Η ναυτική ακμή του Μεσολογγίου στην πορεία του χρόνου

 

 

 

 

Του Ιωάννη Κατσαβού                            

Υπαξιωματικού Πολεμικού Ναυτικού,             

Ερευνητή – Συγγραφέα της Νεότερης            

και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας                 

 

Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και αναφέρεται απ’ όλους τους ιστορικούς ότι το Μεσολόγγι υπήρξε λίκνο του εμπορικού στόλου, όταν άλλες πόλεις –ακόμη και νησιά– δεν διέθεταν πλοία, μικρά ή μεγάλα. Το Μεσολόγγι με τα πλοία ανέπτυξε σημαντική ακτοπλοΐα και εμπόριο στη Μεσόγειο, κυρίως μετά την Συνθήκη του Πασσάροβιτς του 1718, που επισφράγισε τον τελευταίο Βενετοτουρκικό Πόλεμο (1714-1718). Η σημασία της εμπορικής ναυτιλίας του Μεσολογγίου είναι μεγάλη, δεδομένου ότι η ακμή της, συνυπάρχει με την ακμαία δύναμη του Βενετικού εμπορικού στόλου, που δεσπόζει τότε στη Μεσόγειο. Τα πλοία της Βενετίας έχουν επί αιώνες την αποκλειστικότητα της επιβατικής και  εμπορικής διακίνησης προϊόντων από το 1204 μετά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους κατά την Δ’ Σταυροφορία. Ο μεσολογγίτικος στόλος κατά τον 18ο αιώνα καθίσταται ανταγωνιστικός σε μία περίοδο που η Βενετία κρατά τα σκήπτρα στις θαλάσσιες μεταφορές. Η Βενετία ανησύχησε για τον ανταγωνισμό, αλλά το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Μεσολογγιτών με την ανοχή αλλά και το αζημίωτο της Τουρκικής Διοίκησης υπερφαλάγγισε τις δυσκολίες και κατόρθωσαν να κατέχουν ισχυρό εμπορικό στόλο από την δεκαετία του 1730, ισάξιο του Βενετικού. Εκτός αυτού, Μεσολογγίτες είχαν ιδρύσει και εμπορικές επιχειρήσεις στη Βενετία, όπως ο Βασίλειος Αναστασίου και ο Δημήτριος Σκαρλάτος, που είχαν και ένα δεύτερο κατάστημα στο Μεσολόγγι.

Πιστοποιείται, επίσης, από γραπτά κείμενα ότι και ενωρίτερα, οι Μεσολογγίτες είχαν σημαντική ναυτική και εμπορική δραστηριότητα με μικρότερα πλοία. Σε συμβόλαιο του 1582 αναφέρεται ότι Μεσολογγίτες έναντι είκοσι τσεκινίων είχαν αναλάβει τη μεταφορά εμπορεύματος στην Ζάκυνθο με επιστροφή στο Μεσολόγγι. Επίσης, υπάρχουν αρκετά άλλα εμπορικά –παρεμφερή– συμβόλαια του 1666 (12 Ιανουαρίου), του 1692 (8 Σεπτεμβρίου), του 1698 (12 Αυγούστου), του 1707 (14 Οκτωβρίου), του 1708 (2 Φεβρουαρίου), του 1709 (27 Μαΐου) και του 1726 (12 Οκτωβρίου). Στο αρχείο του Υγειονομείου της Ιθάκης, ακόμα, σώζονται καταθέσεις Μεσολογγιτών Πλοιάρχων από το 1710.

Τα πλοιάρια αυτά των Μεσολογγιτών ταξίδευαν από το Μεσολόγγι ή τον Γαλατά, μεταφέροντας φορτία αλατιού, ψαριών, σταφίδας και αγροτικών προϊόντων, κυρίως στα Ιόνια νησιά.

Για το ναυτικό του Μεσολογγίου κατά τον 18ο αιώνα υπάρχουν μαρτυρίες από πολλούς συγγραφείς και ιστορικούς, όπως ο Πουκεβίλ, ο Αραβαντινός, ο Διον. Κόκκινος κ.α.

Επίσης, πολλές μαρτυρίες για το ναυτικό του Μεσολογγίου περιλαμβάνονται και στα ναυτικά αρχεία της Βενετίας, περιλήψεις των οποίων έχει δημοσιεύσει ο Σάθας. Πρόκειται για αναφορές από εκθέσεις Ναυάρχων και Προξένων, που έστελναν στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, σχετικά με τη δράση του ναυτικού. Σε αυτές τις εκθέσεις υπάρχουν σημαντικά στοιχεία για το Μεσολόγγι, που κατέχει την πρώτη θέση στα ενδιαφέροντά τους.

