Η Μοναξιά ως Καθολική Συνάντηση του Είδους

Του Νικόλαου Τουλαντά

 

 

Δαχτυλίδια τα πάντα, το ’να στ’ άλλο χαλκάς,

και κρατεί και κρατιέται κάθε πλάσμα, όπου πας.

(Κωστής Παλαμάς, Τα Παράκαιρα)

 

Η μοναξιά – οι ώρες της – αποτελεί μία επίσκεψη εις εαυτόν. Απ’ όλους τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους, η μοναχικότητα της προσωπικής ύπαρξης είναι το πιο κοινό υπαρκτικό πλαίσιο στο οποίο «συναντιούνται», ταυτίζονται. Δυο νεογέννητα και μαζί, δε μπορούν να συμπαρασταθούν το ένα στο άλλο. Δύο ετοιμοθάνατοι, ίσως μπορούν αλλά, από αλλού έρχονται – από μία προσωπική πορεία – και με άλλο τρόπο, θα διαβούν διαφορετική πόρτα.

Η ματαίωση της αλήθειας (πως είμαστε μόνοι εν σαρκίο που χρήζει εσωτερικής άθλησης) και η λησμοσύνη της προσωρινά, αντίθετα από τη συγ-κέντρωση που συμβαίνει κατά τη μόνωση, είναι ένας διασκορπισμός.

Στα αρχαία, ο διασκορπισμός ήταν η λέξη διασκέδαση. Στη νέα εποχή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα προλεγόμενα, και η διασκέδαση (όπως την ξέρουμε) αποτελεί διασκορπισμό του ατόμου-προσώπου, όμως, πάντα μες στο σύμπαν της μοναξιάς του. Κατά κάποιον τρόπο, η μόνη διασκέδαση που «κάνει καλό» στον άνθρωπο – η μόνη υγιής συνεύρεση που μπορεί να έχει με τον συνάνθρωπο («συγκάτοικος» στη μοναξιά) – είναι αυτή που καταργεί ή έστω αντιστέκεται στον διασκορπισμό του νοήματος της ζωής μέσα του. Η διασκέδαση να μιλάς με τον Σωκράτη, κάποτε, ήταν μία τέτοιου τύπου συγκέντρωση νοήματος – ερωτηματικώς σε έφερνε σε επαφή με τη μοναξιά σου, με τη μοναξιά των νοημάτων μέσα σου – και ήταν επίσης κάπως επώδυνη, θα έλεγες, ως τοκετός (Μαιευτική Μέθοδος).

Ο νεωτερικός άνθρωπος έχει μία ευκολία και μία δυσκολία για να ζήσει χαρούμενος, αληθινά, καθαρά από επίπεδο συνείδησης: έχει πάμπολλες επιλογές πιθανών συνευρέσεων – μέσω τέχνης, επιστήμης, φιλοσοφικής αναζήτησης κτλ. – αλλά δεν έχει – γιατί την αποφεύγει, γιατί αποφεύγει τη μοναξιά του – ξεκάθαρη συνείδηση. Συνείδηση προσωπικής πορείας χρειάζεται ώστε να αρχίσει να «αθλείται» προβάλλοντας πάνω της τα προβλήματα που η φιλόσοφη ανθρωπότητα έχει εντοπίσει, ώστε να εναρμονιστεί με τη σοφία της. Η επαφή με την επώδυνη πραγματικότητα – τη σοβαρότητα του άλγους της αναπόφευκτης προσωπικής πορείας-μοναξιάς – είναι η σπουδή της ειλικρίνειας. Είναι η σπουδή του «γιατί θα κάνω ό,τι κάνω» (ποιος είμαι ώστε να αποφασίσω;) και όχι τόσο «τί κάνω» παρορμητικά. Θεμέλιο της πράξης, η προαίρεση και πυρήνας αυτής η σχέση επιθυμιών, υπολογισμών, συμπεριφοράς, που αρχικά μορφοποιούνται-εκπαιδεύονται από το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον.

Είναι συγκλονιστικά οφέλιμη η διάκριση της καλής και κακής προαίρεσης από την όποια «καλή ή κακή» δραστηριότητα καθαυτή. Η ανθρωπο-κινητρολογία που ερευνά τη φύση των πραγμάτων κι όχι τη φαινομενικότητά τους, τις εντυπώσεις που δίνουν.

