Ιφιγένεια Θεοδώρου: «Γλώσσα από μάρμαρο»

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Ο Λευτέρης Μουράτος, πετυχημένος εργολάβος και εκφραστής της τουριστικής εξέλιξης, φιλοδοξεί να μετατρέψει την Αλυκή Θάσου σε διεθνές κέντρο ακριβών διακοπών, προσφέροντας στους ντόπιους κατοίκους σημαντικά χρηματικά ανταλλάγματα, που κάμπτουν τις αντιρρήσεις τους. Μόνο ο Σάββας ο φονιάς, που έχει εκτίσει την ποινή του και ζει αποτραβηγμένος εκεί, εναντιώνεται σθεναρά στο να πουλήσει τη γη του. Αυτός και η μυστηριώδης σύζυγος του εφοπλιστή Αντωνέλλου, που έχει εγκαταλείψει το νησί εδώ και σαράντα χρόνια και αρνείται πεισματικά να διαπραγματευτεί με τον φιλόδοξο εργολάβο. Ποιος ο ρόλος του νεαρού Σπύρου, που εμφανίζεται ξαφνικά ως εποχιακός σερβιτόρος στο καφενείο της παραλίας; Είναι το παλιό φονικό ο λόγος που ο καθηγητής Φίλιας διακόπτει την αγοραπωλησία του σπιτιού της κυρίας Αντωνέλλου; Ήταν τα χωράφια η αιτία που ο φονιάς σήκωσε την πέτρα, και η σιωπή το τίμημα του εφησυχασμού όλων των άλλων; Η ανθρώπινη βία ενάντια στη φύση και η ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση του περιβάλλοντος είναι το κύριο θέμα που εγείρει με τη γλαφυρή γραφή της η συγγραφέας. Σιγά-σιγά ξετυλίγεται η ιστορία ενός τόπου που έμαθε να ζει για αιώνες με τα σημάδια της βίας πάνω του, ενώ συγχρόνως το κοινωνικό φαινόμενο της ενδοοικογενειακής κακοποίησης και της ένοχης σιωπής του περίγυρου βαραίνουν σαν μάρμαρο τη ζωή των ηρώων. Ποιος θα σηκώσει πρώτος την πέτρα για να σπάσει ο κύκλος της αέναης αυτής ανοχής; Από το βιβλίο της Ιφιγένειας Θεοδώρου: «Γλώσσα από μάρμαρο», εκδόσεις  Διάπλαση, 2018.

Η Ιφιγένεια Θεοδώρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ασχολείται με τη βιβλιοδεσία Τέχνης και είναι μέλος της ARA. Το 1997 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Χρυσός, λιβάνι και Σμύρνη», εκδ. Ίκαρος. Ακολούθησαν τα βιβλία «Μελέκ θα πει άγγελος», εκδ. Ελληνικά Γράμματα (2001), το οποίο ήταν υποψήφιο για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω», και «Γλώσσα από μάρμαρο», εκδ. Ελληνικά Γράμματα (2005).

-Πώς προέκυψε ο τίτλος « Γλώσσα από μάρμαρο» ;

Ο τίτλος έχει διπλή σημασία. «Γλώσσα από μάρμαρο» είναι η Αλυκή της Θάσου, μια μικρή χερσόνησος, αρχαίο λατομείο μαρμάρου, μια γλώσσα από μάρμαρο που βουτάει  στη θάλασσα. «Γλώσσα από  μάρμαρο» είναι όμως  και η στάση ζωής που επιλέγουν οι χαρακτήρες του βιβλίου , η σιωπή , τα κλειστά στόματα του περίγυρου, ο βουβός πόνος είτε πρόκειται για τον εκφοβισμό που υφίστανται τα παιδιά στο περιβάλλον  τους,  είτε για την σωματική και ψυχολογική βία σε παιδιά και ενήλικες. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο, παλιό σαν τα μάρμαρα της Αλυκής,  που αναδύεται στην επιφάνεια επειδή  στην εποχή μας  η πληροφόρηση τρέχει, κάποια από τα περιστατικά  δεν μένουν κρυφά και η κοινωνία έρχεται να συνδράμει τα θύματα και να τιμωρήσει τους θύτες. Το γεγονός όμως ότι  γίνονται όλο και περισσότερες τέτοιες καταγγελίες  σημαίνει ότι το φαινόμενο έχει βαθιές ρίζες και θα πρέπει να εστιάσουμε στην πρόληψη.

-Είναι λοιπόν μια πραγματική ιστορία ή μια μυθοπλασία;

Είναι μυθοπλασία  ανάμικτη  με ιστορικά στοιχεία βασισμένα στις διδακτορικές διατριβές ελλήνων και γάλλων αρχαιολόγων, γιατί η Αλυκή είναι ένας πολύ ενδιαφέρων αρχαιολογικός χώρος.  Εζησα  εκεί  έξι πανέμορφα καλοκαίρια. Η χερσόνησος σχηματίζει δυο κόλπους, ο ένας φιλοξενεί τα ερείπια δυο αρχαίων ναών , ο άλλος  κάθε καλοκαίρι γεμίζει από τουρίστες. Η  καταγάλανη θάλασσα προσελκύει    ευκαιριακούς παραθεριστές που δυστυχώς δεν σέβονται το τοπίο, αναζητούν μόνο δροσιά και διασκέδαση. Αυτό  γίνεται σε  όλες τις ακτές της χώρας μας . Εχουμε την κακοποίηση του  περιβάλλοντος, όχι μόνο από τους ξένους που κατακλύζουν τις παραλίες, αλλά και από τους ίδιους τους ανθρώπους μιας περιοχής που από ανάγκη ή στο  όνομα της τουριστικής αξιοποίησης  πουλούν τις περιουσίες τους . Γίνονται θύτες της αγαπημένης τους γης. Η Αλυκή ήταν η αφορμή να κάνω ένα συνειρμό και να διηγηθώ  μια ιστορία  για αυτά  τα δυο ανομολόγητα, κοινωνικά φαινόμενα, τη βία ενάντια στη φύση και την βία μέσα στο σπίτι. Ηταν δύσκολο να γράψω ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα χωρίς να προσβάλω τους ανθρώπους της Θάσου με τους οποίους μοιράστηκα τόσα καλοκαίρια της ζωής μου. Ηταν ένα στοίχημα που το κερδίσαμε όλοι μαζί  γιατί αυτό που αναδύεται από το βιβλίο είναι η αγάπη για τον  γενέθλιο τόπο, η αγάπη για τον διπλανό μας που υποφέρει σιωπηλά και η προσπάθεια του καθενός μας   να ανοίξουν τα στόματα,  να σπάσει  η σιωπή, σαν μάρμαρο .

