Η μεταθανάτια ‘Ημέρα της Κρίσης’ του Σαλβατόρε Σάσα στη Σαρδηνία

 

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

‘Η Ημέρα Κρίσης’ είναι ένα αξιοσημείωτο έργο από πολλές απόψεις. Ίσως δεν θα είναι υπερβολή να σημειώσουμε ότι είναι ένα κλασσικό λογοτεχνικό έργο του εικοστού αιώνα, όπου με επίκεντρο και αφορμή την ιστορία μιας οικογένειας της μικρής πόλης Νουόρο της Σαρδηνίας, δίνει την αφορμή στον συγγραφέα να εκπτύξει την περιγραφή της ψυχοσύνθεσης ολόκληρης της ανθρώπινης φυλής, όχι μόνο στο συγκεκριμένο μέρος αλλά και γενικότερα, και  την πορεία της από την τυχαία  γέννηση προς τον βέβαιο  θάνατο. Το βασικότερο όμως στοιχείο, είναι το γεγονός της ‘ύπαρξης’ του ίδιου του μυθιστορήματος, το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος του γράφτηκε, κατά πάσα πιθανότητα, στα τέσσερα τελευταία χρόνια της ζωή του Σαλβατόρε Σάσα. Το χειρόγραφο βρέθηκε ανάμεσα στα υπάρχοντα του συγγραφέα μετά το θάνατό του, ένα μέχρι τότε ανυποψίαστο έργο που σύμφωνα με κάποιες ενδείξεις μάλλον άρχισε να γράφεται στα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του. Η παρουσία του βιβλίου, για να μην αναφέρουμε το αριστείο την ποιότητάς του, ήταν ακόμα μεγαλύτερη  έκπληξη, καθώς ο συγγραφέας της, ο Σαλβατόρε Σάτα (Salvatore Satta, 1902-1975) δεν ήταν άνθρωπος της λογοτεχνίας, με την αυστηρή έννοια του όρου. Σε αντίθεση, είχε κερδίσει τη φήμη για τον εαυτό του ως έγκριτου νομικού επιστήμονα, ιδίως για το έργο που επιτέλεσε στην ανασυγκρότηση του ποινικού κώδικα της χώρας του, μετά την εποχή του Μουσολίνι και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες λογοτεχνικές ανακαλύψεις, το μυθιστόρημα αυτό είναι ατελές, και χωρίς να έχουμε στη διάθεσή μας ενδείξεις για τις περαιτέρω προθέσεις του συγγραφέα σε σχέση με ένα έργο το οποίο, κρίνοντας εκ των υστέρων και από αυτό το τμήμα του, ήταν ίσως ανούσιο. Όπως επεσήμαναν διάφοροι κριτικοί, η ιστορία της μοιάζει πολύ με αυτή ενός άλλου μακράν χαμένου σημαντικού ιταλικού μυθιστορήματος, του ΄Γατόπαρδου’ του Τομάζι ντι Λαμπεντούζα (1896-1957) που βρίσκεται ανάμεσα στην αμέσως προηγούμενη γενιά σε σχέση με την ‘Ημέρα της Κρίσης΄. Ο ‘Γατόπαρδος’ ήρθε στο φως μετά το θάνατο του δημιουργού του, αφού   δημοσιεύθηκε στην Ιταλία το 1958. Ένα άλλο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του έργου του Σάσα είναι η τοποθέτησή του, στη μητρική πόλη του συγγραφέα, Νουόρο, στη  Σαρδηνία. Ορισμένα από τα τοπία του μυθιστορήματος θα αναγνωριστούν ίσως από αναγνώστες οι οποίοι είναι εξοικειωμένοι με το ταξιδιωτικό βιβλίο του D. H. Lawrence, ‘Sea and Sardinia’. Πράγματι, το έργο του Lawrence μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια εισαγωγή στην ‘Ημέρα της Κρίσης’, ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψιν του το γεγονός ότι  ο Lawrence επισκέφθηκε τη Σαρδηνία κατά την διάρκεια της χρονικής περιόδου που καλύπτει το μυθιστόρημα του Σάτα. Το παράδοξο βέβαια της ζωής της Σαρδηνίας, όπως τονίζει συνεχώς ο Σάσα, και κυρίως μέσα και γύρω από το Νουόρο, δεν είναι τόσο εύκολο να απεικονισθεί από έναν ξένο με κείνα τα χώματα. Στην ‘Ημέρα της Κρίσης’, αυτή η παραδοξότητα είναι εμφανής στη συχνή χρήση της τοπικής διαλέκτου, όπως σε μερικά ονόματα χαρακτήρων χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, αλλά και σε διάφορες αναφορές στην τοπική κουζίνα, σε δεισιδαιμονίες, κοστούμια και παραδοσιακά τραγούδια.