 

Το ναυτικό του Μεσολογγίου παρακολουθούσε (επόπτευε) το Προξενείο Πατρών, στο οποίο υπαγόταν η πόλη. Αργότερα, δημιουργήθηκαν κι άλλα Προξενεία, μεταξύ των οποίων και στη Ναύπακτο. Πρόξενος του Βενετικού Προξενείου Ναυπάκτου διορίστηκε ο Γεώργιος Κούμανος, ο οποίος είχε την εποπτεία της περιοχής από το Μεσολόγγι ως την Άρτα. Στα 1726 ιδρύθηκε Υποπροξενείο στο Μεσολόγγι, με πρώτο Υποπρόξενο τον Σπυρίδωνα Βαρώτση, Βενετό υπήκοο από τη Νάξο. Ο Βαρώτσης βοήθησε πολύ τους Μεσολογγίτες, για να αναπτύξουν το εμπόριο και τη ναυτιλία τους. Ήτανε αγαπητός, παντρεύτηκε Μεσολογγίτισσα και έμεινε στη θέση αυτή για δέκα χρόνια, οπότε τον διαδέχθηκε ο Λάππος. Αυτός σύνταξε το 1764 ένα κατάλογο με τα πλοία του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού, τους ιδιοκτήτες και τους καπεταναίους, τη χωρητικότητά τους και τον τόπο ναυπηγήσεώς τους.

Με βάση κατάλογο του Υποπροξένου της Βενετίας, Λάππου, το 1764, σε συμπτωματική καταμέτρηση το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό διέθεταν 75 πλοία, από τα οποία τα 51 είχανε ναυπηγηθεί στις ναυπηγικές εγκαταστάσεις του Μεσολογγίου. Πρόκειται για έναν άθλο, αν λάβουμε υπόψη μας ότι τα ελληνικά νησιά (Ύδρα – Ψαρά – Σπέτσες), όπως και το Γαλαξείδι, αρκετά αργότερα απέκτησαν εμπορικά πλοία.

Η πρωτοπορία του Μεσολογγίου στη θάλασσα σημειώνεται και από το γεγονός, ότι δικό του πλοίο μπήκε πρώτο στη γραμμή με την Ιταλία. Ο Γάλλος πρόξενος της Άρτας, Μπουίγ, ανήγγειλε ανήσυχος το γεγονός στο Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του, επισημαίνοντάς το ως εξαιρετικό.

Έγραφε στις 5 Μαΐου του 1745, τα ακόλουθα:

«Εις την ακτοπλοΐαν της σκάλας αυτής εισήλθεν Ελληνικόν πλοίον από το Μεσολόγγι. Υπάρχουν εις το Μεσολόγγι περισσότερα από 50 μικρά πλοία ή ταρτάνες (ανεμότρατες), 1,2 έως 180 τόνων χωρητικότητος, ικανά να αφαιρέσουν την σκάλαν αυτήν από τα πλοία μας, όταν η ειρήνη αποκατασταθή. Πρώτον, διότι όλοι οι έμποροι που ευρίσκονται εις την Μεσσήνην και εδώ, είναι Έλληνες, ευχαρίστως προτιμώντες τους ομοεθνείς των. Δεύτερον, διότι υπό την σημαίαν αυτήν εξαιρούνται από τα προξενικά δικαιώματα, όπερ έχει μεγίστην σημασίαν. Αφ’ ης τα πλοία αυτά επέτυχον την άδειαν του Μεγάλου Κυρίου της Μάλτας, ταξιδεύουν με πλήρη ασφάλειαν, χωρίς εμπόδιον και χωρίς φόβον».

Αργότερα, στις 30 Δεκεμβρίου 1746, ο Μπουίγ, γράφει στο Υπουργείο Εξωτερικών:

«Τα Μεσολογγίτικα πλοία κυριαρχούν, τώρα, απολύτως, εις την ακτοπλοΐαν της σκάλας και δεν γίνεται πλέον λόγος διά καμμίαν άλλην σημαίαν. Υπάρχει εν εξ αυτών, που κυβερνάται από τον πλοιοκτήτην του Κωνσταντίνον Εμμανουήλ, ο οποίος έχει κάμει εξ ταξίδια από εδώ εις την Μάλταν και από την Μεσσήνην εδώ. Μόλις φεύγει ένα από τα πλοία αυτά φθάνει εν άλλον. Μόνο ένα δραστικόν μέσον θα εμποδίση να προχωρήσουν και εις άλλες “σκάλες” εις τας οποίας ασφαλώς θα επεκταθούν».

Όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, στο Μεσολόγγι δημιουργήθηκε μεγάλος εμπορικός στόλος. Τα αρχεία της Βενετίας, το 1764 (καταγραφή του Λάππου), παρουσιάζουν τα μεσολογγίτικα και αιτωλικιώτικα πλοία:

Τριίστιες Πολλάκες (παλαιά εμπορικά ιστιοφόρα): Κωνσταντίνου Κρασά, 350 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Απόστολου Κοτσάνη, 320 τόνων, αγοράστηκε στο Λιβόρνο, Παύλου Σαράντη, 300 τόνων, αγοράσθηκε στο Λιβόρνο, Ζαφειρίου Λάντου, 240 τόνων, αγοράσθηκε στο Λιβόρνο, Αθανασίου Ξαχέρη, 300 τόνων, αγοράσθηκε στη Βαρβαρία.

Τριίστιοι Πίγγοι: Παύλου Κοτσικάρη, 180 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Γρηγορίου Κοτσικάρη, 170 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι.

Κέκια: Κωνσταντίνου Ζορμπά, 140 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι.

