με απώτερο σκοπό να τερματίσει την απομόνωση της χώρας και να χρησιμοποιήσει τα έσοδα από την πώληση του πετρελαίου της για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη. Οι ιστορικοί δεν αμφιβάλλουν καθόλου ότι η όλη επιχείρηση υποστηρίχθηκε με ενεργό τρόπο από τους Βρεττανούς, αφού σχεδιάστηκε στο Λονδίνο από υπαλλήλους του Υπουργείου Άμυνας και Εξωτερικών, έχοντας παράλληλα και την έγκριση του πρωθυπουργού της χώρας, Χάρολντ Ουίλσον. Το πρώτο πιεστικό πρόβλημα που αντιμετώπισε ο νέος Σουλτάνος Καμπούς, ήταν μια ένοπλη κομμουνιστική εξέγερση από τη Νότια Υεμένη, γνωστή ως Επανάσταση Dhofar (1962-1976). Το σουλτανάτο τελικά κατάφερε και ματαίωσε  την αλλότρια εισβολή με τη βοήθεια του Σάχη του Ιράν,  ιορδανικών στρατευμάτων που εστάλησαν από τον φίλο του βασιλιά Χουσεΐν της Ιορδανίας, Ειδικές Δυνάμεις της Βρεττανίας και την Βασιλική Πολεμική Αεροπορία.

Η συνέχεια, για όλους, υπήρξε εντυπωσιακή. Το 1970, το Ομάν ήταν μια ελάχιστα ανεπτυγμένη χώρα, δεν υπήρχαν σοβαρές υποδομές, στερείτο σοβαρής υγειονομικής περίθαλψης και εκπαίδευσης, με μόνο δέκα χιλιόμετρα  ασφαλτοστρωμένους δρόμους και ένα εξαθλιωμένο πληθυσμό που εξαρτιόταν αποκλειστικά  από την πρωτόγονη  γεωργία και την αλιεία. Με τα έσοδα από το πετρέλαιο, χτίστηκαν σχολεία και νοσοκομεία και δημιουργήθηκαν  εκατοντάδες χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένων  καινούργιων  δρόμων, ένα τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, ολοκληρώθηκαν τα έργα για λιμάνι και αεροδρόμιο που είχαν ξεκινήσει πριν από τη βασιλεία του, δημιουργήθηκε ένα δεύτερο λιμάνι και έγιναν οι κατάλληλες υποδομές για  ηλεκτροδότηση της χώρας.  Η σχετική έλλειψη νερού, έδωσε κίνητρα σε ιδιώτες, ενθαρρύνοντάς τους  ώστε να δημιουργήσουν μονάδες  αφαλάτωσης του νερού και άλλες παρεμφερείς δραστηριότητες σε απαραίτητα αναπτυξιακά έργα. Καθιέρωσε το ριάλ του Ομάν ως επίσημο νόμισμα της χώρας, αντικαθιστώντας τα προηγούμενα, ενώ καθώς η χώρα αναπτυσσόταν οικονομικά, άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού τράπεζες, ξενοδοχεία, ασφαλιστικές εταιρείες και μέσα μαζικής ενημέρωσης. Δημιουργήθηκαν καινούργια λιμάνια στα παράλια της χώρας, ανοίχτηκαν πανεπιστήμια και καταργήθηκε η δουλεία. Το πολιτικό σύστημα που εγκατέστησε ο Καμπούς, ήταν εκείνο  της απόλυτης μοναρχίας. Όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στον σουλτάνο, ο οποίος είναι επίσης επικεφαλής του προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων, Υπουργός Άμυνας, Υπουργός Εξωτερικών και πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας. Η εξουσία του σουλτάνου είναι απαραβίαστη. Διορίζει δικαστές, δίνει χάρη, μεταβάλλει ποινές, αλλά απαιτεί πλήρη υποταγή σε αυτόν. Κατάφερε να απαλύνει κάποιες αντιδράσεις πολιτών που εμφανίστηκαν στο γενικότερο πλαίσιο της ‘αραβικής άνοιξης’, αλλά η αντίδραση των πολιτών  θεωρήθηκε θετική, ιδίως υπό το πρίσμα της απόφασης να χορηγηθούν περισσότερες εξουσίες στο Συμβούλιο του Ομάν. Υπό τον Σουλτάνο Καμπούς, η χώρα προώθησε και ανέπτυξε στενότερους δεσμούς με το Ιράν παρά με τα  άλλα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου, ενώ αυτός  ήταν δεόντως προσεκτικός ώστε να παρουσιάζεται ουδέτερος, ισορροπώντας έξυπνα  μεταξύ της Δύσης και του Ιράν. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, το Ομάν συχνά ενήργησε ως διαμεσολαβητής μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, ενώ ακόμα προσκάλεσε και τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, να επισκεφθεί το Σουλτανάτο. Χρηματοδότησε την κατασκευή ή την συντήρηση ορισμένων τζαμιών, κυρίως του Μεγάλου Τζαμιού του Σουλτάνου Καμπούς, καθώς και αρκετών ιερών σημείων  άλλων θρησκειών. Αν και το Ομάν είναι κυρίως μουσουλμανική χώρα, ο Καμπούς χορήγησε θρησκευτική ελευθερία στη χώρα και χρηματοδότησε την κατασκευή τεσσάρων καθολικών και προτεσταντικών εκκλησιών καθώς και αρκετούς ινδουιστικούς ναούς. Σε ολόκληρη τη ζωή του, υπήρξε άπληστος και φανατικός υποστηρικτής της κλασσικής μουσικής.  Δημιουργήθηκαν πολυμελείς ορχήστρες με μεγάλη φήμη στη Μέση Ανατολή και στο εξωτερικό, ενώ δικό του δημιούργημα είναι και η  πασίγνωστη Βασιλική Όπερα της Μασκάτ, κι’ όλα αυτά χωρίς να παραμελήσει το τοπικό μουσικό ιδίωμα.

Παρά τους γάμους του, δεν άφησε απογόνους κάτι που δυσαρεστούσε τους πολίτες της χώρας, γι’ αυτό και πριν πεθάνει όλοι γνώριζαν πως είχε συντάξει μυστικά σφραγισμένα έγγραφα, και μάλιστα εις διπλούν,  που ονόμαζαν και καθόριζαν τον διάδοχο του βασιλείου του. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια υπέφερε από καρκίνο του παχέος εντέρου για τον οποίο αναζήτησε θεραπεία και  αντιμετώπιση στο Βέλγιο, αλλά επιθυμία του ήταν να γυρίσει, να πεθάνει και να θαφτεί  στην πατρίδα του. Πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 2020 σε ηλικία 79 ετών. Την επόμενη ημέρα, η κυβέρνηση κήρυξε σε ολόκληρη τη χώρα τριήμερο εθνικό πένθος.

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here