Η Μεγάλη Ομορφιά της «Μεγάλης Ομορφιάς»

Του Νικόλαου Τουλαντά

 

 

Το «La Grande Bellezza» (Paolo Sorrentino, 2013) είναι μία από τις αγαπημένες μου ταινίες. Όπως με όλες τις αγαπημένες μου ταινίες, δεν αισθάνθηκα να μου λείπει κάτι κι όχι αθροίζοντας απλά το επίπεδο του κάθε κομματιού του έργου από την οπτική γωνία της κάθε ειδικότητας. Με ενδιαφέρει πρωτίστως η ποιότητα της «καθήλωσης» που πάσχουν τα πρόσωπα του σεναρίου. Ναι, η ταινία έχει υψηλού επιπέδου σκηνοθεσία, ηθοποιΐα, ενδυματολογία, σενάριο, μουσική επένδυση κτλ.

Υπάρχουν πολλές ταινίες καλογυρισμένες, με πολύ καλούς ηθοποιούς, σενάριο, μουσική, απόδοση, που δεν θα έβλεπα δεύτερη φορά. Γιατί; Γιατί πέραν των γνώσεών μας και των γούστων μας επί της κινηματογραφικής τέχνης, ο κινηματογράφος, με ή χωρίς εμάς και την εποχή μας, όπως όλες οι συνήθειες των ανθρώπων, αποτελεί ολιστικό σημείο – με την έννοια του κώδικα – στο πλαίσιο της προόδου της όλης ιστορίας. Αν βλέπω, προσωπικά, πολλές φορές μία ταινία ή ακούω ένα τραγούδι, δεν είναι τόσο τα άμεσα στοιχεία τους (π.χ. οι διάλογοι ή οι στίχοι) όσο το θυμικό της στιγμής της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτό τρέφει. Κάθε καλλιτέχνης έχει τις καλές στιγμές του κατά τις οποίες το πλάνο κι η πορεία του είναι σίγουρα, το στιχάκι και ο τονισμός της συλλαβής, η πένα και η σύλληψη που γράφεται στο τετράδιο, το πινέλο και το τοπίο.

Υπάρχουν πολλές φαινομενικά βαρετές ταινίες για κάποιον που δεν έζησε το κλικ που αποτέλεσαν για τα εποχικά δεδομένα της δημοσίευσής τους, χωρίς όμως τις οποίες δε θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τους «βαθμούς ελευθερίας κι ευελιξίας» που προσέφερε η ύπαρξη αυτών των ταινιών στις επόμενες. Είναι σημαντικές λοιπόν.

Άλλα έργα, φαινομενικά, λόγω πλούτου σε εργαλεία και τεχνικές διαχείρισής τους, μοιάζουν αριστουργήματα αλλά δεν είναι, μιας και μετά τα σημαντικά και ιστορικά πρότζεκτ είναι πολύ πιο πιθανό να υπάρχουν αυτά τα επιφανειακώς αριστουργήματα. Είναι πιθανά ενώ τα ιστορικά ήταν «απίθανα» κι αυτό στιγμάτισε, έδωσε καμπύλη στο καρδιογράφημα, έδωσε το κύρος της ιστορικότητας στην εργασία.

Στο Grande Bellezza έφτασα στο ευχάριστο συμπέρασμα πως έχω να κάνω με μία ταινία που είναι σημαντική και φαινομενικά και διαχρονικά. Είναι σημαντική και για μία αντίληψη που «χρησιμοποιεί» την ταινία μία φορά αλλά και για έναν ειδικό του τομέα του κινηματογραφισμού.

Τα πρόσωπα της ταινίας παραθέτονται σχεδόν σαν κινούμενα γλυπτά, ειδικότερα βέβαια ο πρωταγωνιστής (Toni Servillo). Βασικό χαρακτηριστικό είναι πως, οποιοδήποτε κι αν είναι το ενδεχόμενο backround του εκάστοτε προσώπου, είναι σαφές ότι όλα είναι βαθιά στιγματισμένα από αυτό. Το μεράκι του σκηνοθέτη φταίει και γι’ αυτό. Άλλα είναι μόνο τραγικά ως πρόσωπα, άλλα κωμικά, άλλα με τον σταυρό του συνδυασμού των δύο που, όπως όλα, τονίζουν την υπερβολή της ζωής και της προσωπικής πορείας.