Μαρτίγγοι: Κωνσταντίνου Πεδάκου, 90 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Γεωργίου Τυράκου, 115 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Λια Παναγοπούλου, 150 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Κωνσταντίνου Ψωμάκη, 125 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Διαμαντή Δημέρη, 120 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Κωνσταντίνου Λέκα, 120 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Πέτρου Βλαδέλη, 70 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Νικολάου Ζόμπη, 65 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Νικολάου Αλεβρά, 100 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Γαλάνη Ταμπάκη, 75 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Θοδ. Κακλαμάνου, 100 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Αντωνίου Σκαρπαλέτζη, 120 τόνων, αγοράσθηκε από Κρητικό, Ιωάννου Καζή, 75 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Μαθιού Κανόπουλου, 120 τόνων, αγοράσθηκε στην Κρήτη, Κωνσταντίνου Δημάρου, 110 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Δημητρίου Σιδέρη, 140 τόνων, αγοράσθηκε από Άγγλο, Δημητρίου Καβαζάρη, 70 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Γεωργίου Αγλώτη, 95 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Ανδρούτσου Κοτσικάρη, 85 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Κωνσταντίνου Βλαχιώτη, 100 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Ζήσιμου Μαλισιάνου, 75 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Σταματίου Βαλσαμάκη, 120 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Κωνσταντίνου Πάρλα, 130 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Παναγιώτη Κουρκουμέλη, 90 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Ζώη Γουλιάμου, 120 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Σπύρου Κρητικού, 115 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι.

Φρεγάτες: Απόστολου Καψάλη, 160 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Σπύρου Μαρούλη, 180 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Θεοδώρου Κοτσικάρη, 130 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Ιωάννου Ραβόπουλου, 140 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Ζώη Καλλιμάχη, 130 τόνων, αγοράσθηκε στο Φιούμε, Ασημάκη Καλταμπάνη, 140 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Θεοχάρη Κουρκουμέλη, 150 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Ζώη Ραχιμάκη, 135 τόνων, αγοράσθηκε στην Τεργέστη, Χριστόδουλου Κανόπουλου, 160 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Μάνθου Τρικούπη, 150 τόνων, ναυπηγήθηκε στην Πρέβεζα, Κωνσταντίνου Ξαχιέρη, 150 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι.

Καΐκια: Αναστάσιου Μαστρογιάννη, 30 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι, Θωμά Καλαμπαλίκη, 50 τόνων, ναυπηγήθηκε στο Μεσολόγγι.

Υπήρχε, βέβαια, και σημαντικός αριθμός από μικρά ψαράδικα σκάφη (γαΐτες, μικρά πλεούμενα και πριάρια), τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη, δεδομένου ότι χρησίμευαν μόνο για ψάρεμα και μεταφορές από και προς τα νησάκια της λιμνοθάλασσας.

Σχετικά με τη δραστηριότητα των μεσολογγίτικων πλοίων στις θάλασσες και στους λιμένες, οι ξένες ναυτικές δυνάμεις ανησυχούσαν ότι θα έχαναν τη δουλειά τους και θα διέφευγε από τα χέρια τους το διεξαγόμενο εμπόριο. Τα μεσολογγίτικα πλοία έκαναν ταξίδια στους μακεδονικούς λιμένες και στη Θεσσαλονίκη, όπου μετέφεραν εμπορεύματα από τη Βενετία. Αναφέρεται, μάλιστα, το μεσολογγίτικο πλοίο «Polacca Missollongiota» του Πέτρου Τσάλα, με το όνομα «Παναγία του όρους Σπηλαίου» (Madonnade Mondo Spileo), που έφερε, στις 24 Απριλίου 1762, εμπορεύματα στη Θεσσαλονίκη, για να τα παραλάβουν έμποροι από τα Γιάννενα. Εξαιτίας αυτών των εμπορικών ναυτικών δραστηριοτήτων των μεσολογγίτικων πλοίων και καραβοκυραίων, ο Κοχ, από τις αρχές του 1761, επισήμανε με αναφορές του στη Δημοκρατία της Βενετίας, ότι κινδύνευε η βενετική σημαία να εκλείψει από τη Θεσσαλονίκη. Θα την εκτοπίζανε τα πολλά ναυλωμένα εμπορικά πλοία του Μεσολογγίου, που συνεχώς αύξαναν τη ναυτιλιακή τους κίνηση, λόγω του γεγονότος ότι τα υποστήριζε ο ελληνικός πληθυσμός.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν αναμφισβήτητη ιστορική πραγματικότητα, η οποία καταγράφεται σε αρχεία της Βενετίας και σε αλληλογραφία του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας. Τα μεσολογγίτικα πλοία αποτελούσαν σοβαρό κίνδυνο για το ναυτικό εμπόριο της Γαλλίας και της Βενετίας.

«Ούτω το Μεσολόγγιον καταγράφει σε έκθεσή του ο Ιωάννης Λάππας, στις 12 Νοεμβρίου 1764 έχον πλοία περιλαμβάνοντα εν συνόλω τόνους 10.640 δύναται να θεωρηθή ως ο πρώτος ιστορικός λιμήν της νεωτέρας Ελλάδος, αφού στερούμεθα τοιαύτης επισήμου καταγραφής της ναυτικής δυνάμεως ετέρων ελληνικών λιμένων μέχρι του τέλους της παρελθούσης εκατονταετηρίδος».

