James Joyce, Τζάκομο Τζόις, Εισαγωγή-Απόδοση-Ερμηνευτικά Σχόλια Άρης Μαραγκόπουλος, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2018

 

Την 16η Ιουνίου επέλεξε ο Άρης Μαραγκόπουλος για την παρουσίαση το βιβλίου του «James Joyce. Τζάκομο Τζόις» (Εισαγωγή-Απόδοση-Ερμηνευτικά Σχόλια του ιδίου του συγγραφέα, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2018). Η ημερομηνία δεν είναι βέβαια τυχαία. Η 16η Ιουνίου έχει καθιερωθεί ως  ημέρα μνήμης του Τζέιμς Τζόις με την επωνυμία «Bloomsday», από το όνομα του ήρωα, Leopold Bloom, του οποίου μία ημέρα της ζωής του (συγκεκριμένα η 16η Ιουνίου) περιγράφεται στο μνημειώδες έργο του Ιρλανδού συγγραφέα «Ulysses». Είναι ταυτόχρονα η ημέρα του πρώτου ραντεβού του Τζόις, στο Δουβλίνο, με τη μετέπειτα σύζυγό του Νόρα Μπάνακλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Polis Art Café, και πέρα από τον συμβολισμό της ημέρας, είχε την ιδιαιτερότητα να λάβει τη μορφή ενός εισαγωγικού σεμιναρίου μύησης στον Τζόις. Ο Άρης Μαραγκόπουλος, ο εμβριθέστερος μελετητής του Τζόις στην Ελλάδα, είναι κι ένας εξαιρετικός δάσκαλος. Με καλοεπιλεγμένες διαφάνειες που συνόδευαν τον λόγο του επέτυχε, όχι μόνο να μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα της Τεργέστης των ημερών του Τζόις και να οριοθετήσει τη σημασία του «Τζάκομο» στο συνολικό έργο του συγγραφέα, αλλά και να παρασύρει το κοινό του να παρακάμψει ή να νικήσει τους ενδοιασμούς του για την προσέγγιση του έργου του μεγάλου Ιρλανδού και να επιχειρήσει το πρώτο βήμα, να μελετήσει – με τη δική του βοήθεια – τον «Τζάκομο Τζόις».

 

Έτσι επέδρασε, τουλάχιστον σε μένα, η παρουσίαση του «Τζάκομο Τζόις». Κι αν το σημείωμα αυτό έρχεται αρκετά αργά μετά την παρουσίαση, είναι γιατί με απασχόλησε απολαυστικά η μελέτη του βιβλίου. Σκέπτομαι ότι οι παρουσιάσεις των βιβλίων είναι, λίγο έως πολύ, προβλέψιμες. Συνήθως ο συγγραφέας εμπιστεύεται ως ομιλητές τους φίλους του που έχουν να πουν μόνο καλά λόγια για το βιβλίο. Ο Μαραγκόπουλος μίλησε ο ίδιος για το βιβλίο του χωρίς ωραιοποιητικές, μεσολαβητικές, αναφορές. Έθεσε τον στόχο της συγγραφικής του προσπάθειας και ανέπτυξε τον τρόπο με τον οποίο τον υπηρέτησε· κι αυτό ήταν αρκετό για να πείσει αφενός για τη σπουδαιότητα του «Giacomo Joyce», έργο ιδιαίτερο στο σύνολο της εργογραφίας του Τζέιμς Τζόις, και αφετέρου ότι η μελέτη του βιβλίου του Μαραγκόπουλου, θα μπορούσε να βοηθήσει τον αμύητο αναγνώστη, που επιτέλους θα αποφάσιζε να γνωριστεί με τον μεγάλο Ιρλανδό, από κάπου να αρχίσει.

 

Τα όρια ανάμεσα στη βιογραφία και τη μυθοπλασία προκειμένου για τον Τζόις είναι δυσδιάκριτα. Με τη συναίσθηση αυτής της σχέσης (βιογραφίας / μυθοπλασίας) προσεγγίζει και ο ίδιος ο Τζόις το έργο αγαπημένων του συγγραφέων (Χένρικ Ίψεν, Ουίλιαμ Μπλέικ, Γουίλιαμ Σέξπιρ). Την ίδια μέθοδο ακολουθεί και ο Άρης Μαραγκόπουλος στην προσέγγιση του «Τζάκομο Τζόις»: Τζέιμς Τζόις, «Τζάκομο Τζόις» και η Τεργέστη των χρόνων του Τζόις (ο Τζόις, όταν ήρθε στην Τεργέστη, τον Οκτώβριο του 1904, ήταν 22 ετών και εγκατέλειψε την πόλη οριστικά στα 38 του, με διαμορφωμένο το μεγαλύτερο μέρος του έργου του).