Επικρατεί ένας κατακλυσμός από μοναδικότητες – χαρακτηριστικό των ταινιών του Sorentino – οι οποίες όμως δε ξεδιψούν τους ανήσυχους υπαρξιακούς λογισμούς του πρωταγωνιστή, ο οποίος είναι βέβαια βασιλιάς τους (των κοσμικών) αλλά δεν έκανε τελικά κάτι το αξιοκατόρθωτο, όπως λέει. Είναι από μόνο του, πυρηνικά, μεγαλειώδες το γεγονός πως ο πρωταγωνιστής της ταινίας ήθελε και πέτυχε έναν «υψηλό στόχο» στη ζωή – να γίνει βασιλιάς των κοσμικών και των διοργανώσεών τους έχοντας «τη δύναμη (ακόμα) και να τις καταστρέφει» – και παρά ταύτα κάτι του λείπει. Έχει πετύχει αλλά είναι αποτυχημένος. Κάτι λείπει, λάμπει και δε λησμονιέται αλλά έρχεται στην επιφάνεια σιγά σιγά. Ένας προορισμός γνωστός και άγνωστος, παλιός, αφελής αλλά αρκετός υπαρκτικά κι αισθητικά.

 

Σε έναν περίπατό του, ο Τζεπ θα κάνει μία στάση και θα απολαύσει μία μικρή μοναχή – τρόφιμη μοναχών – να μαζεύει καρπούς από ένα δέντρο.

 

Δε φθάνουν οι κοινωνικές αξιολογήσεις για να συμπληρώσουν με το πλήθος τους τη «μεγάλη ομορφιά» της ζωής, φαίνεται. Δε το σηκώνει η τσέπη τους να δώσουν στον άνθρωπο αυτή την αίσθηση της ανώτερης ζωτικότητας ή, θα ‘λεγα καλύτερα, δεν περνάει καν το νόμισμά τους στη συναλλαγή. Μιλάμε για την τελειότητα. Η κοινωνική ομορφιά, εφόσον κατακτήθηκε, μοιάζει ως τίποτα παραπάνω από παρακμή προσώπου όντας αμέτοχο στο όλο νόημα, ακοινώνητο αληθούς παρηγορίας.

Σ’ αυτό το ταξίδι, ασυγκίνητος – αλλά σεβόμενος ως μέρος τους κι αυτός – από τα φώτα της επιτυχίας και την τεχνητή λαμπρότητα (της τραγικότητας που κρύβει) της κοινωνικής του τάξης, έχοντάς τα και τα δύο εξασφαλισμένα και σκονισμένα από καιρό, κάνει κάποιες στάσεις ζωής. Ή και ανακαλεί τέτοιες, κάτι που επίσης αποτελεί μία στάση ζωής.

Ο ρόλος πλουτίζει την ταινία περπατώντας αρκετά, κάτι που δε μπορείς να συναντήσεις συχνά σε ρόλο που να μην έχει να κάνει με ποιητή π.χ. Ο Τζεπ Γκαμπαρντέλα είναι λογοτέχνης γιατί εντοπίζει την ποίηση των περιστάσεων όχι επειδή έγραψε κάποτε ένα πολύ αναγνωρισμένο και πολυπουλημένο βιβλίο ή εργάζεται ως κριτικός σε ένα υψηλού κύρους περιοδικό. Οι σκέψεις του δείχνουν ότι δε σταμάτησε ποτέ να γράφει.

Ένα πλοιάριο περνάει στο ποτάμι κι ένας, ίσως και καπετάνιος, παρακολουθεί τον Τζεπ να κάνει το ίδιο διασχίζοντας παράλληλα την ξηρά. Ο όγκος της προσωπικότητας του κεντρικού προσώπου εγκωμιάζεται φανερά, κρυφά κι απόκρυφα. Αλλά ο πραγματικός όγκος αποκαλύπτεται μέσα στη γλυκύτητα του Τζεπ ο οποίος προσκολλάται στην ουσιαστικότητα κάποιων περιστάσεων. Εκεί βρίσκει ζωή και πλήρωμα κάλλους. Εκεί εκβάλλουν οι ποταμοί των λογισμών του.

 

Τζεπ

 

Δείχνει να απολαμβάνει την αγνότητα και την ιστορικότητα στη ζωή (προσωπικά και κοινωνικά), οι οποίες τον αναπαύουν πολύ περισσότερο από τις πρόσκαιρες ακριβές ηδονές και τη ζάλη του ύψους της καταξίωσης η οποία αποτελεί για όλους κάτι καταφερτό που όμως δε ξεδιψά ολικά.

