Ηλίας Μόσιαλος: Παιδιά και Παιδεία – η νόσος του COVID-19 και η πραγματική ατζέντα

Οι κυβερνήσεις διαφόρων χωρών ανακοινώνουν τη στρατηγική μερικής και σταδιακής επανέναρξης της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητές τους. Υπάρχουν πολλές δύσκολες επιλογές, και το άνοιγμα των σχολείων είναι μία από αυτές. Ωστόσο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής όλων των χωρών καλούνται να συνυπολογίσουν τις αβεβαιότητες και τους άμεσους κινδύνους που θα μπορούσαν να συνδέονται με το άνοιγμα. Επιπρόσθετα, οι αποφάσεις οφείλουν να βασίζονται στα κλινικά και επιδημιολογικά δεδομένα που προκύπτουν από έγκυρες πηγές και εμπεριστατωμένες μελέτες. Αυτό όμως δεν είναι πάντα εύκολο όταν έχουμε μια καινούργια νόσο που δεν έχει μελετηθεί στο παρελθόν και έχει επιθετική εξέλιξη.

Να επισημάνω εδώ πως αυτό το διάστημα, πέραν της ειδησεογραφίας, ενημερωνόμαστε και από δύο ειδών επιστημονικές μελέτες: εγκεκριμένες δημοσιεύσεις και preprints (>80% των επιστημονικών αναφορών). Τα preprints είναι μελέτες που κοινοποιούνται, πριν από την αξιολόγηση της ποιότητας και την έγκριση για δημοσίευση σε επιστημονικό περιοδικό. Ομως η ταχύτητα με την οποία συγκεντρώθηκαν τα αποτελέσματα, ώστε να κατανοηθεί ο νέος κορωνοϊός προς όφελος και ενημέρωση της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας, έφερε στη δημοσιότητα και μελέτες αμφίβολής ποιότητας.

Εχοντας λοιπόν στον νου μας πως υπάρχουν αρκετές μελέτες για να βασιστεί κανείς και να υποστηρίξει οποιαδήποτε άποψη, καλούμαστε να ανοίξουμε τα σχολεία με βάση τα παρακάτω.

1. Ποια επίπτωση στη μετάδοση της νόσου είχε το κλείσιμο των σχολείων;

2. Τι συμπτώματα εμφανίζουν τα παιδιά και σε τι ποσοστό μολύνονται;

3. Είναι τα παιδιά εξίσου μολυσματικά με τους ενηλίκους;

4. Είναι οι προσεγγίσεις διαφόρων χωρών παρόμοιες;

Αρκετές μελέτες ασχολήθηκαν με την ποσοτικοποίηση της συμβολής του κλεισίματός των σχολείων. Τα αποτελέσματα περιπλέκονται όμως γιατί το κλείσιμο είχε εφαρμοστεί ταυτόχρονα ή χρονικά πολύ κοντά με άλλα περιοριστικά μέτρα. Με τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία κλειστά η μετάδοση από παιδί σε παιδί για τόσο μεγάλο διάστημα είναι αναμενόμενα περιορισμένη. Επομένως, παρά τη δυνατότητα μοντελοποίησης των συνθηκών, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε με σωστή επιδημιολογική προσέγγιση τον πραγματικό κίνδυνο μετάδοσης από τα παιδιά. Ολοι έχουμε ακούσει για το παιδί που πέρασε από 3 σχολεία και δεν μόλυνε κανέναν, αλλά επίσης στη Γαλλία σε άλλη μελέτη που συνέλεξαν δείγματα μεταξύ μαθητών, εκπαιδευτικών και των οικογενειών ενός γυμνασίου, μεταξύ των παιδιών σε ηλικίες 14-17, 40% αυτών που εξετάστηκαν είχαν αντισώματα στον ιό.

Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο «Science» αναφέρει πως οι καθημερινές επαφές μειώθηκαν 7-8 φορές κατά την εφαρμογή μέτρων φυσικής απόστασης, με τις αλληλεπιδράσεις να εστιάζονται στα νοικοκυριά, και παρότι από μόνο του το κλείσιμο σχολείων δεν σταματά πλήρως τη μετάδοση, μπορεί να μειώσει τη συχνότητα εμφάνισης κρουσμάτων και να καθυστερήσει την επιδημία.

Γνωρίζουμε επομένως πως η συμβολή των παιδιών κατά τη μετάδοση του ιού παραμένει αβέβαιη. Μπορεί επίσης να είναι ασυμπτωματικά και η πορεία της νόσου στα παιδιά τείνει να είναι ηπιότερη, βραχύτερη και τα κρίσιμα περιστατικά και οι θάνατοι είναι ελάχιστοι. Τα παιδιά είναι εξίσου πιθανό με τους ενηλίκους να μολυνθούν από τον ιό, και μια μελέτη με σχεδόν 60.000 κλινικά δείγματα από τη Γερμανία, με μικρό όμως αριθμό παιδιών, ανέδειξε πως το ιικό φορτίο κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα σε όλα τα ηλικιακά γκρουπ. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν υπάρχει καμία μελέτη σε σοβαρό περιοδικό που να αποδεικνύει κατηγορηματικά πως τα παιδιά δεν μεταδίδουν τη νόσο, εντός ή εκτός του σχολικού περιβάλλοντος.

