Ηλίας Λιαμής: «Πραότητα, συγκατάβαση, απλότητα, ιεροπρέπεια, αδελφική αύρα, η γνήσια ορθόδοξη οδοιπορία».

 

 

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

“ Τον πλησίασε μια κοπέλα και του έλεγε «πώς να μ εμπιστευτώ μια εκκλησία που ένας παπάς έτσι και ό άλλος αλλιώς». Τη ρώτησε ο μακαριστός από πού είναι και του είπε πως ήταν από τη Εύβοια. «Τον Γέροντα Ιάκωβο τον ξέρεις», την ρώτησε. Εκείνη  δε τον ήξερε. «Καλά», της λέει, «όλους τους κακούς τους βρήκες, τον άγιο που έζησε δίπλα στην πόρτα σου πώς και δεν τον ανακάλυψες;» Κρατώ λοιπόν αυτή την στάση και λέω, πρώτα στον εαυτό μου κι έπειτα στους άλλους: Ότι θέλει ο νους, το μάτι θα το βρει. Εκείνος ήταν ένας άνθρωπος που ήξερε πολλά, αλλά στεκόταν στα καλά. Να ένας ακόμη λόγος να του μοιάσουμε”. «Πραότητα, συγκατάβαση, απλότητα, ιεροπρέπεια, αδελφική αύρα, η γνήσια ορθόδοξη οδοιπορία, συμπαθάτε με αλλά έχω την αίσθηση πως ήταν εξαίρεση στον σημερινό κανόνα της μάλλον κοσμικής Ιεραρχίας».

Ο Ηλίας Λιαμής, επιμελητής του βιβλίου «Άκουσε καλό μου παιδί», εκδόσεις Αρχονταρίκι,  καταγράφει ερωτήματα νέων και εφήβων, όπως διατυπώθηκαν στον μακαριστό Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης Παύλο. Οι απομαγνητοφωνημένες απαντήσεις διασώζουν την εμπειρία και το χάρισμά του να επικοινωνεί με τους νέους, αλλά και τη φλογερή αγάπη, όπως εκδηλωνόταν κάθε φορά που απευθυνόταν σ’ εκείνους!

Ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου ολοκλήρωσε τις θεολογικές και μουσικές του σπουδές. Το 1988, με την καθοδήγηση του θεοφιλεστάστου Επισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης την διδακτορική του διατριβή, σχετικά με την ανθρωπολογία του αγίου Θεόληπτου Φιλαδέλφειας, την οποίαν ενέκρινε η Γενική Συνέλευση του τμήματος Κοινωνικής θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2004. Κατά την περίοδο αυτή έγινε δεκτός ως υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Μουσικολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ίδιου Πανεπιστημίου. Από το 1989 εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαιδεύσεως και ανώτερων θεωρητικών της μουσικής, ενώ από το 2000 ανέλαβε την προεδρία της Συνοδικής Επιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία διοργάνωσε μεγάλο αριθμό εκδηλώσεων και συνεδρίων σε όλη την Ελλάδα.

-Τι περιλαμβάνει το βιβλίο «Άκουσε καλό μου παιδί»; 