Το μυθιστόρημα τοποθετείται χρονικά στη στροφή του εικοστού αιώνα, στα χρόνια που οδήγησαν στην άνοδο του Μπενίτο Μουσολίνι στην εξουσία, με την πόλη κάπως απομονωμένη από γεωγραφικής απόψεως από το κέντρο των σημαντικών πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων. Έτσι, παρ’ όλο που ούτε αυτή η μικρή πόλη θα μπορούσε να αποφύγει τη συμμετοχή και εμπλοκή της  στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο συγγραφέας καταφέρνει να πει την ιστορία του, ή μάλλον να ζωγραφίζει αυτό που ονομάζει την τοιχογραφία της, χωρίς να ενσωματώνει μία μόνο συγκεκριμένη ημερομηνία. Οι σχέσεις στην πόλη φαίνεται πως είναι καλά σφυρηλατημένες από το χρόνο και χαρακτηρίζονται από φεουδαρχικές συνδέσεις αίματος και από τις γνωστές ταξινομήσεις στις κοινωνικές τάξεις της περιοχής. Σε αντίθεση, στο χώρο των διαπροσωπικών σχέσεων υπάρχουν κάποιες μικρές παρεκκλίσεις  και σχετική γενναιοδωρία από μεριάς του συγγραφέα. Οι δημόσιοι θεσμοί, όπως το σχολικό σύστημα και η εκκλησία, είναι προφανώς άχρηστοι για να δώσουν ώθηση σε ευρύτερες και προβλέψιμες συνειδητοποιήσεις ή ευκαιρίες για προσωπική και κοινωνική πρόοδο και ανέλιξη των φερέλπιδων μελών της κοινωνίας. Η πόλη που τροφοδοτεί την απομόνωσή της, προβάλλει μια αύρα καλωσύνης, αλλά φαίνεται παράλυτη και στατική. ‘Η Ημέρα της Κρίσης’ παράγει τα αποτελέσματα της έντονης κλειστοφοβίας και μιας πραγματικά ήρεμης ατμόσφαιρας της πορείας που έχει καταστραφεί ανεπανόρθωτα από τις απολιθωμένες συνέπειες της ζωής σε ένα τέτοιο μέρος. Δεν είναι, όμως,  μυθιστόρημα που διαβάζεται για διασκέδαση, και ίσως τελικά να μην είναι καν μυθιστόρημα. Από κάποιες απόψεις, συμμορφώνεται με την έννοια της  μυθοπλασίας αφού ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με τον  πρωταγωνιστή του, τον ευγενή Ντον Σεμπαστιάνο Σάνα Καρμπόνι, ο οποίος είναι ο πιο διακεκριμένος συμβολαιογράφος της πόλης. Από ορισμένες απόψεις, πάντως, το βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί ως μια φανταστική βιογραφία του και, μέσω αυτής, μια απεικόνιση ενός έρημου και απομονωμένου τόπου σε μια αδρανή, αλλά όχι επακριβώς καθορισμένη στιγμή. Αν και ο Ντον Σεμπαστιάνο είναι συμβολαιογράφος, η ενασχόλησή  του δεν είναι σχετική ούτε  και σημαντική,  για την βιογραφική προοπτική που επέλεξε ο συντάκτης του βιβλίου. Κάποιες λεπτομέρειες της εργασίας του  πρωταγωνιστή μπαίνουν αναγκαστικά  στην αφήγηση, αλλά δεν είναι ουσιώδεις για την όλη ιστορία. Αντ’ αυτού, η αφήγηση του Σαλβατόρε Σάτα προχωράει απότομα για να ασχοληθεί με την ιδιωτική του ζωή  και τη ζωή του ως γαιοκτήμονα. Σιγά-σιγά, από τις μικρές πόλεις και χωριά μέχρι τα βοσκοτόπια του μεγάλου νησιού, η αρχαία πόλη Νουόρο στη Σαρδηνία αναδεικνύεται ως η κύρια παράμετρος σε αυτό το μοναδικό, βαθιά ευφυές, και εξαιρετικά μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Θανάση Μετσιμενίδη, μυθιστόρημα. (Σαλβατόρε Σάτα, ‘Η Ημέρα Κρίσης’. Εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989). Αν κάποιος μπορεί να πει ότι στέκεται κάπως ψηλότερα και κεντρικότερα  από τον υπόλοιπο κόσμο, είναι ο Ντον Σεμπαστιάνο, ο συμβολαιογράφος, ο οποίος, ενώ έχει εργαστεί σκληρά για κάπου μισό αιώνα  συσσωρεύοντας στην κατοχή του αμπέλια, χωράφια με σιτάρια, ακίνητα και οικήματα, δεν είναι και τόσο πλούσιος, επειδή όπως λέει ο συγγραφέας και μάλιστα σε μόνιμη βάση και συχνά, ‘μόνο το νεκροταφείο είναι πλούσιο’. Και όντως, καθώς κάθε ένας από τους επτά γιούς του εγκαταλείπει την πόλη για το πανεπιστήμιο, αναζητώντας χρήματα, φήμη και τελικά κοινωνική καταξίωση διαφορετική όμως από εκείνη που θα ήθελε στο βάθος ο πατέρας τους, ο Ντον Σεμπαστιάνο αρχίζει να σκέπτεται διαφορετικά και να ματαιώνει κάποιες βαθιά ριζωμένες μέσα του αναζητήσεις και φιλοσοφικές απόψεις του σε αυτή τη ζωή, αφού ξέρει καλά ότι ακόμα και αν δεν παραμείνουν στο Νουόρο, η γενέθλια πόλη θα παραμείνει σε αυτά τα παιδιά, όπως και σε όλους τους αγρότες, τους βοσκούς και τους γαιοκτήμονες που αφηγείται ο Σαλβατόρε Σάσα, και των οποίων οι θλίψεις, οι μνησικακίες, οι κοινωνικές και  πολιτικές ζήλιες και έχθρες,  και οι αιώνες καλές και κακές συνήθειες τους, διακρίνονται τόσο ξεκάθαρα από τον αναγνώστη μέσα στις σελίδες του αυτοβιογραφικού, σε μεγάλο βαθμό, βιβλίου.

