Ηρακλείτειο Όλον και Σιμόνη Βέιλ

Του Νικόλαου Τουλαντά

 

 

Mε αποφθέγματα του Ηρακλείτου και από το έργο «Η Βαρύτητα και η Χάρη» της Simone Weil.

 

 

Ο Ηράκλειτος μιλά ξεκάθαρα για όλα, που στην πραγματικότητα είναι Ένα. Ένα μεταξύ τους, με τις αιτίες τους, με τις επιθυμίες τους και με τον Λόγο, υπεύθυνος για τον τρόπου της του παντός διοικήσεως – τα «[…]πάντα διὰ πάντων», «[…]ἐκ πάντων ἓν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα».

Λέει, ότι πέρα (πίσω και μέσα) από την ατομικότητα – και την προσωπική της «προβολή» εν κόσμω – κάθε πράγματος, υπάρχει ο Ένας Λόγος που μιλάει δια αυτής. «Ούτε εγώ σας μιλάω όταν μιλάω», μοιάζει να λέει. «Τον Λόγο ακούστε» – όχι εμένα – και θα αντιληφθείτε ότι όλα είναι και θέλουν να είναι ένα.

Έχουμε πολλά εργαλεία, τέχνες, επιστήμες, χωρίς να βλέπουμε, αποτελεσματικώς, το Ένα και χωρίς, συχνά, να αντιλαμβανόμαστε το πόσο πολύ θέλουμε να το δούμε. Γιατί αυτό τα έχει όλα για εμάς, όσο εμείς, έχουμε πάθει «πόρωση», αποκλεισμένοι σε ένα μικρό του κομμάτι, κι ακόμα χειρότερα ίσως, έχουμε πάθει «έπαρση» για ένα μικρό του κομμάτι, ένα κομμάτι που μας δόθηκε και δεν το κατέκτησε η αρετή μας και, ακόμα και ως ανθρώπινο δημιούργημα φαινομενικά, αλλού έχει τις ρίζες του ως ύπαρξη.

Τα μαθαίνουμε όλα, κατά τον Ηράκλειτο, κάτι που καθιστά τον έναν και άριστο ισάξιο εκατομμυρίων – κλεΐζων το θνητό μας είδος – ενώ τα εκατομμύρια ισάξια του ανυπάρκτου. Ή θα αριστεύσει υπαρκτικά ο άνθρωπος – δε φαίνεται αυτό, δε θα πάρει πτυχίο και παράσημα (ακόμα κι αν πάρει δεν έχει κάποια αξία ως μόνο εξωτερική επιτυχία) – ή θα σκάσει στο φαΐ σαν «κτήνεο». Θα τον σκάσει η εκπλήρωση ή η μη-εκπλήρωση κάποιας ευτελούς επιθυμίας. Γιατί είναι ευτελής, όχι ως απομονωμένη-συγκεκριμένη δραστηριότητα – που μπορεί να είναι από αδιάφορη έως και άκρως ενοχλητική στους άλλους (δε μας νοιάζει ο βαθμός επιρροής εδώ) – αλλά λόγω του δεδομένου κενού που πάει ματαίως να γεμίσει. Το κενό είναι πολύ μεγαλύτερο από τις δυνατότητες της πράξης της.

  1. Weil: «όλα τα αμαρτήματα είναι προσπάθειες κάλυψης του κενού». Και – επαναδιατυπώνοντας το πιο πάνω – η θεώρηση ότι τα κενά – που μιλούν για το Ένα και πυρηνικό ως «λόγος των λόγων» – θα γεμίσουν κατ’ εκπλήρωση των λογισμών μας, θα γεμίσουν εξαργυρώνοντας τους τελευταίους σε πράξεις και υπαρκτικές καταστάσεις, είναι άστοχη. Γι’ αυτό η «κόλαση» είναι κάτι που υποδηλώνει ένα μέρος κολόβωσης και κολοβωμένων.

Ναι, τα όργια, κατά Ηράκλειτο (και όχι μόνο), δικαιολογούνται λόγω του ανθρωπίνου φόβου και της ανάγκης του να ξεχαστεί σε σχέση με τον αφανισμό του, αλλά ο Λόγος, πάλι, μας αποκαλύπτει ότι τα όντα αυτά, είναι προικισμένα να θέλουν να ξεπεράσουν τον θάνατο, όχι απλώς να ξεχαστούν προχείρως ως προς αυτόν.

Κολοβωμένοι. Δεν πάμε – ή ζούμε και παράγουμε την αίσθησή της – στην κόλαση επειδή κάνουμε κάτι κακό ηθικά, κάτι κακό-καταχρηστικό-κακοχρηστικό. Κι η απάθεια του Ηρακλείτου – η πατερικότητά της – δε θα μας έστελνε εκεί, επίσης· ξέρει, από ένα σημείο και μετά, πως δύνανται τα οντα να βρουν «αυτογνωσία» («[…]γινώσκειν ἑωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν») μες στο όλον. Αυτοκολοβωνόμαστε επειδή στηριζόμαστε στον εαυτό μας – αυτό είναι όλο.