 

Έχει, ωστόσο, να παλέψει με τη μετάφραση ενός έργου που έτσι κι αλλιώς δεν μεταφράζεται. Η αντιπαράθεση του πρωτοτύπου και της μετάφρασης, που επιτρέπει στον αναγνώστη η έκδοση του Μαραγκόπουλου, καταδεικνύει, όχι μόνο το δύσκολο μεταφραστικό εγχείρημα, αλλά: α) τον χαρακτήρα των κειμένων του Τζόις και τη δυσκολία της προσέγγισής τους εξαιτίας της αυτοαναφορικότητάς τους, της διακειμενικής τους σχέσης με τα εν προόδω κείμενά του και τα κείμενα των ομοτέχνων του, των φιλοσοφικών, ηθικών, κοινωνικών, αισθητικών προβληματισμών που το διαπερνούν, των ιστορικών υποστρωμάτων της αγγλικής γλώσσας· του μυστηριακού του χαρακτήρα, αφού και η ίδια του η υπόθεση ξεγλυστρά, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει (σελ. 15) και β) τον στόχο που θέτει ο μεταφραστής και το κατά πόσον τον επιτυγχάνει: να μην θυσιάσει τη τζοϊσική «σκοτεινιά» εξομαλύνοντας το πρωτότυπο, αλλά να «επιτρέψει, κατά τη μέγιστη δυνατόν πιστότητα, το τζοϊσικό σκοτάδι να εμβολιάσει γόνιμα τον ελληνικό μεταφραστικό λόγο» (σελ. 15).

 

Ο Μαραγκόπουλος δεν μεταφράζει απλώς το «Τζάκομο», αλλά μας παραδίδει ένα μίτο που μας βοηθά να καταδυθούμε στο έργο του Τζόις. Συγγραφέας ο ίδιος που τίθεται ενώπιον ανάλογων ερωτημάτων και επιλογών· επαρκής αναγνώστης ταυτόχρονα που παιδεύει το κείμενο να του αποκαλύψει, όσο γίνεται, περισσότερα από τα μυστικά του· και πολύ πέρα από το «επαρκής», γνώστης των κορυφώσεων της λογοτεχνίας του δυτικού κανόνα, κι όχι μόνο, πολλές από τις οποίες διαβάζει στη γλώσσα τους· «δάσκαλος» ταυτόχρονα που προσπαθεί τη δική του κατάκτηση να την μεταφέρει στους «μαθητές» του με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και πειθώ.

 

Ο αναγνώστης νιώθει την ασφάλεια που προσφέρει ο καλός δάσκαλος στον μαθητή με τον τρόπο που ο πρώτος αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει και να του αποκαλύψει τον κόσμο που ο δεύτερος υποψιάζεται ότι υπάρχει αλλά δεν διαθέτει τα κλειδιά για να τον ανοίξει. Και η αγωνία του δασκάλου, που δεν είναι σε θέση να ακούσει το «ερωτάν» του μαθητή του, όπως συμβαίνει με τον προφορικό λόγο, είναι εμφανής στις ερμηνευτικές σημειώσεις, στα motto, στις υποσημειώσεις, στα σημεία στίξης, στον παρενθετικό λόγο, στα πλάγια στοιχεία, στην αποκρυπτογράφηση των μελετημένων κενών του χειρογράφου του Τζόις, στην αγωνία του να καλύψει με όλα τα μέσα που επιστρατεύει τις απορίες του υποθετικού του αναγνώστη-μαθητή.

 

Αρκεί κανείς να διαβάσει μόνο την ενότητα «Who in the world?», για να του ανοιχτεί μια χαραμάδα από όπου αρκετά υποψιασμένος θα αντικρύσει το τζοϊσικό σύμπαν και από την άλλη θα ιχνηλατήσει τη σκέψη του Μαραγκόπουλου που παρακολουθεί ως και τον ρυθμό της ανάσας του «Τζάκομο» καταγράφοντάς την με τη σαφήνεια που προϋποθέτει η βαθιά κατανόηση και η ταυτόχρονη αισθητική απόλαυση. Και το επίτευγμά του, τίποτα από την ανάλυσή του δεν θυμίζει άλλες «ανατομικές» μελέτες που αποτρέπουν τον αναγνώστη να κοιτάξει στο «χειρουργικό τραπέζι». Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης αποκωδικοποιεί θέματα και απαντήσεις που σχετίζονται με τη θεωρία της λογοτεχνίας. Περιορίζομαι μόνο σε δυο παραδείγματα, και από αυτή την μόλις τετρασέλιδη ενότητα, που αφορούν και τα δυο στις προσδοκίες του αναγνώστη: α. «αυτή άλλωστε είναι η ομορφιά της απορίας, του αινίγματος, της λογοτεχνίας: η ανασφάλεια του αναγνώστη», και προεκτείνει τη θέση του, πιο κάτω, υποστηρίζοντας ότι οι διαρκείς υποθέσεις είναι – κι αυτές – που εντείνουν την αναγνωστική απόλαυση· και β. «ας σκεφτεί [ο αναγνώστης] ότι στην παγκόσμια λογοτεχνία κανείς συγγραφέας που σέβεται τη δουλειά του δεν υποβάλλει προφανείς ερωτήσεις «Who?» με προφανή απάντηση «She» (σελ. 69-72).