Ο Σαλβατόρε Σάτα, γεννημένος στο Νουόρο της Σαρδηνίας (1902), πέρασε εκεί τα παιδικά του χρόνια τόσο όμορφα, ώστε αυτά να τον συνοδέψουν στη συνέχεια στις περιπλανήσεις του σε διάφορες  πόλεις της Ιταλίας. Σπούδασε κυρίως νομικές επιστήμες και εργάστηκε σε διάφορα πόστα σε πάμπολλες πόλεις της χώρας του, όπως το Σάσαρι, το Κάλιαρι, την Πίζα, το Μιλάνο, Πάδοβα, Γένοβα για κάπου είκοσι χρόνια, Τεργέστη και τέλος στην αιώνια πόλη της  Ρώμης όπου είχε την ευκαιρία και το χρόνο βεβαίως να αναπτύξει  δημοσιογραφική δραστηριότητα και παράλληλα να αφήσει να φανεί το λογοτεχνικό του ταλέντο. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, άρχισε να γράφει την ‘Ημέρα της Κρίσης’, δίνοντας έτσι σάρκα και οστά σε ένα παλιό παιδικό του όνειρο, δηλαδή τη λογοτεχνία. Πέθανε στις 19 Απριλίου του 1975,  αφήνοντας το μοναδικό του δημιούργημα, σε γενικές γραμμές, μισοτελειωμένο.