Ο Τζεπ ξέρει – και τονίζει στους μεγαλόστομους της παρεΐτσας του – πως όλοι, όσο κι αν πέτυχαν στη ζωή πουλώντας αυτό που πούλησαν όπως το πούλησαν κι ανεβαίνοντας τις σκάλες που ανέβηκαν όπως τις ανέβηκαν, είναι στα πρόθυρα της εσωτερικής κατάρρευσης (αυτό μου θυμίζει και την μάσκα των κοινωνικών δικτύων). Συμβουλεύει έναν φιλόδοξο αλλά χωρίς έμπνευση φίλο του και συγγραφέα να γράψει για τη ζωή του και από τη ζωή του· όχι πράγματα που δεν «ανέπνευσαν», που δε θρήνησαν στ’ αλήθεια την κατάστασή τους. Του λέει επίσης – ως αληθινός του φίλος στεκόμενος δίπλα στη προβληματική και το άλγος του – ότι το φλερτ που διατηρεί είναι ανθυγιεινό και «η γκόμενα βλαμμένη».

Σε μια στιγμή, κάτι που κάνει τα παιδιά να γελούν (το αστείο) φέρνει το χαμόγελο (εκτίμηση) στα χείλη του Τζεπ και του θεατή. Μετά από μερικές τέτοιες στιγμές καταλαβαίνεις πως βρίσκει μεγάλα πράγματα στα μικρά κι αντιστρόφως ανάλογα πολύ μικρότητα στον στημένο στη πόζα του μέσo ενήλικα. Διάφορα μικρά τέτοια περιστατικά επανθίζουν την ταινία καταδείχνοντας αυτή την αλήθεια.

Ο Τζεπ διασκεδάζει πλουσιοπάροχα όμως μία βόλτα στ’ ανάκτορα της αγαπημένης του πόλης είναι κάτι το ανεκτίμητο που ταιριάζει απόλυτα ως στιγμή εξιλέωσης και παύσης των εν καιρώ άφωνων κι ανύπαρκτων πραγμάτων. Τον πάει σπίτι αυτή η βόλτα, μοιάζει. Όχι πως είναι τόσο εκλεκτός κι εκλεκτικός. Θα δούμε τα ανάλογα λαΐκά παιδιά στον κύκλο του Τζεπ, θα δούμε ανάλατους αρτίστες κι άλλους με «καμμένο το χωράφι» τους να πουλούν αυθαιρεσίες ως τέχνη. Θα δούμε πρόσωπα από την καλλιτεχνικότητα, την ταχυδακτυλουργία, την ναρκομανία και τη ζωή της νύχτας, την πνευματικότητα της Ιταλίας. Θα δούμε έως και άσχετους με το οτιδήποτε που, όπως και στη πραγματικότητα,  παλεύουν αναρριχώμενοι στην κλίμακα της κοινωνικής αναγνώρισης ως κάτι αξιαναγνωρίσιμο.

Η ποικιλία των εμφανιζόμενων προσώπων-πορειών στο έργο φαίνεται κι ακούγεται, επίσης. Θα ακούσουμε πολλά είδη μουσικής και σε κάποια φάση θα ακούσουμε κι ομολογία μουσικής προτίμησης από ένα πρόσωπο που θα δηλώσει – ζήτημα δευτερολέπτων αυτή η σκηνή – πως από Jazz προτιμά την Αιθιοπιανή. Έχει ενδιαφέρον το ότι ο σκηνοθέτης είναι μάστερ και στον εμπλουτισμό των λόγων με στοιχεία αξιοπρόσεκτα και πραγματικά. Επιστρατεύει προσωπικό πλούτο κι έχει μεγάλη αποθήκη, νιωθει κανείς. Η ταινία ξεκινάει με ένα κείμενο του Σελίν.

Οι σχέσεις αλληλοκατανάλωσης αναπληρώνονται από σχέσεις αγάπης και στίγματα ανθρωπιάς. Τα πολυπόθητα – από τους φίλους του Τζεπ – αιδοία, με την ώριμη ευωδία των σπιτιών των ηλικιωμένων ανθρώπων ή και απλών και καθημερινών. Τα ναρκωτικά, τα ξεφαντώματα κι οι έξαλλες επαφές βρίσκουν ανάπαυση στο τσάι της χαριτωμένα περαστικής (2-3 φορές) οικιακής του βοηθού.

Γνωρίζοντας ένα μη κοσμικό πρόσωπο (την αδελφή Μαρία) διδάσκεται για τη σημαντικότητα της ρίζας και της παράδοσης. Της παράδοσης με την έννοια πως τα βιώματά μας μάς παραδίδουν στα επόμενα, μας αλλάζουν, αλλά μέσα εκεί κρύβεται και το είναι μας το οποίο ο άνθρωπος καλείται να αγνέψει και καλλύνει.