 

Πέρα από ένα βιβλίο που φιλοδοξεί, και το επιτυγχάνει, να μυήσει τον αμύητο στο έργο του Τζόις, αποτελεί και μία πρόταση ερμηνείας. Αρκεί να εμμείνει λίγο ο αναγνώστης στην προσέγγιση της Dark Lady, της «Σκοτεινής Νύμφης» του «Τζάκομο»· πώς από ερμηνεία σε ερμηνεία, που γνωρίζει και αξιολογεί παραδομένες προσεγγίσεις, ο συγγραφέας εμπιστεύεται τελικά τον αναγνώστη του και το ίδιο το κείμενο για να προτείνει – για να προταθεί καλύτερα δια του κειμένου – η πλέον αποδεκτή ερμηνεία του σκοτεινού αυτού προσώπου που πρωταγωνιστεί στο Giacomo. O Μαραγκόπουλος είναι φιλόλογος, διαθέτει τα εργαλεία της επιστήμης του, αλλά απαλλαγμένα από έναν ξηρό, μηχανικό χειρισμό που αποστερούν τον αναγνώστη από το ενδιαφέρον της ανάγνωσης.

 

Μέσα από σηματοδοτημένες ατραπούς, που διευκολύνουν το πέρασμα, και οι απαντήσεις στο «Πού;» (Where?) και στο «Πότε;» (When?) του «Τζάκομο». Στην πρώτη διαδρομή («Πού;»), συνοδοιπορούμε με τον Καβάφη· το «πού;», ο χώρος, η πόλη, η Τεργέστη είναι ό,τι η Αλεξάνδρια για τον Καβάφη· πόλεις της «απώλειας» και του «καημού». Η Τεργέστη είναι τελικά η τζοϊσική «Πόλις», ένας ελευθεριακός, ουτοπικός τόπος· «μια κειμενική κατασκευή, έκφραση της μοντέρνας αστικής συνείδησης που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή μητρόπολη των αρχών του 20ού αιώνα» (σελ. 76).

 

Δυσκολότερο το μονοπάτι του «Πότε;» (When?) διαμορφώθηκε ο «Τζάκομο». Η προφανής απάντηση στο ερώτημα είναι τότε που ο Τζόις, ανάμεσα στα είκοσι εννιά και τα τριάντα δύο του, αισθάνεται «την ανάγκη να υπερβεί τα στενά όρια του συντροφικού βίου. Να τα υπερβεί, όμως, διατηρώντας ακέραια, σε ηθικό και αισθηματικό επίπεδο, τη συντροφική του σχέση» (σελ. 77-78). Η αναζήτηση απαντήσεων στο «πότε;», και σ’ αυτό που θα γίνει ο Λίοπολντ Μπλουμ του «Ulysses», πιστοποιεί την ενδοκειμενική συνομιλία των έργων του Τζόις (κι ας πρόκειται εδώ για μελλοντική προβολή) και ταυτόχρονα ανοίγει την όρεξη του αναγνώστη για την ακόλουθή του επιλογή. Η τζοϊσική «Επιθυμία» ιχνηλατείται πέρα από την πραγμάτωσή της, έως τη συνειδητοποίηση της λυτρωτικής δύναμης της δουλειάς του καλλιτέχνη (σελ. 87).

 

Ο Μαραγκόπουλος, τζοϊσικός και ο ίδιος, από τα ερωτήματα που θέτει το «Τζάκομο» και επιχειρεί να απαντήσει («Who in the world?», «Where?», «When?»), με το «Υστερόγραφό» του στρέφεται στον αναγνώστη και του απευθύνει τα ίδια ακριβώς ερωτήματα: «Με ποιον, πότε, πού», «Τρεις λέξεις για τον αμύητο αναγνώστη» και χωρίς καθόλου να τον χαϊδέψει αναλαμβάνει και το κόστος των απαντήσειων: «1. Με ποιον αναγνώστη ο Τζόις; Με τον Κανένα και τον Καθένα. 2. Πότε ολοκληρώνεται η ανάγνωσή του; Με τον θάνατο του αναγνώστη. 3. Πού οδηγεί η ανάγνωσή του; Μα, πού αλλού, στ’ αστέρια κι ακόμα παραπέρα!» (σελ. 207).

Σημείωση: Ένας δάσκαλος δεν κρατά ποτέ τη γνώση για τον εαυτό του. Ο Άρης Μαραγκόπουλος, σωκρατικός ως προς αυτό, προσκαλεί τον τζοϊσικό μαθητή ελεύθερα στην «αίθουσα διδασκαλίας» της ιστοσελίδας του:

http://www.arisgrandmangr.com/giacomo-joyce.html και

https://vimeo.com/275693931/3cec37a0ba

 

Γεωργία Κακούρου Χρόνη

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here