Έχει λεχθεί και όχι άδικα, ότι σε μεγάλο βαθμό ο Σάσα επηρεάστηκε από τα ‘Εκατό χρόνια μοναξιάς’ του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία  Μάρκες, το οποίο μάλλον υπήρξε το ουσιαστικότερο ερέθισμα ώστε να αρχίσει να διαμορφώνεται μέσα του η ανάγκη συγγραφής και η διάταξη του βιβλίου του. Και στα δύο βιβλία, ωστόσο, μπορούμε να δούμε και να ανιχνεύσουμε τον εστιασμό των συγγραφέων τους στα κοινά σημεία της πορείας του ανθρώπου, τη γέννηση και το θάνατο. Το μυθιστόρημα του Σάσα ξετυλίγεται σαν ταινία, όπου, ‘…άνθρωποι που εξαφανίστηκαν από τη γη, που σκόρπισαν στο τίποτα, που όμως τα ονόματά τους ξανάρχονται στις καινούργιες γενιές, διαιωνίζοντας το είδος, χωρίς να ξέρεις αν αυτό είναι ο θρίαμβος της ζωής, ή ο θρίαμβος του θανάτου..’. Όμως, οι χαρακτήρες του βιβλίου προχωρούν στην πορεία τους, η ηλικία τους μεγαλώνει, κι αυτό βέβαια  εκείνοι το αντιλαμβάνονταν, αλλά ‘…δεν αντιλαμβάνονταν όμως ότι είχε προχωρήσει και ο κόσμος…’! Σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση ο Σάσα σε προχωρημένη ηλικία αναρωτιέται αν και κατά πόσο χάνει τον καιρό του προσπαθώντας με τα κείμενά του να δώσει μια αλήθεια σε πρόσωπα που ποτέ τους δεν είχαν αλήθεια, ‘κι ούτε ήταν δυνατόν να έχουν, που δεν ενδιέφεραν κανέναν, αφού η ύπαρξή τους περιοριζόταν όλο κι όλο  σε μια πράξη γέννησης και σε μια πράξη θανάτου…’, για να καταλήξει όμως φιλοσοφώντας ότι, ‘… η ζωή και ο θάνατος είναι δύο στιγμές στις οποίες το άπειρο γίνεται πεπερασμένο, και το πεπερασμένο είναι ο μόνος τρόπος για να αποδειχτεί το άπειρο’!

Στα μάτια του δασκάλου Ντον Ριτσιότι, ο Σάσα φέρνει μπροστά μας τον χαρακτήρα του νεαρού επαναστάτη ο οποίος αντιδρά σε όλα αυτά που διαδραματίζονται γύρω του με τις φιλόδοξες ομιλίες του γύρω από κάποιον Μαρξ, για μια επανάσταση και τον σοσιαλισμό που οσονούπω προβάλλει στο κατώφλι της ιστορίας. ‘…τους μιλούσε για τις αδικίες που υπομένανε, χωρίς να το ξέρουν, για το Θεό που είχε δημιουργήσει τη γη, που όμως την κατείχαν μερικοί έξυπνοι, κι’ έτρωγαν αρνάκι ψητό και γλυκίσματα, ενώ αυτοί την όργωναν με το πρωτόγονο αλέτρι για μια ξερή, κριθαρένια κουλούρα βουτηγμένη στο λάδι…’. Μπορεί, αφήνει να εννοηθεί ο συγγραφέας, ότι ο νεαρός δεν είχε κατορθώσει με τις διάφορες  προσπάθειες που έκανε στη ζωή του να δει σπουδαία πράγματα, αλλά είχε καταφέρει κάτι σπουδαίο, δηλαδή ‘να απελευθερώσει τη φαντασία τους’. Ένα σεβαστό μέρος το βιβλίου, αφιερώνεται στην περίοδο της έναρξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με την άγρια  δολοφονία του Αυστριακού αρχιδούκα στη Σερβία, έναν πόλεμο που, όπως πολύ καλά σημείωναν οι περισσότεροι αναλυτές της εποχής, θα παράσερνε ολόκληρη την Ευρώπη στον όλεθρο. Μας υπενθυμίζει ότι οι πρώτοι νεαροί σοσιαλιστές που ανέμιζαν στον αέρα την εφημερίδα ‘Αβάντι’, το επίσημο όργανο των σοσιαλιστών διευθυντής της οποίας υπήρξε ο Μπενίτο Μουσολίνι, άρχισαν να οργανώνονται στο πλευρό του Μουσολίνι, υπακούοντας στο κάλεσμά του, και ο οποίος ως γνωστόν διαφωνούσε με την πολιτική ουδετερότητα της Ιταλίας, υποστηρίζοντας την ενεργό συμμετοχή τη χώρας στις εχθροπραξίες  γεγονός που είχε ως συνέπεια τη διαγραφή του από το κόμμα, και την αναρρίχησή του, στα 1922, σε αρχηγό και επικεφαλής  των Ιταλών φασιστών (duce).