Το παράδειγμα της Δανίας

Ταυτόχρονα με τη ροή των επιστημονικών δεδομένων παρατηρούμε βέβαια και με τι στρατηγική προχωρούν άλλες χώρες. Αναφέρω σαν παράδειγμα τη Δανία όπου άνοιξαν τα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά σχολεία, και οι οδηγίες εστίασαν περισσότερο στον αριθμό των μικρών μαθητών ανά τάξη, στη χρήση εξωτερικών χώρων, στην προσωπική υγιεινή και στη φυσική απόσταση, και δεν επιβλήθηκε η χρήση μάσκας. Στην Αγγλία οι ειδικοί λένε ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να ανοίξουν ξανά όλα τα σχολεία, στη Γαλλία εξετάζουν τις συνθήκες για το πώς θα ανοίξουν ξανά τα σχολεία στις 11 Μαΐου, με τα παιδιά ηλικίας 11-18 ετών και το προσωπικό να πρέπει να φορούν μάσκες.

Στην Ελλάδα, το πλάνο είναι λίγο διαφορετικό, με επανεκκίνηση στις μεγαλύτερες ηλικίες και με προαιρετική παρουσία όπως συμβαίνει και στη Νορβηγία, στην περίπτωση συγκατοίκησης με μέλη οικογένειας που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες ή με ηλικιωμένους. Στην περίπτωση αυτή η επικέντρωση είναι στην πιθανή μετάδοση της νόσου στην οικογένεια.

Είναι σαφές ότι οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις γιατί επέχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για το διαφορετικό ρίσκο, αλλά γιατί και η πορεία και η ένταση της πανδημίας διαφέρει ανά χώρα. Μέχρι στιγμής το άνοιγμα των σχολείων στην Ελλάδα αφορά τη μειονότητα των μαθητών και θα γίνει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Οι αποφάσεις για τα μικρότερα παιδιά θα ληφθούν με βάση την πορεία της πανδημίας, ενώ σε αυτή τη φάση είναι επιτακτική η χρήση αυξανόμενου αριθμού τεστ.

Η εκπαίδευση είναι ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες πρόβλεψης για την υγεία και τον πλούτο των μελλοντικών εργαζομένων μιας χώρας. Ορθά εστιάζουμε στην ασφάλεια των μαθητών και των εκπαιδευτικών αλλά εκτός από την ποσότητα της διδακτικής «ύλης» θα έπρεπε να εστιάζουμε στα πραγματικά θέματα που ανέδειξε η πανδημία στη χώρα μας αναφορικά με την εκπαίδευση. Να συζητήσουμε για το θέμα των υποδομών, την τηλεκπαίδευση, τις υψηλές δαπάνες για τα φροντιστήρια και τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος.

Διερεύνηση της γνώσης

Ενα παιδαγωγικό σύστημα πρέπει να έχει ως άξονα τη διερεύνηση της γνώσης και τη δημιουργία κριτικής προσέγγισης και σκέψης, ενώ η έλλειψη της δυνατότητας κριτικής προσέγγισης φαίνεται σε κάθε κρίση για ένα μέρος της κοινωνίας. Το πώς ανταποκρινόμαστε ως πολίτες στον βομβαρδισμό της πληροφορίας σε αυτή την πανδημία, τι δείχνει;

Δείχνει πως χρειαζόμαστε ένα ασφαλές αλλά διαφορετικό σχολείο. Ενα σχολείο που θα παράγει ενεργούς πολίτες με φιλοδοξίες. Ενα σχολείο που δεν θα προετοιμάζει μαθητές κυρίως για την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια. Χρειαζόμαστε ένα δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης που θα ανταγωνίζεται σε υποδομές και τεχνολογία τα ιδιωτικά σχολεία. Ενα σχολείο που θα δίνει τη δυνατότητα στην κόρη ενός αγρότη ή μιας εργάτριας να έχει το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης με την κόρη ενός εύπορου πολίτη. Δεν θα έχουν τις ίδιες ευκαιρίες, γιατί οι πρώτοι δύο γονείς δεν θα αποκτήσουν ποτέ τις διασυνδέσεις του τρίτου. Αλλά τα παιδιά τους θα προσπαθήσουν με αυτοπεποίθηση να το παλέψουν και να υπερβούν όσο γίνεται τα όρια που καθορίζουν οι κοινωνικές ανισότητες.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της εκπαίδευσης: αναπαράγει κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές ανισότητες ή προάγει την ισοτιμία; Η παράγραφος 2 στο άρθρο 4 του Συντάγματος αναφέρει πως «οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις».

Να ανοίξουμε τη συζήτηση για την Παιδεία στην Ελλάδα, και να εκσυγχρονίσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα.

Ο Ηλίας Μόσιαλος είναι καθηγητής Πολιτικής της Υγείας, πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικής της Υγείας και διευθυντής του Κέντρου Οικονομικών της Υγείας στη London School of Economics

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here