Ηλίας Κολοβός: H ανδριώτικη οικονομία στα 1670

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

Η µελέτη αυτή επιχειρεί να αναλύσει µια µικρού µεγέθους οικονοµία ενός µεσογειακού νησιού, της Άνδρου, µε βάση τα δεδοµένα του οθωµανικού κτηµατολογίου του έτους 1670, το οποίο δηµοσιεύεται ολόκληρο στο τέλος του βιβλίου σε µεταγραφή στα σύγχρονα τουρκικά και µετάφραση στα ελληνικά. Το οθωµανικό κτηµατολόγιο καταγράφει έναν-έναν τους ιδιοκτήτες γης στην Άνδρο και τις περιουσίες τους ανά οικισµό, αµέσως µετά το τέλος του Κρητικού Πολέµου. Αποτελεί µια σχεδόν πλήρη αποτύπωση του οικιστικού δικτύου του νησιού και των ανθρώπων του στα χρόνια των Οθωµανών• οι σύγχρονοι Ανδριώτες που θα ξεφυλλίσουν τις σελίδες της έκδοσης του κτηµατολογίου θα συναντήσουν εδώ τους οικισµούς, τα βαφτιστικά και τα οικογενειακά ονόµατα των παλαιότερων Ανδριωτών, καθώς η βασική δοµή του πληθυσµού και της εγκατοίκησης στο νησί είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί στα χρόνια των Οθωµανών και δεν είχε αλλάξει µέχρι πολύ πρόσφατα.

Ο Ηλίας Κολοβός διδάσκει οθωμανική ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και συνεργάζεται με το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών Ι.Τ.Ε. Έχει δημοσιεύσει σειρά βιβλίων με θέμα την οικονομική και κοινωνική ιστορία του ελλαδικού χώρου υπό οθωμανική κυριαρχία.

«’Οπου ην κήπος», από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, πώς προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου;

Το βιβλίο προσεγγίζει την προνεωτερική οικονομία ενός νησιού στο Αιγαίο υποστηρίζοντας ότι πρέπει να την δούμε περισσότερο ως κηπευτική οικονομία: οι φτωχοί νησιώτες ζούσαν κυρίως από τους κήπους τους και όχι από τα χωράφια, τα οποία ήταν έτσι κι αλλιώς λιγοστά. Όταν ολοκλήρωνα την έρευνα για αυτό το βιβλίο, άκουσα τυχαία αυτή τη φράση από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, που αναφέρεται στον κήπο όπου συνελήφθη ο Ιησούς, και την επέλεξα ως τίτλο.

Η σημασία του κήπου είναι διττή; Κηπευτική η οικονομία του νησιού;

Οι δεντρόκηποι είχαν μεγάλη σημασία για τις προνεοτερικές οικονομίες. Τα περιβόλια, με ελιές, κλήματα, καρυδιές, αχλαδιές, συκιές, μουριές και άλλα οπωροφόρα δέντρα, συνήθως περιβάλλονταν από ξερολιθιές, αιμασιές όπως τις λένε στην Άνδρο, για να προστατεύονται από τα ζώα, και εξασφάλιζαν στους ιδιοκτήτες τους το λάδι, το κρασί και μια σειρά καρπών με ιδιαίτερη διατροφική αξία, όπως τα σύκα, με υψηλή διατροφική και θερμιδική αξία, πολύ μεγαλύτερη από το λάδι. Τα αγροτικά νοικοκυριά αποξήραιναν τα σύκα συνήθως στην ταράτσα των σπιτιών τους, εκεί που εξέτρεφαν και τα κουκούλια από τους μεταξοσκώληκες. Τα παιδιά και οι γυναίκες, με χέρια λεπτότερα και πιο επιτήδεια, αναλάμβαναν να ξετυλίξουν την πολύτιμη κλωστή τους και να την επεξεργαστούν σε νήμα μεταξιού. Με αυτό τον τρόπο, τα αγροτικά νοικοκυριά μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα συγκεντρώσουν εισοδήματα για να πληρώσουν τους φόρους τους, πουλώντας τα σύκα και το μετάξι στους άρχοντες του νησιού, οι οποίοι, στη συνέχεια, τα εμπορεύονταν κυρίως στη Χίο. Αλλά για να εξασφαλίσουν τη διατροφή τους, οι φτωχοί αγρότες καλλιεργούσαν μικρότερους κήπους, που αναφέρονται στο οθωμανικό κατάστιχο ως μποστάνια, με τα κηπευτικά τους. Σε μια οικονομία όπου τα δημητριακά δεν επαρκούσαν για τη διατροφή, εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα κηπευτικά αποτελούσαν τα απαραίτητα συμπληρώματά της. Και με αυτή την έννοια μπορούμε να θεωρήσουμε την προνεωτερική οικονομία της Άνδρου ως μια κηπευτική οικονομία, με τη διττή σημασία του κήπου, όπως την εξηγήσαμε εδώ.