Θα γίνει νύξη και για την κατ’ επάγγελμα θεολογία που όμως δε γνωρίζει τον άνθρωπο και η οποία θα επισκιαστεί από την κατάνυξη της ουσίας· αυτής των πνευμάτων της αναζήτησης του θείου δια της θυσιαστικότητας της προσωπικότητας στον «βωμό των άλλων» και αναγκεμένων.

Η μεγάλη του αναλαμπή: Θυμάται την πρώτη ερωτική του έλξη κι επαφή, κυρίως όμως τα προκαταρκτικά της στάδια – την ομορφιά της κοπέλας, τις δοκιμασίες που πέρασε για να την έλξει, το πρώτο φιλί (δε του βγήκε καλά), την αίσθηση της αμηχανίας και την ομορφιά της ανημπόριας του έρωτα του πρωτάρη, το στήθος της κοπέλας, το βήμα προς τα πίσω ξεκινώντας για το μονοπάτι της συνεύρεσης – μία από τις πιο συγκινητικές ερωτικές στιγμές που έχω παρακολουθήσει. Πόσες φορές να έχουμε συγκινηθεί με κάτι τόσο κοινό και μάλιστα χωρίς να παρατίθεται και προετοιμάζεται με ιδιαίτερα μεγάλη ιστορικότητα; Ο Πάολο είναι μεγαλοφυΐα· πολεμάει το ψέμα και τα πολλά του επιχειρήματα με την αλήθεια της αγνείας – τη ζωντανεύει κι εκθέτει διαρκώς.

 

Ο νεανικός έρωτας στον οποίο ανατρέχει ο Τζεπ

 

Μετά από σαράντα χρόνια λοιπόν, θα αρχίσει και πάλι η δημιουργία. Το δεύτερό του μυθιστόρημα ίσως, που πρώτα όμως ζυμώθηκε μέσα του, αφήνοντάς τον να μπουχτίσει από τα ατελείωτα «μπλα μπλα μπλα» και τα ατελείωτα τεχνάσματά τους κι έπειτα, αυτή η καθήλωση, του επιβάλει και του επιτρέπει να γυρίσει «πίσω». Εκεί όπου η καρδιά χαίρεται να πάλλεται στους ρυθμούς της αγνότητας. Που κάτι μοναδικό κι ιστορικό συμβαίνει. Στον καθένα μας ο πρώτος-μεγάλος έρωτας είναι κάτι μοναδικό, κάτι που κάνει κυριολεκτικά επανάσταση ως βίωμα συνύπαρξης. Μια οργανική αγιότητα κι όχι ιδεοληψία ή ακοινώνητη εξωτερική επιτυχία – μια επιτυχία στα λόγια και τα χαρτιά των κριτικών – είναι η πατρίδα του Τζεπ, είναι το χώμα που ευδοκεί η μεγάλη, ίσως και τέλεια, ομορφιά.

Η ταινία αποκόμισε Βραβείο Oscar, BAFTA και Golden Globe Award καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, καθώς και Βραβείο Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου καλύτερης ταινίας. T’ άξιζε όλα, θα το δεις…

 

* Ο Νίκος Τουλαντάς είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και δημιουργεί ερασιτεχνικά από την ηλικία των 16 ετών. Ασχολήθηκε με την ποίηση, τη στιχουργική κι έπειτα κυρίως με την δοκιμιογραφία. Υπάρχει και ως αρθρογράφος, από τον Ιούνιο του 2020, καθώς μία ημέρα ξύπνησε πεπεισμένος ότι μπορεί να συνθέσει πληροφορία, εκφράζοντας με αρθογραφικό τρόπο τις σημειώσεις και μελέτες του, τις οποίες πραγματεύεται αρκετά πιο αποσυμπιεσμένα κι εκτεταμένα στα κείμενά του (τα δοκιμιακά). 
Διατηρεί προσωπικό portfolio με όλα του τα αρθρογραφικά κείμενα: https://nikolaostoul.wixsite.com/grafopaignia
Έχει δύο επίσημες αναγνωρίσεις στο χώρο της λογοτεχνίας: 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/9ος Παγκόσμιος Διαγωνισμός Λογοτεχνίας (Ε.Π.Ο.Κ, 2018) 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/κατηγορία Νέων 18 έως 30 ετών/ 2ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Πεζογραφίας (περιοδικό «Κέφαλος», 2020). 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here