Η μικρή Μπιζού και … η συγκροτημένη κόλαση του Μοντιανό

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Ο Πατρίκ Μοντιανό κυκλοφόρησε το παραπάνω βιβλίο το 2001, τρία χρόνια πριν κερδίσει το βραβείο Νόμπελ, και ίσως να μην ήταν τόσο άγνωστος, αφού πολλά βιβλία του είχαν ήδη κυκλοφορήσει, όχι μόνο στη χώρα του, αλλά και αλλού. Σήμερα βεβαίως πολλά πράγματα έχουν αλλάξει και πολλοί ήταν εκείνοι που ασχολήθηκαν με το έργο του. ‘Η μικρή Μπιζού’, όπως είναι γνωστή στη χώρα μας (Εκδόσεις Πόλις, 2014), ξεκινάει με μια τυχαία συνάντηση σε μια πλατφόρμα του υπόγειου σιδηρόδρομου στο Παρίσι. Μια νεαρή κοπέλα, η αφηγήτρια του κειμένου,  βλέπει μια ηλικιωμένη γυναίκα με ένα κίτρινο παλτό και μια χαρακτηριστική ουλή στο πρόσωπο, που μοιάζει, κατά τη γνώμη της,  πολύ με την μητέρα της. Παρά την ομοιότητα, η κοπέλα δεν μπορεί να προσεγγίσει τη γυναίκα, για έναν  απλούστατο λόγο. Η μητέρα της, σύμφωνα πάντα με την αφήγησή της,  μάλλον πέθανε στο Μαρόκο πριν από αρκετά χρόνια. ‘…Μου είχαν πει ότι πέθανε, πριν πολλά χρόνια, στο Μαρόκο, και δεν το είχα ψάξει καθόλου…πέθανε στο Μαρόκο…’. Στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως της κοπέλας, ήταν γραμμένη και η δική της ημερομηνία γεννήσεως, το έτος 1917.

Αφού ακολουθήσει κατά πόδας  την γυναίκα με το κίτρινο παλτό στο σπίτι της, η νεαρή κοπέλα βασανίζεται μέσα της, και προσπαθεί να αποφασίσει αν πρέπει πραγματικά να πάρει το τελικό βήμα, αβέβαιη για το αν θέλει ακόμη και να έρθει σε επαφή με την χαμένη μητέρα της, την πεθαμένη έως τώρα. Αντίθετα, περιφέρεται χωρίς προφανή λόγο στους δρόμους του Παρισιού, δίνοντας με τον τρόπο αυτό  στον εαυτό της λίγο χρόνο για να το σκεφτεί, και καθώς πηγαίνει για τη συνηθισμένη  δουλειά της, κάποιες λεπτομέρειες, συγκεκριμένα μικρά πράγματα της θυμίζουν το παρελθόν της, αναμνήσεις που πλημμυρίζουν πίσω από τις ημέρες που πέρασε περιμένοντας τη μητέρα της.

‘Η μικρή Μπιζού’, είναι ένα σχετικά μικρό βιβλίο, όπως άλλωστε είναι τα περισσότερα μυθιστορήματα του Πατρίκ Μοντιανό. Η ιστορία ασχολείται και ανησυχεί  λιγότερο με το τι ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα, αφού την ενδιαφέρει περισσότερο για το πώς αισθάνεται η νεαρή γυναίκα με την εκπληκτική και ανέλπιστη συνάντησή της στο μετρό. Είναι εύκολο όμως, να καταλάβει ο αναγνώστης, γιατί η ξαφνική εμφάνιση της γυναίκας με το κίτρινο παλτό,   ενοχλεί τόσο πολύ την κοπέλα, με την πιθανότητα της επιστροφής της μητέρας της. Τόσο ο συγγραφέας όσο και η αφηγήτρια, δείχνουν μια περίεργη εμμονή με το παρελθόν και η Τερέζα επιστρέφει συνεχώς διανοητικά στην εποχή εκείνη που ‘…με ονόμαζαν Μικρή Μπιζού’.

Ένα ψευδώνυμο; Πιθανώς να είναι στην πραγματικότητα μια μορφή σκηνικού ονόματος που της δόθηκε από τη μητέρα της,  μια γυναίκα με πολλά ονόματα: ‘…Εκείνο το βράδυ, σε όλη τη διάρκεια της επιστροφής με το μετρό, ήμουνα σίγουρη ότι αυτό το όνομα δεν θα το ξεχνούσα ποτέ: Μπορέ. Ναι, έμοιαζε με το όνομα ενός άντρα που κάποτε νόμιζα ότι είχα καταλάβει πως ήταν  αδελφός της μητέρας μου, Ζαν Μπορί. Με πήγαινε τις Πέμπτες στο γκαράζ του. Ήταν απλή σύμπτωση; Κι’ ωστόσο το πατρικό επίθετο της μητέρας μου, που ήταν γραμμένο στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς μου,  ήταν Καρντέρ.  Και Ο’ Ντογιέ,  ήταν το επίεθτο που είχε πάρει, ας πούμε το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο… Αυτό την εποχή που λεγόμουνα Μικρή Μπιζού…’.