Η ορθόδοξη ασκητική επικεντρώνεται ιδιαίτερα στην κάθαρση της προαίρεσης της καρδιάς. Δηλαδή, όσον αφορά στις δραστηριότητες της καρδιάς των πραγμάτων (αυτών που πραγματικά κάνει όταν κάνει κάτι κάποιος), που εργαζόμενες τριμερώς (η υπόσταση της ψυχής κατά την προ και μετά Χριστού «φιλοσοφία» – λογιστικό, επιθυμητικό, θυμικό) – αγνίζουν την τελευταία και καταφέρνουν να επηρεάζουν ευεργετικώς – παντοιοτρόπως και όχι ειδικώ τω τρόπω – το περιβάλλον. Η συνείδηση του ανθρώπου, δε μπορεί να είναι ξέγνοιαστη χωρίς να «δίνει αυτά που και η ίδια περιμένει» (σχήμα αρχαίων φιλοσόφων και χριστιανικής νοοτροπίας στη συνέχεια). «Κάνε ό,τι προστάζεις και πρόσταξε ό,τι θες» (Άγιος Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις).

Η ίδια διδασκαλία είναι που προωθεί ουσιαστικά και προτείνει τη μοναξιά ως επιτακτική ανάγκη βίωσης αντί αποφυγής. Συμβουλευτικά, έλεγε κάποιος: να βρίσκεις ένα ήσυχο μέρος, μία ήσυχη ώρα μες στη μέρα, να επισκέπτεσαι τον εαυτό σου. Και, θυμούμενοι τον Ευάγριο, να μιλά για τον «επίσημα μοναχικό» άνθρωπο (τον-ην μοναχό-ή) – «[…]ἐστίν ὁ πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσιν συνηρμοσμένος» (Φιλοκαλία, τ. 1) – αντιλαμβανόμαστε μία φαινομενικά παράδοξη θέση-πραγματικότητα: η μοναξιά είναι «συνάντηση», ενώ οι περισσότερες συναντήσεις μας συντηρούν μόνο το επώδυνο κομμάτι της μοναξιάς μας αυτής, αν όχι και το επιδεινώνουν με τις πρόσκαιρες ανακουφίσεις που προσφέρουν. Είναι καθολική συνάντηση – με τη φύση του ανθρώπου – κι όχι επιμέρους, που απομακρύνεται από την τελευταία, επικεντρωμένη στο ασυνείδητο κι αδικαιολόγητο γούστο του επί πραγματικότητας. Συνειδητοποιούμε ότι η μοναξιά μπορεί – μόνο – να καταργήσει την αίσθησή της, ενώ η κοινωνικότητα, όσο πιο έντονη είναι ποσοτικά, μπορεί, μόνο και μόνο να αναστείλει αυτή την ανθρωπολογική πορεία που διαγράφει το ανθρώπινο πρόσωπο προς την μακαριότητα.

Η καθολικότητα της μοναξιάς, οδηγεί στην καθολική – και όχι επιμέρους – συνάντηση του ανθρώπου με την «κατάσταση» του είδους του. Η επιλεκτική κοινωνικότητα, άνευ κριτηρίων ολιστικού νοήματος, ενώ αποτελείται από επαφές-συναντήσεις, στην ουσία υποστασιοποιεί την όντως μόνωση και δια αλλήλων αποδυνάμωση.

«Ο πιο επικίνδυνος πειρασμός: να μην μοιάζεις με τίποτα», σημειώνει ο Καμύ (Σημειωματάρια, Τετράδια 35 -37), εννοώντας όμως την ακεραιότητα ως παθητικό σύνεργο της όποιας βαρβαρότητας καταπατά κάποιον – μεμονωμένα ή ομαδοποιημένα – που χρήζει βοηθείας. Σίγουρα, από άλλη σκοπιά, η ακεραιότητα είναι κάτι που βοηθά τον άνθρωπο ως συμβουλευτική φωνή – αυτός είναι ο ρόλος π.χ. των ψυχολόγων – όμως το να μην ανήκεις, ποτέ και πουθενά – να μην τοποθετείσαι, έστω πολύ απαλά, για να μη χάσεις και τον πελάτη σου ή τον ψηφοφόρο σου ή το πνευματικό σου παιδί κτλ. – αναγκαστικά υποδηλώνει ότι δεν αποδέχεσαι-αντιλαμβάνεσαι-εργάζεσαι την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, για τις οποίες, ευαγγελικά, είναι καλό να «διψάς» (Ματθ. 5,6), είναι σε καλό δρόμο αν τις διψά κι ο άνθρωπος που ζητάει οδηγό. Ένα δίκοπο μαχαίρι, λοιπόν: ζητάμε όλοι οδηγό, τον έχουμε μέσω των άλλων, αλλά σε μία προσωπική κι ανεπανάληπτη πορεία.