Οι Γάλλοι και οι Βενετοί θέλανε να αντιμετωπίσουν δραστικά και αποτελεσματικά την κατάσταση αυτή, αφού έβλεπαν ότι μειώνονταν συνέχεια η δική τους εμπορική ναυτική δραστηριότητα. Μηχανεύτηκαν διάφορα αντίμετρα, μεταξύ των οποίων, να παραχωρούν αμέσως, και χωρίς πολλές διατυπώσεις, τίτλους συνιδιοκτησίας στους Μεσολογγίτες, σε δικά τους μικρά πλοία. Ο άλλος δυναμικός τρόπος «εξοντώσεως» και παραμερισμού των μεσολογγίτικων πλοίων, ώστε να περιορίσουν τον ανταγωνισμό, ήταν να στρέψουν τους κουρσάρους εναντίον τους. Πραγματικά, στα ανοικτά των θαλασσών, τα μεσολογγίτικα πλοία αντιμετώπιζαν επιθέσεις κουρσάρικων πλοίων. Αλλά το σθένος, η ευφυΐα και η ικανότητα των Μεσολογγιτών καραβοκυραίων –εφοπλιστών της εποχής– ξεπέρασε όλα τα εμπόδια. Οι Μεσολογγίτες δεν είχαν κανένα λόγο να επιδιώκουν συνιδιοκτησία μικρών πλοίων με ξένους ιδιοκτήτες, διότι είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράζουν ή να ναυπηγούν δικά τους πλοία. Επίσης για να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα κουρσάρικα πλοία, με ανοχή της Τουρκικής Διοίκησης, εξοπλίσανε τα καράβια τους με πολεμικό υλικό και ανταπέδιδαν τα χτυπήματα.

Έτσι, όλες οι προσπάθειες των ξένων να εξαγοράσουν και να βγάλουν από τη μέση τους Μεσολογγίτες καραβοκυραίους πέσανε στο κενό. Δεν βρήκαν καμία ανταπόκριση.

Αυτό που κράτησαν ζηλότυπα και με σθένος οι Μεσολογγίτες τόσα χρόνια με «τα δόντια», δεν δίστασαν να το θυσιάσουν όταν τους κάλεσε η πατρίδα. Διέθεταν πλούτο, δύναμη και ισχύ, αλλά ταυτόχρονα διατηρούσαν άσβεστη την ελπίδα για την ελευθερία της Ελλάδος. Δεν μπορούσαν να υπομένουν μοιρολατρικά τη σκλαβιά των Οθωμανών με όσα προνόμια και αν απέκτησαν. Η σημασία αυτή φαίνεται από το γεγονός ότι θυσίασαν αμέσως ολόκληρο το στόλο τους, όταν στις 10 Απριλίου 1770 εξερράγη η επανάσταση των αδελφών Ορλώφ. Και μια σύμπτωση. Η καταστροφή ήρθε, ακριβώς, την ίδια μέρα κατά την οποία μετά από 56 χρόνια έγινε το μεγαλειώδες πυροτέχνημα της Εξόδου του Μεσολογγίου.

Οι Μεσολογγίτες ήταν προετοιμασμένοι ψυχολογικά και ηθικά για την Επανάσταση, που ήρθε τώρα από τη Ρωσία. Την περίμεναν. Την ελπίζανε. Την προσδοκούσανε χρόνια και χρόνια, έχοντας την πεποίθηση ότι μόνο η ομόδοξος Ρωσία ήταν σε θέση να βοηθήσει το σκλαβωμένο έθνος και να διώξει τους Τούρκους. Η αλήθεια όμως ήταν στη μέση. Οι Έλληνες δυστυχώς πίστευαν στους Ρώσους, ότι μόνο αυτοί μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Αλλά οι Ρώσοι εκμεταλλεύονταν τον πόθο των Ελλήνων. Κάθε φορά που χαλούσαν οι σχέσεις της Ρωσίας με την Τουρκία, δυνάμωνε η ελπίδα των Ελλήνων, όταν εξομαλύνονταν οι ρωσο-τουρκικές σχέσεις, εγκαταλείπονταν οι Έλληνες. Οι Ρώσοι, εξάλλου, είναι αμφίβολο αν είχανε ειλικρινές ενδιαφέρον να ελευθερώσουν τους Έλληνες. Οι βλέψεις τους μάλλον ήταν στραμμένες προς την Κωνσταντινούπολη, φιλοδοξώντας να την κατακτήσουν, για να καταστεί η Ρωσία η τρίτη Ρώμη και ο Τσάρος να στεφθεί Αυτοκράτορας των Ρωμαίων και πασών των Ρωσιών. Θεωρούσαν την Κωνσταντινούπολη κληρονομιά τους, μετά από το γάμο του Ιβάν Γ’ του Τρομερού με την Πριγκίπισσα Σοφία, κληρονόμο των Παλαιολόγων.

