του Παναγιώτη Γ. Μιχαηλίδη*

Έχουμε ακούσει να διατυπώνεται η άποψη ότι η Ιστορία Οικονομικών Θεωριών
είναι ένα παρωχημένο γνωστικό αντικείμενο που δευτερεύουσα μόνο σημασία
έχει στο σύγχρονο οικονομικό «γίγνεσθαι». Ωστόσο, η τρέχουσα οικονομική
συγκυρία, λόγω του νέου κορωνοϊού, καταδεικνύει το αντίθετο. Έτσι, η μελέτη
των διαφόρων σχολών και ρευμάτων οικονομικής σκέψης, μπορεί να μας δώσει
ενδιαφέροντα διδάγματα αλλά και απαντήσεις σε σύγχρονα ζητήματα, και
αποτελεί το πρίσμα υπό το οποίο μπορούν να κατανοηθούν πολλές διεθνείς
πρακτικές.
Είναι ευκαιρία, λοιπόν, να δούμε μαζί μερικά σημεία από το έργο του John
Maynard Keynes (1883-1946), το σπουδαιότερο βιβλίο του οποίου έχει τίτλο
Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος και ήταν
επηρεασμένο από τη Μεγάλη Ύφεση που ακολούθησε το κραχ του 1929. Εκεί, ο
Keynes υποστηρίζει ότι η οικονομία μπορεί να παραμείνει για μεγάλο διάστημα
σε ύφεση, δηλαδή σε επίπεδο χαμηλότερο από το επίπεδο πλήρους
απασχόλησης της εργασιακής δύναμης και, κατά συνέπεια, να παράγει προϊόν
μικρότερο από αυτό που δυνητικά θα μπορούσε.

Αυτή η μειωμένη οικονομική δραστηριότητα, μεταφράζεται σε ανεργία
καθώς και σε ταυτόχρονη αδυναμία των ιδιωτών να αποταμιεύσουν. Αυτές οι
συνθήκες μας θυμίζουν την τρέχουσα οικονομική κρίση, όπου επιχειρήσεις αλλά
και ελεύθεροι επαγγελματίες υπολειτουργούν ή έχουν αναστείλει πλήρως τις
δραστηριότητές τους, με συνέπεια την εκτόξευση της ανεργίας και την
κατακόρυφη μείωση των παραγόμενων και πωλούμενων προϊόντων και
υπηρεσιών που οδηγούν σε βαθιά ύφεση.

Κατά τον Keynes, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να προβαίνουν σε δημόσιες
δαπάνες προκειμένου να βοηθούν τις οικονομίες να βγαίνουν από την ύφεση. Η
παρούσα κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», λόγω του νέου κορωνοϊού, έχει
οδηγήσει διάφορες οικονομίες σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, είτε σε επίπεδο
τοπικό, είτε σε επίπεδο κεντρικό. Ο Keynes θεωρoύσε πως το να παρεμβαίνει η
κυβέρνηση στη λειτουργία της οικονομίας μπορεί να μην είναι ιδανική λύση, αλλά
αναγνώριζε πως οι συνέπειες της μη παρέμβασης είναι περισσότερο οδυνηρές.
Παράλληλα, επειδή επενδύσεις δεν εγγυάται κανείς αν και σε τι βαθμό θα
πραγματοποιηθούν από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, το κράτος πρέπει να αναλάβει
αυτόν τον ρόλο προσωρινά, πραγματοποιώντας δημόσιες επενδύσεις αλλά και
παρέχοντας επιδόματα όπως συμβαίνει σήμερα, βοηθώντας το οικονομικό
σύστημα να ανακάμψει. Οι παραπάνω δράσεις οφείλουν να σέβονται την ιδιωτική
ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στον καπιταλισμό, καθότι ο Keynes υπήρξε
ένας φιλελεύθερος οικονομολόγος που υπερασπιζόταν τον παρεμβατισμό, ως
μια κρατική έκφραση του αόρατου χεριού του Άνταμ Σμιθ.

