Του Νίκου Τσούλια

 

 

Το να διαβάζεις ένα μυθιστόρημα ή ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη είναι ένα όμορφο ταξίδι της ψυχής σου. Και δεν είναι μόνο το γνωστό και τόσο ξεχωριστό γλωσσικό παπαδιαμαντικό σύμπαν, που σε οδηγεί με έναν μοναδικό τρόπο σε καιρούς αλλοτινούς αλλά και η επιμονή του να συνδέει τους διάφορους καιρούς του ελληνισμού και να καταδεικνύει τη διαχρονικότητα και τη δημιουργικότητα του πολιτισμού μας.

Η Γυφτοπούλα είναι ένα μυθιστόρημα, που αρχικά δίνει την εντύπωση του ερωτικού μυθιστορήματος, αλλά σταδιακά και με ιδιαίτερα έντεχνο τρόπο μετασχηματίζεται σε ένα ιστορικό δράμα και σε ένα σκηνικό μιας δύσκολης εποχής, εκείνης της ύστερης βυζαντινής. Εδώ δεν προαναγγέλλεται μόνο το δραματικό τέλος της Πόλης των πόλεων αλλά και τίθενται τα μεγάλα διλήμματα του ελληνισμού εκείνων των καιρών. Όμως αυτό δεν είναι ένα από τα γνωρίσματα της παπαδιαμαντικής γραφής, να εντρυφεί στα ουσιώδη ζητήματα της ζωής: στη φτώχεια, στην πατρίδα, στην τόσο άγνωστη ψυχή μας, στα βάσανα των απλών ανθρώπων, στη θρησκευτικότητα, στη μεταφυσική;

Και ο Αλέξανδρος των Γραμμάτων μας παίρνει σαφή θέση στο μεγάλο ερώτημα του εν λόγω έργου του. «Περνάει την αντίθεσή του στην κρατική και εκκλησιαστική εξουσία της Δύσης, την ανησυχία του για τη φθορά του ελληνισμού και την καταστροφή του κοινοτικού χαρακτήρα της αγροτικής κοινωνίας», όπως πολύ χαρακτηριστικά τονίζει ο Α. Ζήρας στον πρόλογο του βιβλίου. Θα σταθεί στο μεγάλο δίλημμα του ελληνισμού, στη σχέση μεταξύ του παρελθόντος της αρχαιότητάς του και του παρόντος της χριστιανικότητάς του. Ο Γεμιστός αναζητά την καθαρή μορφή της αρχαίας δόξας και δεν βλέπει τίποτα πέραν αυτής. Η Γυφτοπούλα θα είναι η ηρωίδα του για την ανασύσταση του αρχαιοελληνικού ιδεώδους, γιατί η σχέση της με τη θρησκεία δεν συμβαδίζει με εκείνη των άλλων ανθρώπων της βαθιάς πίστης και της ακόμα πιο βαθιάς προκατάληψης.

Ο Παπαδιαμάντης ενδιαφέρεται μόνιμα και σταθερά για τον κόσμο των καταφρονεμένων, για τους απόκληρους και τους αδικημένους. Τα ψυχογραφήματά του αγγίζουν τα βάσανά τους με τον πιο απλό και φυσικό τρόπο. Η τέχνη της γραφής του αναδεικνύει τα συναισθήματα αυθεντικά, χωρίς κανένα φτιασίδωμα. Και είναι γραφή που γεφυρώνει τους αρχαίους, τους βυζαντινούς και τους δικούς του καιρούς με τον πιο θαυμαστό τρόπο, σαν να είναι όλοι καιροί των ίδιων χρόνων! Οι περιγραφές της φύσης θυμίζουν την καλαισθησία των αναφορών του Ομήρου και στοχάζεσαι στη θεία δωρεά που έχει ο ελληνικός λαός με την τέτοια εύνοια των θεών να γεύεται την τέχνη του λόγου απ’ αυτές τις μεγάλες μορφές των Ποιητών.

Ο έρωτας εμφανίζεται δειλά – δειλά στον Μάχτο. Φαντασιώνεται διστακτικά την αγάπη του. Ζει το πάθος του και την έκρηξή του μέσα στη συστολή! «Άλλως δε ο Μάχτος επέμενεν εις το όνειρον τούτο, και δύναταί τις να είπη ότι αυτομάτως πώς το κατασκεύαζε μάλλον, ή ότι υφίστατο παθητικώς αυτό… Αλλ’ όμως εν κεφαλαίω απεφάσισεν ο Μάχτος να είπη ό,τι ώφειλεν εις την νέαν κόρην. Εταλαιπωρείτο μόνον να εύρη τον τρόπον καθ’ όν έμελλε να προβή. Εσχεδίαζε λέξεις και φράσεις, κατασκεύαζε διαλόγους, προέβλεπεν ερωτήσεις, έπλαττε λύσεις αποριών».

Και ενώ θεριεύει μέσα του το αντάριασμα του συναισθήματός του, το είδωλό του, η Γυφτοπούλα έχει άλλες ανησυχίες. Αγωνιά να μάθει την ταυτότητά της, να αυτοπροσδιοριστεί σε έναν κόσμο, που είναι παντού εχθρικός και γεμάτος προκαταλήψεις απέναντί της. Το σκίρτημά της για το Μάχτο δεν θα ολοκληρωθεί. Μια τραγωδία ξεκινάει για τους ήρωες του έργου…

Αναρωτιέμαι. Τι πλούτη ψυχής, τι νοήματα αγωγής, τι αξίες της ζωής χάνουμε που δεν διαβάζουμε Παπαδιαμάντη. Απορώ. Είναι δυνατόν να έχουμε στη γλώσσα μας αυτή τη μαγεία του συναισθήματος και της ψυχής, του πολιτισμού και της παράδοσης, μια κορυφή της σύγχρονης λογοτεχνίας μας και να μην είμαστε «σκυμμένοι» σ’ αυτό τον πνευματικό θησαυρό;

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here