Όταν οι Ορλώφ πήρανε την έγκριση να κατέβουν στην Ελλάδα, στείλανε ως προπομπό τους από το 1766 το Λοχαγό πυροβολικού του ρωσικού στρατού, τον Γεώργιο Παπαζώλη, καταγόμενο από την Σιάτιστα. Έφτασε στην Αιτωλοακαρνανία κι άρχισε τις επαφές του.

Ο Παπαζώλης εγγυήθηκε στους Έλληνες αρματολούς και προύχοντες, ότι αν μετείχαν στο κίνημα, η Ρωσία θα τους έστελνε επαρκές πολεμικό υλικό και θα εμφανιζόταν ο ρωσικός στόλος στα παράλια της Πελοποννήσου. Η υπόσχεση αυτή πραγματοποιήθηκε. Η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη η Β’, η οποία συνέχιζε το πολιτικό πρόγραμμα του Μεγάλου Πέτρου, έστειλε ένα μικρό στόλο, με ελάχιστο εξοπλισμό, υπό τον Θεόδωρο Ορλώφ και αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Οιτύλου.

Οι Τούρκοι, με τη βοήθεια των Γάλλων, κήρυξαν πόλεμο, χτυπώντας το στόλο της Ρωσίας, το 1769. Από ενθουσιασμό, Έλληνες Προύχοντες και Οπλαρχηγοί το Μάρτιο του 1770 υψώνουν τη Σημαία της Επαναστάσεως, χωρίς επαρκή προετοιμασία και χωρίς να έχουν προηγουμένως συνεννοηθεί με τους Ρώσους.

Τον επόμενο μήνα, Απρίλιο, καταφθάνει με ρωσικά πλοία και ο δεύτερος Ορλώφ, ο Αλέξιος, το όνομα του οποίου πήρε η εξέγερση.

 

Στο Μεσολόγγι κατά την περίοδο αυτή επικρατεί μεγάλος ενθουσιασμός. Σχηματίζεται προσωρινή Κυβέρνηση, υπό την Προεδρία του Διδασκάλου του Γένους Παναγιώτη Παλαμά και τους ιατροφιλοσόφους Ανδρέα Καλογερά και Αναστάσιο Γουλιμή. Και οι δύο είναι μορφωμένοι, κατέχουν τα ελληνικά γράμματα και έχουν πάθος για τον αγώνα.

Ο Ορλώφ τους έδινε συνεχώς υποσχέσεις, τις οποίες οι Έλληνες πίστευαν, αλλά φαίνεται ότι και ο ίδιος ο Αλέξιος Ορλώφ κατεχόταν από φιλοδοξία, χωρίς να έχει τις επαρκείς εγγυήσεις της Τσαρίνας.

Ουσιαστικά μέσα στον ενθουσιασμό τους οι Μεσολογγίτες εξαπατήθηκαν ως προς τις προθέσεις της Ρωσίας. Εναντίον τους ήρθαν Αλβανοί, οι οποίοι τους ανάγκασαν να καταφύγουν στα πλοία τους και να πλεύσουν προς τα Επτάνησα και κυρίως στην Ζάκυνθο. Τα μεσολογγίτικα καράβια βρέθηκαν ξαφνικά, μπροστά στα κουρσάρικα πλοία των Δουλσινιωτών, που ήταν εξοπλισμένα από την Τουρκία και είχαν καταπλεύσει εκεί, για να καταπνίξουν την Επανάσταση. Ο κουρσάρικος στόλος ήταν πολυάριθμος και πολύ καλά εξοπλισμένος σε βαρύ οπλισμό, ειδικά για ναυμαχία. Τα μεσολογγίτικα καράβια ήταν εμπορικά και είχαν πενιχρό οπλισμό, ένα ή δύο κανονιών, που τα χρησιμοποιούσαν για να αμύνονται κατά των πειρατών μεμονωμένα.

Παρ’ όλα αυτά οι Μεσολογγίτες δεν πτοούνται. Μένουν εκεί, για να πολεμήσουν. Η ναυμαχία ήταν σκληρή και άνιση, αφού οι Δουλσινιώτες υπερέχουν σε αριθμό πλοίων και οπλισμό. Η ναυμαχία διαρκεί μια εβδομάδα, στο τέλος της οποίας επικρατούν οι «πειρατές». Όλα τα μεσολογγίτικα πλοία καίγονται και καταστρέφονται. Στη συνέχεια πυρπολείται ολόκληρο το Μεσολόγγι, που καιγόταν για τρεις μέρες, όπως περιγράφει ο Γάλλος Πρόξενος στην Πάτρα Rose.

«Έβλεπον επί τρεις ημέρας και τρεις νύκτας να καίγεται η πόλις του Μεσολογγίου, της οποίας δωδεκασχίλιοι εκ των κατοίκων εσώθησαν από την σφαγήν καταφυγόντες εις την Επτάνησον. Και ογδοήκοντα πλοία του Μεσολογγίου απετεφρώθησαν…».