Επίσης, κεντρική ιδέα στο έργο του Keynes είναι ότι η ενίσχυση του
δημοσίου τομέα μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας στο σύνολο της
οικονομίας. Με βάση τη συλλογιστική του, οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα θα
αποκομίσουν εισοδήματα, τα οποία θα θελήσουν να διαθέσουν για την αγορά
καταναλωτικών αγαθών τονώνοντας, κατά συνέπεια, τη ζήτηση για αυτά, και άρα
την παραγωγή τους η οποία, προκειμένου να μπορέσει να επιτευχθεί, θα
χρειαστεί εργασιακή δύναμη και κεφάλαιο. Έτσι, σήμερα βλέπουμε πολλές
κυβερνήσεις να ενισχύουν τους κλάδους της δημόσιας υγείας και περίθαλψης με
απώτερο σκοπό αυτοί αφενός μεν να τεθούν στη μάχη ενάντια στον νέο
κορωνοϊό, αφετέρου δε να ενδυναμώσουν την πληγωμένη οικονομία.

Τα προτάγματα του Keynes για να αναχαιτιστεί η ύφεση, έρχονταν σε
αρμονία με την πολιτική του «New Deal» που ήταν μία δέσμη μέτρων από την
πλευρά της κυβέρνησης που στόχευαν στην επίλυση των κοινωνικοοικονομικών
προβλημάτων. Τα μέτρα αυτά δεν εφαρμόστηκαν σε πλήρη έκταση και, παρότι
απέφεραν θετικά αποτελέσματα, αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία από τον
επιχειρηματικό κόσμο. Ας ελπίσουμε ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί και τώρα, αφού τα μέτρα του σημερινού κρατικού παρεμβατισμού έρχονται, σε γενικές γραμμές,
σε αντίθεση με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε πολλές χώρες, και παραμένει
ζητούμενο έαν και κατά πόσο (γρήγορα) το σύγχρονο οικονομικό σύστημα θα
μπορέσει να προσαρμοστεί στις συνθήκες «έκτακτης ανάγκης».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δρακόπουλος, Σ. και Καραγιάννης, A. (2003), Ιστορία Οικονομικής Σκέψης: Μια
επισκόπηση, Κριτική.
Heilbroner, R. L. (2000), Οι Φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου, Κριτική.
Keynes J. M. (2001), Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του
Χρήματος, Παπαζήση.
Μιχαηλίδης, Π. και Παπαδάκης, Ε.-Θ. (2019), Σημειώσεις Παραδόσεων Ιστορίας
Οικονομικών Θεωριών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα.
Τσουλφίδης, Λ. (2004), Ιστορία οικονομικής θεωρίας και πολιτικής, Εκδόσεις
Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Screpanti, E. και Zamagni, S. (2004), Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης, Β’ τόμος,
Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδάνος.

 

  • Ο Παναγιώτης Γ. Μιχαηλίδης είναι Αν. Καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και Διευθυντής του Εργαστηρίου Θεωρητικής κι Εφαρμοσμένης Οικονομικής και Δικαίου. Διδάσκει, μεταξύ άλλων, Πολιτική Οικονομία, Οικονομική Ανάλυση και Οικονομετρία, ενώ έχει πραγματοποιήσει σπουδές ή/και έρευνα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο London School of Economics, και αλλού. Πάνω από διακόσιες (200) εργασίες του έχουν δημοσιευθεί, κατόπιν κρίσης, σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια, ενώ είναι κριτής σε πάνω από είκοσι (20) επιστημονικά περιοδικά καθώς και συγγραφέας μελετών και βιβλίων. Σύμφωνα με τη διεθνή βάση δεδομένων IDEAS, κατατάσσεται στο κορυφαίο 10% των καλύτερων οικονομολόγων την τελευταία δεκαετία, παγκοσμίως.
  • Ιστοσελίδα: http://users.ntua.gr/pmichael/
    Email: pmichael@central.ntua.gr
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here