Η ουσία του δημοψηφίσματος

 

Του Χριστόφορου Σεβαστίδη- ΔΝ Πρόεδρου Πρωτοδικών

Μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

 

Η κρισιμότητα των στιγμών επιβάλλει ψύχραιμη τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα του δημοψηφίσματος, πέρα από διάφορες σκοπιμότητες που είναι πολλές φορές πρόσκαιρες, αποπροσανατολιστικές και επιζήμιες για τα συμφέροντα του λαού, αλλά και αδιάφορες για τον ερμηνευτή του Συντάγματος.

Αν ήθελε κάποιος να μεμφθεί τις ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά, ο ουσιωδέστερος λόγος για να το κάνει θα ήταν διότι δεν έκαναν ποτέ χρήση της δυνατότητας του δημοψηφίσματος και δεν προσέφυγαν στην λαϊκή ετυμηγορία ακόμα κι’ αν τούτο ήταν επιβεβλημένο από τις συνθήκες (πχ ένταξη της Χώρας στην ΕΟΚ ή στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, επικύρωση ή μη του ευρωσυντάγματος κλπ).

Στην μητέρα- πατρίδα της Δημοκρατίας το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος έμεινε -μετά το δημοψήφισμα του 1974 για τη μορφή του πολιτεύματος- γράμμα κενό και εργαλείο αναξιοποίητο. Κάτι εντελώς λογικό και αποδεκτό από τους λαούς και τις κυβερνήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών (βλ. περιπτώσεις δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία για το δημοσιονομικό σύμφωνο σταθερότητας, τους γάμους ομοφυλόφιλων, στην Βρετανία η εξαγγελία δημοψηφίσματος για την παραμονή της χώρας στην ΕΕ, στην Ελβετία για τον περιορισμό στην μετανάστευση, την κατάργηση φορολογικών προνομίων ξένων επενδυτών, στην Γαλλία για την περίπτωση ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, στην Γαλλία, την Ισπανία και την Ολλανδία το έτος 2005 για την ψήφιση του ευρωσυντάγματος κλπ) στην Ελλάδα φαντάζει παράλογο και επικίνδυνο για την δημοκρατία.

Μάλιστα οι ίδιες αυτές χώρες που επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους το αυτονόητο δικαίωμα να προσφεύγουν με δημοψηφίσματα στην κρίση του λαού τους, θεωρούν ότι κάτι τέτοιο είναι εγκληματικό για την περίπτωση της Ελλάδας. Ακούστηκε μάλιστα ότι μπορεί να γίνει ακόμα και αφορμή να διχαστεί ο λαός. Μα ακριβώς αυτή η πολυμορφία και η διαφορετική άποψη δεν είναι η πεμπτουσία της Δημοκρατίας; Η αστική δημοκρατία δεν υποστήριζε πάντα ότι η μία και ενιαία άποψη, είτε εκπορεύεται από τον «Τύρρανο» είτε από «τυρρανικά» μέσα προπαγάνδας και ιδιωτικά συμφέροντα, είναι σύμφυτη των ολοκληρωτικών καθεστώτων; Μήπως με την ίδια λογική θα έπρεπε να καταργηθούν και οι εκλογές -βουλευτικές, περιφερειακές, δημοτικές- αφού και αυτές διχάζουν τον λαό; Η Δημοκρατία όχι μόνο δεν κινδυνεύει από τις αντιπαραθέσεις, τις εκλογές και τα δημοψηφίσματα, αλλά όλα αυτά αποτελούν τα απαραίτητα συστατικά της, είναι το οξυγόνο που της επιτρέπει να ζει.

Οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν από θεωρητικούς του δικαίου για το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος είναι νομίζω εν πολλοίς αβάσιμες και υπερβολικές. Στα τεχνικά ζητήματα του διορισμού εκλογικών αντιπροσώπων, εφορευτικής επιτροπής, διαμόρφωσης εκλογικών τμημάτων, η λύση που θα μπορούσε να δοθεί είναι η έκδοση κυβερνητικής πράξης που θα ορίζει ότι ισχύουν οι ίδιοι διορισμοί και τα ίδια εκλογικά τμήματα όπως αυτά καθορίστηκαν και στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές.

Η έλλειψη του αναγκαίου χρόνου για συζήτηση και ενημέρωση της κοινής γνώμης θα μπορούσε πράγματι να εγείρει σοβαρές αντιρρήσεις, αν επρόκειτο για ένα ζήτημα που προέκυψε εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα και δεν υπήρξε η κατάλληλη ενημέρωση για τις θέσεις των πολιτικών κομμάτων.

Στο ζήτημα που θα τεθεί εν προκειμένω στο δημοψήφισμα όχι μόνο υπήρξε πολύμηνη παρουσίαση απόψεων και επιχειρημάτων, αλλά πολλές φορές γίνονταν λόγος για «κόπωση» του ελληνικού λαού από την αντιπαράθεση αυτή. Μπορούμε νομίζω να πούμε ξεκάθαρα ότι το ανώτατο χρονικό όριο των 30 ημερών που θέτει το Σύνταγμα μέχρι την ημέρα του δημοψηφίσματος κρίνεται σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, ανάλογα με τις συνθήκες και με τον βαθμό πληροφόρησης του λαού ως προς τα τεθέντα σε δημοψήφισμα ζητήματα.

Το ουσιώδες ωστόσο είναι άλλο: είναι το ερώτημα που θα τεθεί στο δημοψήφισμα και το πόσο ευρεία θα μπορεί να είναι η ερμηνεία του αποτελέσματος. Όσο πιο συγκεκριμένο είναι το ερώτημα και όσο πιο περιορισμένη η ερμηνεία που επιδέχεται το αποτέλεσμα, τόσο περισσότερο μπορούμε να πούμε ότι το δημοψήφισμα επιτελεί το σκοπό του και ανταποκρίνεται στη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη.

Τα συμπεράσματα του δημοψηφίσματος πρέπει να είναι ξεκάθαρα, να λύνουν οριστικά και όχι συγκυριακά το «κρίσιμο εθνικό θέμα». Υπ’ αυτή τη λογική ένα ερώτημα του τύπου: «συμφωνείτε ή όχι με την πρόταση των θεσμών» είναι νομίζω αρκετά αόριστο, επιδέχεται πολλές ερμηνείες και αξιοποιείται κατά βούληση.

Τυχόν αρνητική έκφραση γνώμης του λαού θα σημάνει εξ αντιδιαστολής και αυτομάτως αποδοχή της πρότασης της ελληνικής κυβέρνησης; Πόσο κοντά ή μακριά από την πρόταση των θεσμών θα μπορεί να κινηθεί μελλοντικά η αντίστοιχη ελληνική πρόταση; Διεξοδικότερη ωστόσο ανάλυση του τρόπου που επιβάλλεται να τεθεί το ερώτημα είναι μάλλον πολιτική και εκφεύγει του νομικού πλαισίου στο οποίο κινείται το άρθρο αυτό.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here