Αν η αλήθεια ήταν μία για τον καθένα, δε θα είχαμε ούτε φιλοσοφία, ούτε επιστήμη (ούτε μαθηματικά ως βάση της) ως προέκτασή της. Θα είχαμε, μόνο και μόνο την κυριαρχία της ισχύος της νοησιαρχίας των πιο ευφυών από τους Σοφιστές, στους οποίους αντιστάθηκε ο Σωκράτης. Ένας από τους λεγόμενους προ Χριστού χριστιανούς που ζούσε πολιτευόμενος πιστεύοντας πως «τὸ μὲν ἀληθὲς ἕν, τὸ δὲ ψεῦδος πολυσχιδές» (Γρηγόριος Θεολόγος, P.G. 35, Λόγοι, 30,20).

Το «Εν» του Ηρακλείτου, του Σωκράτη, του Πλάτωνος, του Αριστοτέλη, του Πλωτίνου, του Χριστού (το πιο ξεκάθαρο ως προς την υπόσταση και τη σχέση του με εμάς), όσο δυσνόητο κι αν μοιαζει, όσο απόμακρο ως προς την ενσωμάτωση ή έστω τη συναναστροφή του – «θεὸς ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται», πίστευε ο Πλάτων (Συμπόσιο) – υπάρχει. Και η μοναξιά, ως κατάσταση, είναι, λογικώς, η γη στην οποία και χάρη στην οποία, ο ήλιος αυτού του Ενός ανατέλλει. Αν όχι μόνοι, τουλάχιστον, οι δραστηριότητες των ορατών συναναστροφών μας, οφείλουν να επιτελούν-επιδιώκουν την κατανόηση-συνάντηση-οικείωση-συνέργεια (κατά δύναμιν) με το Έν (όπως η παρέα με τον Σωκράτη, παραπάνω).

Η μνήμη του Ενός είναι η αντίσταση στη μοναξιά, που, παρότι κοπιώδης – άμεσα ή έμμεσα – αποδίδει καρπούς πνευματικής προόδου και συνυπαρκτικής αρμονίας. «Όπως οι μέλισσες εργάζονται μόνο στα σκοτεινά, έτσι και η σκέψη εργάζεται μόνο στη σιωπή και η αρετή στη μυστικότητα» (Maurice Maeterlinck, Ο Θησαυρός των Ταπεινών).

Όταν ο Πλάτων προτείνει το «ἐπιμελεῖσθαι […]τῆς ψυχῆς» (Απολογία Σωκράτους) δια του υπάρχοντος «προγονικού λόγου» (Ελένη Γλύκαντζη Αρβελέρ, Πολιτισμός κι Ελληνισμός) κι επιτεύγματος, αντιστέκεται στον ιδιωτισμό και την ανορθολογική εξοικείωση με την όποια ιστορική πορεία και κατ’ επέκταση με τη γνώση και συμβίωση με το Έν. Το οποίο ομολογεί, δια του εαυτού του – του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος που είναι ο Χριστός και παροτρύνει τους μαθητές του να μην ανησυχούν γιατί «[…]ο πατήρ μετ’ αυτού εστί» (Ιω. 16,32) – πως η ένωση μαζί του είναι ο σκοπός της ζωής. Γίνεται καταργώντας την αιρετικότητα (την επιλεκτικότητα ως προς την αλήθεια), αναδεικνύοντας την κάθε επώδυνη κατάσταση – ειδικά της μοναξιάς – ως τρόπο «ἵνα ὦσιν ἓν» (Ιω. 17,22), πάντες και πάντα.

 

* Ο Νίκος Τουλαντάς είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και δημιουργεί ερασιτεχνικά από την ηλικία των 16 ετών. Ασχολήθηκε με την ποίηση, τη στιχουργική κι έπειτα κυρίως με την δοκιμιογραφία. Υπάρχει και ως αρθρογράφος, από τον Ιούνιο του 2020, καθώς μία ημέρα ξύπνησε πεπεισμένος ότι μπορεί να συνθέσει πληροφορία, εκφράζοντας με αρθογραφικό τρόπο τις σημειώσεις και μελέτες του, τις οποίες πραγματεύεται αρκετά πιο αποσυμπιεσμένα κι εκτεταμένα στα κείμενά του (τα δοκιμιακά). 
Διατηρεί προσωπικό portfolio με όλα του τα αρθρογραφικά κείμενα: https://nikolaostoul.wixsite.com/grafopaignia
Έχει δύο επίσημες αναγνωρίσεις στο χώρο της λογοτεχνίας: 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/9ος Παγκόσμιος Διαγωνισμός Λογοτεχνίας (Ε.Π.Ο.Κ, 2018) 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/κατηγορία Νέων 18 έως 30 ετών/ 2ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Πεζογραφίας (περιοδικό «Κέφαλος», 2020). 
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here