Η καταστροφή της πόλεως ήταν ολοσχερής, αλλά και πάλι οι Μεσολογγίτες μετά το τέλος του Βενετοτουρκικού Πολέμου (1768-1774) και με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, γύρισαν στην πατρίδα τους και έχτισαν πάλι τα σπίτια τους, ενώ σταδιακά ναυπήγησαν νέα πλοία, όπως αναφέρει ο Πουκεβίλ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, μετά την καταστροφή του Ορλώφ, το Μεσολόγγι ναυπήγησε 20 εμπορικά πλοία και 40 βρατσέρες (είδος ιστιοφόρου) και οι Μεσολογγίτες άρχισαν να ταξιδεύουν εμπορευόμενοι στην Ανατολή και να διασχίζουν το Αδριατικό Πέλαγος. Η παράδοση, μάλιστα, διασώζει πολλά ονόματα καπεταναίων, που έδρασαν στη δεύτερη αυτή περίοδο ακμής του εμπορικού ναυτικού του Μεσολογγίου. Πρόκειται για τους: Ιγγλέζο, Γκόρπα, Ροζαίους, Αραπογιάννη, Βαλσαμάκη, Ποθητό Σιδέρη, Κατσαούνη, Μπούρμπαχη, Κοργιάννη, Χαρατσάρη και Καψάλη. Όλοι τους ήταν επιφανείς Πλοίαρχοι της αναγέννησης της ναυτιλίας του Μεσολογγίου.

Δυστυχώς, όταν ο Αλή Πασάς το 1804 ανέλαβε τη διοίκηση της περιοχής, καταδίωξε συστηματικά τα μεσολογγίτικα πλοία με υπερφορολόγηση και με μετάταξη του προσωπικού τους στο ιδρυθέν δικό του εμπορικό ναυτικό. Στο μεταξύ, λόγω του πολεμικού εξοπλισμού τους για την αντιμετώπιση των πειρατικών και τουρκικών επιθέσεων, η συντήρησή τους έγινε πολυδάπανη. Σιγά-σιγά το ακμαίο μεσολογγίτικο εμπορικό ναυτικό άρχισε να υποχωρεί, παραδίνοντας τη θέση του στα γαλαξιδιώτικα πλοία που υποστήριξε ο Αλή Πασάς. Άλλα καράβια ναυτολογήθηκαν σε ξένα λιμάνια, άλλα καταστράφηκαν, άλλα πουλήθηκαν σε ξένους, ώστε, κατά τον Dodwell, το 1806 ο εμπορικός στόλος του Μεσολογγίου αριθμούσε μόνο 18 μεγάλες βάρκες και 13 μικρότερες, που είχαν τη σύνδεση της πόλεως με τα νησιά της Επτανήσου. Στα 1813, λέει ο Πουκεβίλ, ότι το Μεσολόγγι διέθετε μία πολάκα και 18 μεγάλες βάρκες χωρητικότητας των 20 τόνων η κάθε μία.

Έτσι έληξε άδοξα η προσπάθεια ανάκαμψης της εμπορικής ναυτιλίας και η θαλασσινή ισχύς του Μεσολογγίου.

Μετά το 1813 το Μεσολόγγι δεν διαθέτει πια εμπορικό στόλο. Νέα ναυτική δύναμη εμφανίζεται αργά αλλά σταθερά και είναι το Γαλαξείδι. Πληροφορίες παρέχει ο Σπυρίδων Ι. Τρικούπης στην ιστορία του:

«Μετά την πρόοδον του ναυτικού του Γαλαξειδίου γράφειδεν εναυπηγούντο πλέον μεγάλα πλοία εις το Μεσολόγγι, ικανόν δε μέρος των κατοίκων του ήσαν ναύται, μετερχόμενοι την ακτοπλοΐα ή πλέοντες επί ξένων πλοίων».

Παρ’ όλα αυτά, πάρα πολλοί Μεσολογγίτες διαδραματίζουν ρόλο στο ναυτικό άλλων περιοχών, προσφέροντας τις γνώσεις, τις ικανότητες και τις υπηρεσίες τους. Το Μεσολόγγι διέθετε ικανούς ετοιμοπόλεμους και έμπειρους ναυτικούς, που είχαν ασκηθεί στην χρήση των όπλων και των πυροβόλων εναντίον των πειρατών. Αναφέρονται πολλά ονόματα, όπως λ.χ. οι Σιδέρηδες, που ήταν μια από τις ευγενέστερες και επιφανέστερες οικογένειες του Μεσολογγίου. Ο Δημήτριος Σιδέρης, στα 1764, ήταν Πλοίαρχος.

Η ιστορία διασώζει ότι κατά την έναρξη της Εθνεγερσίας, μία από τις γολέτες (βενετικό ιστιοφόρο σκάφος), που στην Επανάσταση συνέλαβε τη σκούνα (είδος ιστιοφόρου πλοίου) του Άγγλου Προξένου Γκρην, που συνόδευε τη γολέτα του Γιουσούφ Πασά, η οποία μετέφερε στην Πάτρα Τούρκους στρατιώτες, ρουχισμό, παπούτσια και άλλα είδη, ανήκε στον Δημήτριο Σιδέρη, γιο του Στάμου Σιδέρη. Έλαβε ακόμη μέρος, μαζί με άλλους Μεσολογγίτες, στη μάχη της Σπλάντζας, στις 4 Ιουλίου του 1822, όπου μεσολογγίτικα πλοία βοήθησαν τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τη σορό του οποίου μετέφερε ο Σιδέρης στο Μεσολόγγι. Ο Σιδέρης έγινε ο πρώτος Διευθυντής του «Φροντιστηρίου της Θαλάσσης» που ιδρύθηκε στο Μεσολόγγι. Το 1824 διορίστηκε Φρούραρχος του Μεσολογγίου. Σκοτώθηκε πολεμώντας, στις 21 Απριλίου 1825 ως αρχιπυροβολητής στο κανονοστάσιο του Μάρκου Μπότσαρη.