Περιλαμβάνει κάτι πραγματικά πρωτότυπο, που , ειλικρινά, θα μ΄ ενδιέφερε ως αναγνώστη: Συνεντεύξεις του μακαριστού επισκόπου Σισανίου και Σιατίστης κυρού Παύλου προς εφήβους και νέους. Στο πρώτο μέρος ανέλαβα να συλλέξω και να ομαδοποιήσω ερωτήσεις εφήβων του σχολείου μου για διάφορα θέματα, που τα παιδιά επέλεξαν, αλλά και μικρές ιστορίες της καθημερινότητάς τους που ήθελαν να σχολιαστούν από έναν δάσκαλο ή έναν ιερέα. Στο δεύτερο μέρος βρίσκεται η καταγραφή μιας συνέντευξης, την οποία πήραν δια ζώσης τρεις έφηβοι από τον μακαριστό και εγώ απλώς συντόνισα. Όπως λέω και στον πρόλογο, στην συνέντευξη αυτή ουδείς γνώριζε τις ερωτήσεις πέραν των τριών νεαρών «δημοσιογράφων», γεγονός που έκανε την βραδιά εκείνη στο πνευματικό κέντρο της ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑΣ τον Πειραιά, όχι απλώς ενδιαφέρουσα αλλά συναρπαστική. Για την έκδοση αυτή, θέλησα να δώσω μικρούς τίτλους, με σκοπό να αποτελέσει ένα εύχρηστο εγχειρίδιο Χριστιανικής παιδαγωγικής εφήβων, εύχρηστο για κάθε συνάδελφο καθηγητή, κατηχητή, γονέα και όποιον άλλον βρίσκεται σε διάλογο με αυτή την τόσο κρίσιμη ηλικία.

-Πόσο γλυκός, καρδιακός και λυτρωτικός είναι ο τίτλος του….

Σας βεβαιώ πως αντικατοπτρίζει πλήρως τα συναισθήματα  που δημιουργούσε η παρουσία του σε οποιονδήποτε ερχόταν σε επαφή μαζί του. Δεν σας κρύβω πως βασανίστηκα πολύ μέχρι να βρω μια φωτογραφία του για εξώφυλλο, που να αντικατοπτρίζει αυτό που σας περιγράφω. Κοιτάξετε σας παρακαλώ αυτό το βλέμμα της φωτογραφίας και πέστε μου αν δεν αποτυπώνει αυτό ακριβώς που αναφέρετε στην ερώτησή σας.

-Είναι ένα πόνημα συνάντησης των νέων με την ορθόδοξη πνευματικότητα;

Κατ΄ ουσίαν ναι. Μόνο που αυτή η συνάντηση γίνεται με τους όρους της γνήσιας παιδαγωγικής μεθόδου της παράδοσής μας: μέσω προσωπική συνάντησης. Δεν πρόκειται για βιβλίο δογματικής, έστω και απλουστευμένης. Δεν αποτελεί δεξαμενή επιχειρημάτων, κάτι σαν εγχειρίδιο απολογητικής. Ακόμη και μέσω του γραπτού κειμένου, διακρίνεται ανάγλυφα το ήθος ενός ποιμένα που μεταφέρει εμπειρία, αληθινό ενδιαφέρον, ειλικρινή αγάπη, αλλά και πολύ μεγάλη εμπειρία επαφής με τους νέου ανθρώπους. Σας διαβεβαιώνω, από την εμπειρία μου, πως μόνον αυτό είναι ο δρόμος αποτελεσματικής προσέγγισης αυτών των ηλικιών, ίσως και όλων των ηλικιών. Πρόκειται λοιπόν για ένα πόνημα συνάντησης με την σαρκωμένη ορθόδοξη πνευματικότητα, δηλαδή με έναν όντως πνευματικό άνθρωπο.

-Περιγράψτε μας την προσωπικότητα του μακαριστού πατρός Παύλου;

Επειδή τον έχω ακόμη για ζωντανό δίπλα μου, δεν τολμώ να αρχίσω λιβανωτούς, που πάντα τους διέκοπτε διακριτικά. Θα σας πως μόνον όσα έλεγα και προς εκείνον: Πως πρόκειται για άνθρωπο που το αξίωμα του δεν τον άλλαξε στο ελάχιστο, πως ήξερε να γίνεται οικείος, κοντινός στον οποιονδήποτε ταχύτατα. Βλέπετε πως ακόμη, «πατέρα Παύλο» τον αποκαλώ. Το επιζητούσε και με αυτή την προσφώνηση ένιωθε άνετα. Ακόμη, πως εξέπεμπε γνώση και εμπειρία χωνεμένη και για τούτο άμεση, εύληπτη, γοητευτική, λυτρωτική. Του τα έλεγα αυτά και πολλές φορές τον ρώταγα πώς γίνεται να αισθάνεται ο ακροατής πως όλα αυτά ήταν γνωστά στην ψυχή του και ο ίδιος τα έβγαζε στην επιφάνεια. Ξέρετε, το δεχόταν. Πίστευε πως δεν λέει κάτι δικό του, κάτι πρωτότυπο.  Λειτουργούσε με απέραντη εκτίμηση για τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του και αυτό τον έκανε ιδιαιτέρως αγαπητό, ιδίως στα παιδιά που δυστυχώς στερούνται αυτοεκτίμησης, προσοχής και ειλικρινούς απασχόλησης εκ μέρους γονιών και δασκάλων.