-Πώς οι μικροί παράδεισοι μετατρέπονται σε εστίες αχαλίνωτης κερδοφορίας, πώς οι ζωές μικρών παιδιών και οι ανθρώπινες σχέσεις καταλήγουν να γίνονται κόλαση;

Ολοι έχουμε  χαμένους παραδείσους. Δεν αναγνωρίζουμε  μέρη των παιδικών μας χρόνων, οι αναμνήσεις μας  δεν ταιριάζουν με τις  αξιοποιημένες καινούργιες φυσιογνωμίες τους. Επίσης όλοι  κάποια στιγμή συναντήσαμε την απελπισία στα σφραγισμένα στόματα και στα βουβά βλέμματα κάποιου που υποφέρει κι ο φόβος τού «πετρώνει» τη γλώσσα.  Και στις δυο περιπτώσεις τρέφουμε αυτά τα φαινόμενα με την ανοχή μας και τη δική μας σιωπή. Βέβαια πολλές φορές υπάρχει  καλοπιστία και ενδιαφέρον για την ανάδειξη ενός τόπου σε τουριστικό θέρετρο και  οφείλουμε να έχουμε ανοιχτό μυαλό για καινοτομίες και εξέλιξη . Ποτέ  όμως δεν  σιωπούμε σε περιπτώσεις ψυχολογικού εκφοβισμού και σωματικής  βίας. Κι ας μη ξεχνάμε ότι η βία εκκολάπτεται μέσα στο σπίτι μας. Τα παιδιά  εκπαιδεύονται μπροστά στην τηλεόραση και στα φωτεινά tablets, εθίζονται με τις υποτιμητικές  παρατηρήσεις , τα προσβλητικά σχόλια και τους συνεχείς  καυγάδες των γονιών.

Ο φιλόδοξος εργολάβος  Μουράτος  τι σχέση έχει με τον ερημίτη Σάββα που αρνείται να πουλήσει το κτήμα του;  Γιατί  η επιστροφή της   Ελσας  στη γενέθλια γη σηματοδοτεί αλλαγή  στάσης για την κακοποιημένη  Τούλα;

Ο παράδεισος ζει  μέσα μας,  αν και τον αναζητάμε σε λάθος τόπους και  ανθρώπους. Ο Μουράτος  χτίζει  ξενοδοχεία  και πλάθει ψεύτικους  παραδείσους γκρεμίζοντας  μέσα του  κάθε αίσθημα , ενώ ο Σάββας  ζει  την εσωτερική του γαλήνη σε απόλυτη αρμονία με τη  φύση που του χαρίστηκε άδολα και  ο  μόνος συμβιβασμός που θα κάνει είναι στο όνομα του έρωτα.  Η Ελσα εξορίστηκε από τον παράδεισο  προς χάριν του έρωτά της , όμως τον κουβαλάει μέσα της  στα πέρατα της γης,  άσβηστο  για σαράντα χρόνια. Θα επιστρέψει  στο τόπο του μαρτυρίου της για να αντιμετωπίσει τον φόβο που της στέρησε την ευτυχία.  Κι αν ο  έρωτας  δεν σώζει την Τούλα από τον βίαιο σύζυγο, η επιστροφή  της Ελσας  θα της δείξει το σύντομο δρόμο για να λυτρωθεί. Να σπάσει, έγκαιρα, τη σιωπή της .

-Το βιβλίο σας μας προτρέπει να επισκεφτούμε την Αλυκή…

Κάθε βιβλίο μου είναι  ένα αφιέρωμα για τον τόπο όπου έζησα, η λογοτεχνία είναι  ένας τρόπος  να  τον προβάλω,  να τον μοιραστώ με άλλους. Στη «Γεύση της ερήμου» ήταν η Συρία που άφησα πριν τον ολέθριο πόλεμο, στο « Μελέκ θα πει άγγελος» προσκαλώ τον αναγνώστη στα μονοπάτια της ορεινής Θράκης. Στο « Χρυσός, λιβάνι και Σμύρνη» σας περνάω απέναντι στην ακτή της Ιωνίας.  Όταν πάτε λοιπόν στην Θάσο, μην παραλείψετε να επισκεφτείτε την Αλυκή. Πριν όμως  δροσιστείτε στα  γαλανά νερά της , ανεβείτε στην μικρή χερσόνησο και ανακαλύψτε  τα ποντισμένο αρχαίο λατομείο. Θα συναντήσετε σίγουρα τον Σάββα να  χαράσσει πάνω  στα μάρμαρα  γυναίκες -ψάρια  βυθισμένες στον πάτο της σιωπής τους και γυναίκες -πουλιά με ανοιγμένα φτερά έτοιμες να πετάξουν.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here