Μία άλλη μεγάλη ναυτική μεσολογγίτικη οικογένεια ήτανε οι Λανταίοι, ιδιοκτήτες μεγάλων πλοίων. Ο Αναστάσιος Λάντος, Αξιωματικός του πυροβολικού, έλαβε μέρος στη μάχη του Βασιλαδιού, όπου έγινε παρανάλωμα, όταν πήρε φωτιά η πυριτιδαποθήκη. Ο αδελφός του Σπύρος τραυματίσθηκε στην τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου.

Άλλος σημαντικός ναυτικός του Μεσολογγίου ήταν ο Διονύσιος Φραγκρίλας.

Ο Μήτρος Δεληγιώργης ήταν μεγάλη προσωπικότητα του ναυτικού αγώνα. Πρόσφερε σημαντικές και πολύτιμες υπηρεσίες στην πατρίδα. Ήταν Αρχηγός των γενναίων πυροβολητών –πρώην ναυτών– του Μεσολογγίου. Όσοι από τους πυροβολητές σώθηκαν στην Έξοδο, τον ακολούθησαν στο Ναύπλιο, όπου διορίσθηκε Φρούραρχος στο Μπούρτζι. Εξελίχθηκε σε Αρχηγό της Χωροφυλακής.

Ο Σπύρος Παπούλας ήταν άλλος ένας Μεσολογγίτης ήρωας της ναυτοσύνης. Στην πολιορκία του Αιτωλικού υπηρετούσε ως Δεκανέας σε πολεμική πάσαρα. Αργότερα γίνεται πλοιοκτήτης των καραβιών «Έκτωρ» και «Αθηνά».

Ο Μάνθος Τρικούπης αναφέρεται, επίσης, μεταξύ εκείνων που τραυματίσθηκαν σε συμπλοκή πολεμικών πλοίων, μέσα στη λιμνοθάλασσα.

Ο Κωνσταντίνος Πρινέας ή Τσιριγώτης ήταν ένας ήρωας, για τον οποίο σώζονται πολλά στοιχεία. Ο Τσιριγώτης υπηρετούσε στο ναυτικό του Αλή Πασά. Όταν ετοιμαζόταν να επαναστατήσει εναντίον του Σουλτάνου, τον έστειλε με πλοία να πάει στην Πάτρα να στρατολογήσει Αλβανούς. Ο Τσιριγώτης έφτασε στα αχαϊκά παράλια και άραξε στον Άη-Σώστη, όπου ζούσε η οικογένειά του. Θέλησε να την επισκεφτεί, οπότε εκεί πληροφορήθηκε την Επανάσταση του Αλή κατά του Σουλτάνου. Φυσικά ο Τσιριγώτης δεν γύρισε στην Πρέβεζα. Για να έχει κάποια σοβαρή δικαιολογία βούλιαξε το πλοίο του, αναφέροντάς το ως ναυάγιο. Μόλις ο Αλή Πασάς ηττήθηκε, ο Τσιριγώτης ανέλκυσε το βουλιαγμένο πλοίο του, το επισκεύασε και συμμετείχε στις 4/7/1822 στη μάχη της Σπλάντζας, υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Εκεί, έβγαλε ένα κανόνι στην στεριά, και συνέχισε να πολεμά τους Τούρκους. Αναφέρεται η παλικαριά του ως περισσή στα πολεμικά αυτά γεγονότα. Ο Κωνσταντής Πρινέας ή Τσιριγώτης έλαβε μέρος ως Πολιτάρχης και Αρχιπυροβολητής στην τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου. Και στην περίπτωση αυτή έδειξε τις ικανότητές του ως πολεμιστής και δεινός σκοπευτής. Πέθανε με το βαθμό του Συνταγματάρχου στον Κάλαμο, όπου είχε αποσυρθεί λόγω της κλονισμένης υγείας του.

Ο Χρύσανθος Μωραϊτάκης υπηρετούσε και αυτός ως Αξιωματικός στο ναυτικό του Αλή Πασά. Όταν έγινε η Επανάσταση βρισκόταν στην Πρέβεζα. Αμέσως, με το πλοίο του κατέπλευσε στο Μεσολόγγι, όπου ζούσε η οικογένειά του, και βοήθησε τον Αγώνα μεταφέροντας τρόφιμα από τα νησιά της Επτανήσου.