Με ποιά πνευματικά εφόδια προσέγγιζε τους νέους;

Θα μπορούσα να σας πως  πολλά. Θα αναφερθώ όμως μόνον σε ένα, το οποίον γίνεται ολοφάνερο, αν ακούσει κανείς τις συνεντεύξεις του –μια από αυτές του πήρα κι εγώ στην ΠΕΙΡΑΙΚΉ ΕΚΚΛΗΣΙΑ- γα τον όσιο Ιάκωβο. Λοιπόν, όλα δείχνουν πως η επαφή με την αγιότητα αποτελεί τον μεγαλύτερο οδηγό της ψυχής και την μεγαλύτερη ευεργεσία στη ζωή αυτή. Και ο π. Παύλος την πήρε απλόχερα. Τολμώ να πω πως όλη η διαδρομή του αποτελεί προσπάθεια να δικαιώσει αυτή την ευλογία, αυτή τη σχέση με τον Γέροντα Ιάκωβο. Προσωπικά, με έβαλε κι εμένα σ΄ αυτό τον ρυθμό. Γι  αυτό και στο τέλος του σημειώματος μου, τον χαρακτήρισα «ένας επίσκοπος ν΄ αλλάξεις ζωή».

-Τι θα έλεγε στους νέους σήμερα για να πλησιάσουν την Εκκλησία;

Θα χρησιμοποιήσω ως πηγή τον λόγο του, όπως τον κατέγραψα: Πρώτα θα τους έλεγε να μην απαρνηθούν τα πολλά και τα μεγάλα που λαχταρά η ψυχή τους. Δεύτερον, να μην αρκεστούν σε φτηνές απαντήσεις και κούφια συνθήματα που τους προσφέρει ο κόσμος. Τρίτον, να χαρούν την ελευθερία τους και να μην φοβούνται τον Θεό. Να Τον έχουν σαν ένα φίλο που πάντα περιμένει και πάντα είναι έτοιμος να συντρέξει. Τέταρτον, να μην εγκαταλείψουν μέχρι τέλους της ζωής τους την αναζήτηση. Πέμπτον, να γίνουν επιεικείς με τους μεγαλύτερους, που συχνά, θέλοντας ή μη θέλοντας, πληγώνουν την ψυχή των νέων παιδιών και να αναζητήσουν τον επουράνιο Πατέρα της απόλυτης αγιότητας και της απόλυτης αγάπης. Αυτά, μεταξύ πολλών – πολλών άλλων, που νομίζω όμως πως καταλήγουν σε μία εκβολή: Την αγάπη, την αληθινή, αγνή, πηγαία αγάπη.

Ποιά χαρακτηριστικά είχε και του προσέδωσαν το προσωνύμιο «Επίσκοπος Αγάπης»;