Απόλυτα ήρεμη γραφή, χωρίς εξάρσεις πολιτικές και κοινωνικές, η ‘Ημέρα της Κρίσης’ είναι το απόσταγμα της ζωής ενός ανθρώπου μορφωμένου, πολιτισμένου και συνεχόμενα ενεργού, που αποφασίζει στο γέρμα της ζωής του να κάνει τους λογαριασμούς γύρω από τη ζωή του, αναλογιζόμενος σε τακτά χρονικά διαστήματα αν αυτό άξιζε τον κόπο, υπενθυμίζοντας όμως στους αναγνώστες του ότι  τελικά η αναζητούμενη αλήθεια έγκειται στη συνείδηση αυτού καθ’ εαυτού του θανάτου. Μια ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στα νομικά συγγράμματα και αναλωμένη στις αίθουσες των ιταλικών δικαστηρίων, το βιβλίο στην ουσία αποτελεί το τραγούδι του αναπόφευκτου θανάτου του ανθρώπου. Παράλληλα, όπως ειπώθηκε προηγουμένως, το νεκροταφείο δεν οριοθετείται ως το αναπότρεπτο σημείο άφιξης, αλλά μάλλον ως σημείο εκκίνησης. Άλλωστε οι πράξεις, και γιατί όχι τα λόγια μας, μάς επαναλαμβάνουν πράξεις άλλων ανθρώπων που έζησαν άλλους αιώνες και άλλες εποχές σε διάφορες από γεωγραφικής απόψεως τοποθεσίες. Ως σύνολο, το μυθιστόρημα παρουσιάζεται ότι συντίθεται από πολλά μικρότερα μυθιστορήματα, ή έστω διηγήματα και εξιστορήσεις της ζωής άλλων ανθρώπων οι οποίες όμως όλες έχουν να κάνουν με το συγκεκριμένο μέρος της Σαρδηνίας και φυσικά με τον κύριο χαρακτήρα του  βιβλίου. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αριθμεί μόλις και μετά βίας μια -δύο σελίδες, αφού τον συγγραφέα τον  πρόλαβε η ζωή, ή πιο σωστά ο θάνατος. Αλλά και στο πρώτο μέρος που αποτελείωσε, κατάφερε σε ικανοποιητικό βαθμό  να ζωγραφίσει μια τοιχογραφία μικρής πόλης της Σαρδηνίας πλημμυρισμένη από καθημερινούς ανθρώπους, φτωχούς και πλούσιους, καλούς και κακούς, μεροκαματιάρηδες, παπάδες και πόρνες, έξυπνους γαιοκτήμονες και χαραμοφάηδες δικηγόρους, γυναίκες φυλακισμένες στα σπίτια τους και οι οποίες πέρασαν τη ζωή τους εξυπηρετώντας άλλους κι’ αφήνοντας τον εαυτό τους απροστάτευτο ποικιλοτρόπως, ανθρώπους και καταστάσεις που τελικά όλα θάβονται κάτω από το μόνο πλούσιο σε αυτόν τον κόσμο, το νεκροταφείο!

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here