Τα μεσολογγίτικα πλοία ήταν ολιγάριθμα, αλλά αποτελεσματικά, σημειώνει η εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» που εξέδιδε ο Ι.Ι. Μάγερ. Η εφημερίδα αναφέρεται στον κατάπλου επτά τουρκικών πλοίων, τα οποία στο ακρωτήριο του Πάπα συγκρούστηκαν με τρία μικρά μεσολογγίτικα πλοία, με Κυβερνήτες τους Κωνσταντή Τρικούπη, Δημ. Παναγιώτη και Χρύσανθο Μωραϊτάκη. Η ναυμαχία κράτησε δύο ώρες, Τα επτά τουρκικά καράβια (μία κορβέτα, δύο μπρίκια και τέσσερις γολέτες) αναγκάστηκαν να φύγουν και να επιστρέψουν στη βάση τους στην Πάτρα.

Τέλος, ο Μωραϊτάκης, μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, πήγε στο Ναύπλιο, όπου κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό. Έλαβε μέρος στην επιχείρηση ανακτήσεως του Βασιλαδιού στις 27 Δεκεμβρίου του 1827. Το 1827 και το 1828 αναφέρεται ότι ήταν Κυβερνήτης πολεμικού πλοίου κάτω από τις διαταγές του Ναύαρχου Ανδρέα Μιαούλη. Όταν ήρθε ο Όθωνας, ο Μωραϊτάκης απολύθηκε από το Ναυτικό και γύρισε στο Μεσολόγγι. Στην ιδιαίτερη πατρίδα του αναγκάστηκε να εργάζεται για να μπορεί να ζήσει, δεδομένου ότι δεν πήρε σύνταξη, παρότι είχε δώσει τα πάντα στην πατρίδα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Διον. Κόκκινου, Ακαδημαϊκού, Η Ελληνική Επανάστασις.
  2. Δημ. Φωτιάδη, Το Μεσολόγγι.
  3. Χρήστου Γ. Ευαγγελάτου, Η Ιστορία του Μεσολογγίου.
  4. Κων. Πετρονικολού, Γυμνασιάρχη, Το Μεσολόγγι και η προσφορά του στον Αγώνα.
  5. Ιωάννου-Ιάκωβου Μάγερ, Ημερολόγιο της Πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826.
  6. Νικολάου Μακρή, Στρατηγού, Ιστορία του Μεσολογγίου, 1908.
  7. Σπυρομήλιου, Απομνημονεύματα.
  8. Νικ. Κοσομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά.
  9. Σπ. Κανίνια, Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, Ιστορικά Θέματα.
  10. Χρ. Εμμ. Αγγελομάτη, Το Μεσολόγγι στο σταυροδρόμι της Δόξας.
  11. Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ακαδημαϊκού, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
  12. Νίκου Κολόμβα, Αντιστρατήγου ε.α., Η Εποποιία της Κλείσοβας.
  13. Νίκου Κολόμβα, Αντιστρατήγου ε.α., Οι Αθάνατοι Πρόμαχοι.
  14. Εγκυκλοπαίδειες ΗΛΙΟΣ, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Π. Δανδράκη, ΠΑΠΥΡΟΣ, ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ, ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ.
  15. Σπυρίδωνος Τρικούπη, Η Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως.
  16. CD Οδηγός για το Μεσολόγγι, έκδοση Κέντρου Λόγου και Τέχνης Μεσολογγίου η Διέξοδος.
  17. Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, έκδοση Εθνικής Τράπεζας.
  18. Κ. Στασινόπουλου, Το Μεσολόγγι, Αθήναι, 1925.
  19. Νίκου Στ. Βλασσόπουλου, Το Ναυτικό του Μεσολογγίου τον 18ο αιώνα, εκδόσεις Τζέι και Τζέι Ελλάς, Μάρτιος, 2005.
  20. Β. Α. Λαμπρόπουλου, ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ – Η ΙΕΡΗ ΠΟΛΗ – ΜΗΤΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, εκδόσεις Ι. Β. Βασδέκης, Αθήνα, 2003.
  21. Νίκου Στ. Βλασσόπουλου, Η ναυτιλία των Ιονίων Νήσων, τ. Α και Β, Αθήνα, 1995.
  22. Λεονταρίτη Γ., Ελληνική εμπορική ναυτιλία (1453-1850), Αθήνα, 1987.
  23. Χαρλαύτη Τζελίνα, Ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας (19ος – 20ός αιώνας), Αθήνα, 2001.
  24. Μαξίμου Σεραφείμ (Σ. Βορείου), Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον ΧVII αιώνα, Αθήνα, 1976.
  25. Ντούλη Πάνου, Η οικογένεια Δημητρίου Σιδέρη, Αθήνα, 1971.
  26. Ιστορικό αρχείο Ιθάκης.
  27. Νικολάου Κολόμβα, Αντιστρατήγου ε.α., Βασιλάδι – Η Ιστορική Νησίδα – κλειδί της Λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου και οι Ναυτικές Επιχειρήσεις στην περιοχή κατά την περίοδο της Εθνεγερσίας – οι Ανδρείοι Υπερασπιστές του, Εκδότης Ένωση Αιτωλοακαρνάνων Περιστερίου «Η ΕΞΟΔΟΣ”, Αθήνα, 2010.
  28. Σ.Κ. Αλεξανδροπούλου: Νότια Αιτωλία – Το οδικό Δίκτυο έως τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, Αθήνα, 1993.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here