Η έρευνα για τη μελέτη αυτή ξεκινά από παλιά; Πώς αποκτήσατε πρόσβαση στο οθωμανικό κτηματολόγιο του 1670 και πόσο δύσκολη ήταν η επεξεργασία του;

Το βιβλίο αυτό των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με την έκδοση του καταστίχου αποτελεί καρπό δουλειάς δέκα ετών, η οποία υποστηρίχθηκε από το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ι.Τ.Ε. και την Καΐρειο Βιβλιοθήκη της Άνδρου. Τα οθωμανικά κατάστιχα του 1670, που καταστρώθηκαν με την ανακατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς μετά το τέλος του Κρητικού Πολέμου, ώστε να υπολογιστεί η φοροδοτική ικανότητα των νησιωτών (σήμερα θα λέγαμε τα «τεκμήρια»), εντοπίστηκαν στο Οθωμανικό Αρχείο της Κωνσταντινούπολης. Ξέρετε, οι οθωμανικές πηγές, μαζί με τις ιταλικές, , αποτελούν τις βασικές πηγές για τη νεώτερη ιστορία του ελλαδικού χώρου, αφορούν την ελληνική ιστορία όχι την τουρκική, που είναι απλώς η γλώσσα της διοίκησης. Η έκδοση ενός καταστίχου χρειάζεται στέρεη γνώση της οθωμανικής παλαιογραφίας και της τουρκικής γλώσσας. Έτσι, με αυτά τα εφόδια, επεξεργαστήκαμε μαζί με τον φοιτητή μου κ. Γιώργο Βίδρα τα κατάστιχα που δημοσιεύονται στο βιβλίο και καταγράφουν ένα προς ένα όλα τα οικογενειακά ονόματα της Άνδρου, μαζί με τις περιουσίες της κάθε οικογένειας. Τα στοιχεία είναι ακριβή, καθώς γνωρίζουμε ότι την φορολογική απογραφή τη διεξήγαγε ο Μουσταφά Εφέντης με τη συνδρομή δύο αρχόντων της Άνδρου, του ορθόδοξου Λεονάρδου Καΐρη και του καθολικού Γάσπαρη Κοντόσταβλου. Συνολικά καταμέτρησαν 1.326 έγγαμους άρρενες στην Άνδρο, 101 άγαμους ενήλικους γιους, 5 ενήλικους αδερφούς, 85 χήρες και 83 μοναχούς· οι υπόφοροι σε κεφαλικό φόρο, χαράτσι, ήταν συνολικά 1.404. Με βάση αυτά τα στοιχεία, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι ο συνολικός πληθυσμός της Άνδρου στα 1670 ανερχόταν (κατ’ ανώτατο όριο) σε 6.000.

Ποιές ήταν οι κύριες ασχολίες των κατοίκων και τι προϊόντα παρήγαγαν;

Οι νησιώτες της Άνδρου καλλιεργούσαν δημητριακά, κριθάρι κατά κύριο λόγο, ή σμιγό, σιτόκριθο δηλαδή, που αποτελούσε και την καλύτερη λύση για το ξηρό κλίμα των νησιών. Τα δημητριακά δεν επαρκούσαν βεβαίως για τη διατροφική αυτάρκεια των κατοίκων. Έτσι, καλλιεργούσαν απαραιτήτως και όσπρια ενώ διατηρούσαν και κήπους με λαχανικά. Το κρέας των χοίρων και των αιγοπροβάτων επαρκούσε για κατανάλωση μόνο μία φορά την εβδομάδα. Τέλος, υψηλή διατροφική αξία είχε το λάδι, το βούτυρο, τα σύκα και οι λοιποί καρποί. Το κύριο προϊόν εμπορευματικής αξίας στην Άνδρο ήταν τον 17ο αιώνα το μετάξι, που το εμπορεύονταν κυρίως στη Χίο, και μπορούσαν με αυτόν τον τρόπο να αντισταθμίζουν τη χαμηλή παραγωγή σε δημητριακά.