Η μητέρα της κοπέλας, είναι μια γυναίκα της οποίας το ασαφές, άγνωστο και μακρυνό πορτραίτο κατασκευάζεται αργά υπό την απουσία της, ενώ ο αναγνώστης μέσω της  Τερέζας,   έρχεται σε επαφή με τις αναλαμπές ενός προηγηθέντος μποέμικου τρόπου ζωής, πλημμυρισμένο με άντρες, χορό, διασκέδαση  και παράλληλη παραμέληση των πάντων γύρω της. Η Τερέζα στο μυθιστόρημα μοιράζεται με τους αναγνώστες τον ρου του βιβλίου, την ανικανότητά της να οικοδομήσει μια σταθερή προσωπικότητα και σχέση με τους γύρω της ανθρώπους. Η τελευταία δουλειά της περιλαμβάνει τη φροντίδα ενός νεαρού κοριτσιού τα απογεύματα, που οι γονείς του  ελάχιστο ενδιαφέρον δείχνουν για την κόρη τους: ‘… Όταν γυρίσαμε σπίτι, θέλησε  να μου δείξει το δωμάτιό της, στον δεύτερο όροφο, ένα μεγάλο δωμάτιο που τα παράθυρά του έβλεπαν στα δέντρα του Βοτανικού Κήπου. Η ξύλινη επένδυση στους τοίχους, οι  δύο εντοιχισμένες βιτρίνες, δεξιά και αριστερά του τζακιού, μ’ έκαναν να σκεφτώ ότι αυτό το δωμάτιο υπήρξε κάποτε σαλόνι ή γραφείο, αλλά ποτέ υπνοδωμάτιο παιδιού. Ούτε και το κρεββάτι της ήταν παιδικό κρεβάτι, αλλά ένα κρεββάτι πολύ  φαρδύ, με καπιτονέ κεφαλάρι… Χωρίς αμφιβολία, το καπιτονέ κρεββάτι και τα πιόνια σκακιού υπήρχαν ήδη στο σπίτι, όταν μετακόμισαν εκεί ο κύριος και η κυρία Βαλαντιέ, ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα που οι προηγούμενοι ένοικοι είχαν ξεχάσει ή δεν είχαν χρόνο να τα πάρουν μαζί τους…’.

Όσο περισσότερο μαθαίνει για το κορίτσι, όμως, τόσο περισσότερο η μικρή κοπέλα αναγνωρίζει την ίδια της την παιδική ηλικία, βλέποντας πως για τους ίδιους τους γονείς η κόρη είναι στην πραγματικότητα βάρος, μια απλή ταλαιπωρία, και έτσι την   οδηγεί πίσω στο παρελθόν, με τις στις σκέψεις της να περιστρέφονται στη δική της μητέρα. Παρατηρώντας το μικρό κορίτσι που επιφορτίστηκε να προσέχει, η κοπέλα βλέπει πολλά στοιχεία από το δικό της παρελθόν.   ‘…Αισθάνθηκα, ότι μια λέξη να έλεγα, εκείνη θα μ’ ακολουθούσε, θα κατέβαινε τα σκαλοπάτια και δεν θα ξαναγύριζε ποτέ στους γονείς της. Την καταλάβαινα. Και μάλιστα είχα την αίσθηση ότι αυτή ήταν η φυσική τάξη των πραγμάτων…Ίσως σε είκοσι χρόνια, η μικρή, όπως εγώ, θα ξανάβρισκε τους γονείς της, ένα βράδυ, ώρα αιχμής, σ’ αυτούς τους ίδιους διαδρόμους…’.

Σε γενικές γραμμές η πλοκή του βιβλίου είναι σχετικά απλή και ομοιάζει με πολλά από τα άλλα μυθιστορήματα του Μοντιανό, με την Τερέζα να σέρνει τον αναγνώστη μέσα στους νυχτερινούς, ως επί το πλείστον, παριζιάνικους δρόμους, καθώς επισκέπτεται σταθμούς μετρό, γνωστά και άγνωστα μπαρ και καφέ. Το σκοτάδι είναι επίσης μια μεταφορά, με κάθε μνήμη να σέρνει τη νεαρή γυναίκα περαιτέρω σε ένα σκοτεινό παρελθόν,  μια χρονική περίοδος η οποία ίσως της επηρεάσει το μέλλον της. Σε ένα άλλο βιβλίο (‘Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά…’) ένας χαρακτήρας αναρωτιέται, γιατί ‘μερικοί άνθρωποι παραμένουν ως τα γεράματά τους αιχμάλωτοι μιας εποχής, μιας και μόνο φάσης της ζωής τους, και μεταμορφώνονται σιγά-σιγά σε μια ξεπεσμένη καρικατούρα αυτού που ήταν στο αποκορύφωμά τους’;

Όταν του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ, ο Μοντιανό επαινέθηκε για το έργο του   επειδή ασχολείται με τη μνήμη, τον αγώνα της μνήμης ενάντια στη λήθη, την απουσία της μητέρας ή του πατέρα, την επίμονη αναζήτηση ταυτότητας από τους χαρακτήρες των βιβλίων του. Στα περισσότερα από τα μυθιστορήματά του,  ο Μοντιανό προσεγγίζει τα προαναφερόμενα θέματα, με διάφορους τρόπους και από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Κι’ όπως γράφει στο επίμετρό του ο μεταφραστής του βιβλίου στα ελληνικά, Αχιλλέας Κυριακίδης, ‘… η συγκροτημένη κόλαση του Μοντιανό είναι ένα παιδί που περιμένει έξω απ’ το σχολείο αλλά κανείς δεν έρχεται να το πάρει, που χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού του αλλά κανείς δεν έρχεται να του ανοίξει,  είναι οι ατέλειωτοι διάδρομοι του μετρό, το πλήθος που συνωστίζεται, ένα κίτρινο παλτό που ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος ως κάρφος οφθαλμών σε μια μνήμη που, ακριβώς, έχει ανάγκη να φθονήσει για να (ανα)πλάσει, είναι ένας εφιάλτης  που αψηφά την εγρήγορση, που συνεχίζεται και μετά, όταν δεν θα υπάρχει πια …‘φως έξω από το δωμάτιο των παιδιών’!

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here