  1. Weil: «Είμαστε βαρέλια χωρίς πυθμένα, μέχρι να καταλάβουμε ότι έχουμε πυθμένα». Και με τί μοιάζει αυτό; «Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη» αφενός στέκουν και διεξάγονται στον άπατο πυθμένα μου αυτόν, αλλά «καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;», από την άλλη (Αγία Κασσιανή, Τροπάριο). Είμαι αυτό (πλήθος αστοχιών) αλλά υπάρχει Σωτήρ και θα τον αναζητήσω να με ισορροπήσει, να με φυσικοποιήσει. Κι αυτό γιατί ξέρω σίγουρα και αποδέχομαι, με την Weil, πως ο εαυτός «δεν θα μπορέσει ποτέ να κατασκευάσει κάτι καλύτερο από αυτόν». Πως ολόκληρη η φύση στέκει ευλαβώς μπρος και μέσα στο μυστήριο της ύπαρξης και υπακούει στο μέτρο. Το κάθε τί, έως και τον Ήλιο («ουκ υπερβήσεται μέτρα»). Μες στο μυστήριο του Θεού αυτού, που σαν ταπεινός κι ο ίδιος – πηγή της ταπείνωσης και δια αυτής μεγαλειότητας πάντων των υπαρκτών – «ουκ εθέλει και εθέλει» να αποκαλείται Θεός. Και στέκει, έτσι, να θεωρήσουμε ότι ενσαρκώθηκε ως Χριστός σε κάποια φάση, γιατί είχε την ανάλογη συμπεριφορά, εφόσον και θεϊκώς παρενέβη και θεϊκώς υπέμεινε και αποχώρησε ώστε να τα «χωρέσει» όλα. Ήταν μεν «το φως του κόσμου», αλλά ως υπακοή – «[…]ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα» (Ιω. 12,49).

Στο άπατο βαρέλι της αυθαιρεσίας των μεμονωμένα σκεπτόμενων και ζώντων ατομικοτήτων, πάτο βάζει η αναζήτηση του θείου, που συναντάται μέσα στην λογική πολυμορφία, αλληλοεξάρτηση κι αλληλοενδυνάμωση μιας αγωνίας-ταπείνωσης-ευχαριστείας. Αυτή η πολλαπλή – «μετανοούσα» προς το φως της ενότητας – δραστηριότητα, βάζει το μαχαίρι – και το σπρώχνει όταν είναι η ώρα – στο λαιμό κάθε αναγωγής του εαυτού μας, του εαυτού – «ενός όντος που βλέπει τα πάντα» – σε ένα «μικρό χώρο» (Weil), που δε τον χωράει δυστυχώς.

Ο Ηράκλειτος, η Weil, o κοινός ταπεινός θεόπιστος, διαλέγουν να «απουσιάσουν» από αυτόν τον μικρό χώρο, αυτό το στενό «μέρος» για τις διαστάσεις της ανθρώπινης απαιτητικότητας. Κατά την Weil, οι άνθρωποι, «κατά το μέρος που γίνονται τίποτα, ο Θεός αγαπιέται μέσα από αυτούς» και αν φθάσουν «[…]μέχρι το βαθμό του φυτού […]γίνεται άρτος». Τότε τα λόγια τους δεν είναι άσαρκα αλλά στηρίζουν τον κόσμο όπως το σώμα το ψωμί. Πρώτα, όμως, διαλέγουν να παν παντού, να μάθουν όλα, γινόμενοι Έν με το Έν που όλα είναι. Όλα δοκιμάζονται μες στο πυρ του Όλου κι ό,τι μείνει είναι φυσικό-ευλογημένο-αιώνιο-τέλειο.

Και τί; Πώς να σταθούμε; Να σταματήσουμε να είμαστε επιστήμονες, καλλιτέχνες, τεχνίτες, ήρωες, όμορφοι, δυνατοί, ιδιοκτήτες; Όχι, απλά να αποδεχτούμε πως πρωτίστως – κι ως το τέλος και εις τους αιώνας των αιώνων – είμαστε παιδιά. «Είναι δικιά τους η βασιλεία» – μια φράση που φανερώνει την αλήθεια του Ηρακλείτου, εφόσον ο Θεός Λόγος, μες στον οποίο δοκίμαζε ο φιλόσοφος τις διατυπώσεις του, μίλαγε όντως μέσω αυτού. Είχε βρει χώρο να παρουσιαστεί Αυτός. Δέχθηκε – όπως προτείνει και σε εμάς – όντως «την βασιλεία ως παιδί» (Μαρκ. 10,15) γι’ αυτό μιλά σαν ήδη να είχε εισέλθει εις αυτήν, να είχε εισέλθει κι αυτή εις αυτόν.

 

* Ο Νίκος Τουλαντάς είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και δημιουργεί ερασιτεχνικά από την ηλικία των 16 ετών. Ασχολήθηκε με την ποίηση, τη στιχουργική κι έπειτα κυρίως με την δοκιμιογραφία. Υπάρχει και ως αρθρογράφος, από τον Ιούνιο του 2020, καθώς μία ημέρα ξύπνησε πεπεισμένος ότι μπορεί να συνθέσει πληροφορία, εκφράζοντας με αρθογραφικό τρόπο τις σημειώσεις και μελέτες του, τις οποίες πραγματεύεται αρκετά πιο αποσυμπιεσμένα κι εκτεταμένα στα κείμενά του (τα δοκιμιακά). 
Διατηρεί προσωπικό portfolio με όλα του τα αρθρογραφικά κείμενα: https://nikolaostoul.wixsite.com/grafopaignia
Έχει δύο επίσημες αναγνωρίσεις στο χώρο της λογοτεχνίας: 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/9ος Παγκόσμιος Διαγωνισμός Λογοτεχνίας (Ε.Π.Ο.Κ, 2018) 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/κατηγορία Νέων 18 έως 30 ετών/ 2ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Πεζογραφίας (περιοδικό «Κέφαλος», 2020). 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here