Με βάση την οικονομική δομή, ποια ήταν η κοινωνική διαστρωμάτωση στην Άνδρο του 17ου αιώνα;

Χάρη στο οθωμανικό κτηματολόγιο μπορούμε να περιγράψουμε με σαφήνεια την κοινωνική διαστρωμάτωση στην Άνδρο: στην τοπική κοινωνία κυριαρχούσαν οι άρχοντες της Χώρας, με σχετικά μεγάλες περιουσίες, που ενοικίαζαν στους φτωχότερους ή ακτήμονες αγρότες. Επρόκειτο μεταξύ άλλων για τις οικογένειες Καΐρη, Μπίστη, Νταπόντε, Ντελλαγραμμάτικα, Πολέμη κ.ά.. Ήταν κυρίως ορθόδοξοι χριστιανοί και τον 17ο αιώνα είχαν πλέον διαδεχθεί τους παλαιότερους Φράγκους καθολικούς αφεντότοπους, όπως αναφέρονται στις πηγές, τους αφέντες των τόπων, των μεγάλων γαιοκτησιών. Στήριζαν την κοινωνική τους εξουσία στη γαιοκτησία και στο μετάξι, το οποίο εμπορεύονταν κυρίως στη Χίο. Κάποιοι από αυτούς ταξίδευαν για να πουλήσουν το ανδριώτικο μετάξι μέχρι και τη Βενετία. Τον επόμενο αιώνα, ανέλαβαν ενίοτε την υπομίσθωση των φόρων από τους Οθωμανούς και ίδρυσαν και ελληνικά σχολεία στο νησί. Στο άλλο άκρο της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκονταν οι αγρότες της Άνδρου, οι οποίοι στηρίζονταν για να επιβιώσουν και να πληρώσουν τη βαριά φορολογία, στα λιγοστά σπαρτά τους, στα ζώα τους, ειδικά οι αλβανόφωνοι της βόρειας Άνδρου, στα πολύτιμα κουκούλια από τους μεταξοσκώληκες και οπωσδήποτε στα κηπευτικά τους.

Τι άλλα στοιχεία έρχονται στο φως για τη μεσογειακή νησιωτική οικονομία του νησιού;

Η οικονομία ενός νησιού έχει περιορισμούς αλλά και δυνατότητες λόγω ακριβώς του νησιωτικού της χαρακτήρα, του νησιωτισμού ή της νησιωτικότητας όπως λέμε. Το όριο της θάλασσας που περιβρέχει ένα νησί από παντού, επιβάλλει ως ένα βαθμό τη συγκρότηση οικονομιών αυτάρκειας. Αλλά επειδή τέλεια απομόνωση δεν υπάρχει, και στο αρχιπέλαγος του Αιγαίου, τη «διάσπαρτη πόλη» σύμφωνα με τον Σπύρο Ασδραχά, η επικοινωνία είναι εύκολη, η οικονομία της Άνδρου είχε και αξιοποίησε τη δυνατότητα να ξεπεράσει τα όρια της θάλασσας, κυρίως μέσω της εμπορευματοποίησης του μεταξιού, και να εξασφαλίσει με τον τρόπο αυτό την αναπαραγωγή της μέσω της επικοινωνίας και όχι μέσω της αυτάρκειας. Αυτό είναι και ένα γενικότερο χαρακτηριστικό των μεσογειακών οικονομιών, οι οποίες, για να αντιμετωπίσουν την ποικιλία των περιβαλλοντικών κινδύνων στη Μεσόγειο (όπως και σήμερα, την ξηρασία, τους καύσωνες, ή την καταρρακτώδη βροχή, το χιόνι και το χαλάζι) προσανατολίστηκαν στην ποικιλομορφία, στη διαφοροποίηση της παραγωγής τους. Με αυτή την έννοια, την παραγωγή στη Μεσόγειο χαρακτηρίζουν περισσότεροι οι κήποι, παρά τα σταροχώραφα, τα μεγάλα λιβάδια, ή οι μονοκαλλιέργειες όπως στη βόρεια Ευρώπη. Όπου ην κήπος…

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here