Πήρα το θάρρος να τον χαρακτηρίσω έτσι στον τίτλο του βιβλίου και ειλικρινά δεν ξέρω αν αποτελεί γενικό χαρακτηρισμό, αν και νομίζω πως θα αποτελούσε φυσιολογική εξέλιξη. Ξέρετε, έχω έναν δισταγμό να αναλύσω την αγάπη του με τον φόβο μήπως λιγάκι την …χαλάσω. Αλλά και τι θα μπορούσα να πω! Ίσως μόνον αυτό που προκαλούσε στην ψυχή μου, κάθε φορά που συναντιόμασταν. Η σχέση μας, από το 2000 και μέχρι την χειροτονία του ήταν πολύ συχνή’, στα πλαίσια των καθηκόντων του ως γραμματέως της συνοδικής επιτροπής νεότητος και της Υποεπιτροπής καλλιτεχνικών εκδηλώσεων που έχω αναλάβει. Θέλω λοιπόν να πιστέψετε, πως κατόπιν, αν και οι συναντήσεις μας αραίωσαν πολύ, κάθε φορά που τον έβλεπα, αισθανόμουν την καρδιά μου να κουρνιάζει στο βλέμμα του. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αγάπη, αλλά θα ήθελα να είναι μόνον αυτό. Με την έννοια αυτή, ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα άνθρωπος αγάπης.

Πόσο εύκολο ήταν ο προφορικός λόγος να αποδοθεί σε συνεχές γραπτό κείμενο;

Έχετε δίκιο να κάνετε αυτή την ερώτηση. Σας βεβαιώ πως δεν είναι καθόλου απλό. Σχοινοβάτησα ανάμεσα στην διαμόρφωση ενός γραπτού κειμένου και την διατήρηση της αμεσότητας του προφορικού. Δεν τόλμησα να αφαιρέσω τίποτε, παρά μόνον να ανασυντάξω λέξεις για να προκύψει μια λογική αλληλουχία γραπτού κειμένου. Με τον λόγο του θα μπορούσε να δημιουργηθεί πρωτότυπο εγχειρίδιο εφηβικής δογματικής, εννοώ ως προς το ύφος. Έθεσα όντως ως προτεραιότητα την διατήρηση της επίδρασης τού λόγου του προς έναν ακροατή. Αυτό ελπίζω να επιτεύχθηκε. Αυτό είναι τα δύσκολο. Τα υπόλοιπα νομίζω είναι ευκολότερα και μακάρι να γίνουν. Μιλώ για την συστηματοποίηση της θεματολογίας του, που προκύπτει από το –δόξα τω Θεώ-πλούσιο καταγεγραμμένο υλικό.

Πόσο δύσκολος ήταν ο ρόλος σας ως «μεσάζοντας»;

Αρκετά, με την έννοια, πως δεν έχω συνηθίσει αυτόν τον ρόλο. Μετά από τριάντα χρόνια διαδρομή με ένα στυλ –όχι πάντα λειτουργικό- διδασκαλίας από έδρας, περιόρισα τον εαυτό μου στην απλή μεταφορά ερωτημάτων και τον συντονισμό μιας συζήτησης. Κάποιες φορές μπήκα κι εγώ στον διάλογο, αλλά, ειλικρινά, το έκανα παρασυρόμενος από προσωπικό ενδιαφέρον για κάποιο θέμα που κι εμένα με απασχολεί και βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω. Άσκησα όμως τον εαυτό μου να ακούει περισσότερο και νομίζω πως μου έκανε πολύ καλό.

 

 

-Η ανεπαίσθητή του παρουσία μετεβλήθη σε βροντώδη απουσία;

 

Σας ομολογώ πως τόσο πολύ, ούτε κι εγώ το περίμενα. Όσο ζούσε ήξερα πως είναι κάπου εκεί έξω και είναι διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή. Σας διαβεβαιώνω πως δεν υπήρξε μία φορά που να μην σηκώσει το τηλέφωνο. Μόνον όταν «έφυγε» συνειδητοποίησα το αίσθημα της ασφάλειας που εξέπεμπε. Πρόκειται φια μια ιδιότυπη ορφάνια. Εγώ δεν υπήρξα πνευματικοπαίδι του, αισθανόμουν όμως μια απίστευτη οικειότητα. Υποθέτω όμως πως για εκείνους, και κυρίως για νέους ανθρώπους, που είχαν αναπτύξει μαζί του σχέση πνευματική πατρότητας, η απουσία του θα πρέπει να είναι οδυνηρή.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here